Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Η ομορφότερη ζωγραφιά στη γη


Ένας καλλιτέχνης ήθελε να βρει και να ζωγραφίσει το ωραιότερο πράγμα στη γη. Ψάχνοντας να το βρει, ρώτησε έναν ιερέα, που του είπε, πως η πίστη είναι το ωραιότερο στη γη, επειδή αυτή στηρίζει τους ανθρώπους. Στην συνέχεια ο καλλιτέχνης ρώτησε έναν γεωργό, που του μίλησε για την ελπίδα, η οποία χαροποιεί τον άνθρωπο. Τέλος μια εργάτρια που ρωτήθηκε από τον καλλιτέχνη, επέμενε πως η αγάπη είναι το ωραιότερο πράγμα, επειδή αυτή διώχνει κάθε λύπη.
Πίστη, Ελπίδα, Αγάπη σκέφθηκε ο καλλιτέχνης. Πώς όμως μπορώ, να ζωγραφίσω μαζί αυτά τα τρία;
Την ώρα που έμπαινε στο σπίτι του, στάθηκε με έκσταση μπροστά σε ένα ζωντανό πίνακα, τους γονείς του, την γυναίκα του, τα παιδιά του!
Στο μέτωπο των γονέων του είδε την πίστη.
Στο χαμόγελο των παιδιών του την ελπίδα.
Στα μάτια της γυναίκας του λαμποκοπούσε η αγάπη.
Η καρδιά του σκίρτησε.
Να το ωραιότερο πράγμα στην γη! Αυτό θα ζωγραφίσω.
Και αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά η οικογενειακή του εστία.
Ένα απλό χαρούμενο σπιτάκι, που το κυβερνούσε, η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη!

Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Το τραγούδι του κάθε ανθρώπου


Στους Himba της Ναμίμπιας στη Νότια Αφρική, καθορίζεται η ημερομηνία γέννησης ενός παιδιού, όχι από την ώρα της άφιξής του στον κόσμο, αλλά πολύ νωρίτερα, από την ημέρα που το παιδί επισκέπτεται το μυαλό της μητέρα του. ⠀
Όταν μια γυναίκα αποφασίσει ότι θα κάνει παιδί, ξεκουράζεται και χαλαρώνει επί ώρες κάτω από ένα δέντρο, μέχρι να ακούσει το τραγούδι του παιδιού, που θέλει να γεννηθεί. Και αφού ακούσει αυτό το παιδικό τραγούδι, επιστρέφει στον άνθρωπο, που θα είναι ο πατέρας του παιδιού, για να του το μάθει. Και μετά, όταν κάνουν έρωτα, τραγουδούν το τραγούδι του παιδιού μαζί για να το καλέσουν.
Όταν η μητέρα είναι έγκυος, διδάσκει το τραγούδι αυτού του παιδιού στις μαίες και τις μεγαλύτερες γυναίκες του χωριού. Έτσι, όταν γεννιέται το παιδί, οι ηλικιωμένες γυναίκες και οι άνθρωποι γύρω του τραγουδούν το τραγούδι του, για να το καλωσορίσουν. ⠀
Καθώς το παιδί μεγαλώνει, οι άλλοι χωρικοί μαθαίνουν το τραγούδι του. Οπότε αν το παιδί πέσει ή πληγωθεί, βρίσκεται πάντα κάποιος να το μαζέψει και να τραγουδήσει το τραγούδι του. Ομοίως, εάν το παιδί κάνει κάτι υπέροχο, ή περάσει με επιτυχία από τις τελετές της ενηλικίωσης, οι κάτοικοι του χωριού τραγουδούν το τραγούδι του, για να το τιμήσουν. Στο γάμο του, επίσης το τραγούδι του θα τραγουδηθεί μαζί με τα τραγούδια της γαμήλιας τελετής. ⠀ ⠀
Εάν, σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής του, το άτομο διαπράξει ένα έγκλημα ή εμφανίσει μια παρεκκλίνουσα κοινωνική συμπεριφορά, το άτομο καλείται στο κέντρο του χωριού και οι άνθρωποι της κοινότητας σχηματίζουν έναν κύκλο γύρω του. Μετά όλοι μαζί τραγουδούν το τραγούδι του. ⠀
Η φυλή αναγνωρίζει, ότι η διόρθωση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς δεν περνάει μέσα από την τιμωρία, αλλά μέσα από την αγάπη και την υπενθύμιση της ταυτότητας. Όταν αναγνωρίζεις το δικό σου τραγούδι, δεν θέλεις ή δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι, που θα έβλαπτε τους άλλους
Και όταν, γερνάει αυτό το παιδί, ξαπλώνει στο κρεβάτι του έτοιμο να πεθάνει, ενώ όλοι οι χωρικοί τραγουδούν, για τελευταία φορά, για να το αποχαιρετίσουν το τραγούδι του!
Τσάρλι Τσάπλιν- Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου


Καθώς ξεκίνησα να αγαπώ τον εαυτό μου,
ανακάλυψα ότι η αγωνία και η συναισθηματική οδύνη
είναι απλώς προειδοποιητικά σινιάλα, ότι ζούσα
εναντίον της δικής μου αλήθειας.
Σήμερα, γνωρίζω, πως αυτό λέγεται Αυθεντικότητα.

Καθώς ξεκίνησα να αγαπώ τον εαυτό μου,
κατάλαβα πόσο πολύ μπορεί να προσβάλλει κάποιον,
αν προσπαθήσω να επιβάλλω τις επιθυμίες επάνω του,
ακόμα και αν γνώριζα, ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή και ότι ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν έτοιμος,
ακόμα και όταν αυτός ο άνθρωπος ήμουν Εγώ.
Σήμερα αυτό το αποκαλώ Σεβασμό.


Καθώς ξεκίνησα να αγαπώ τον εαυτό μου,
σταμάτησα να αδημονώ για μια διαφορετική ζωή,
και μπόρεσα να δω, ότι όλα όσα με περιβάλλαν,
με προσκαλούσαν να αναπτυχθώ.
Σήμερα αυτό το αποκαλώ Ωριμότητα.

Καθώς ξεκίνησα να αγαπώ τον εαυτό μου,
κατάλαβα ότι σε κάθε περίπτωση,
βρίσκομαι στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή,
και όλα συμβαίνουν, ακριβώς την κατάλληλη ώρα.
Οπότε μπορούσα να βρίσκομαι σε γαλήνη.
Σήμερα αυτό το λέω Αυτοπεποίθηση.

Καθώς ξεκίνησα να αγαπώ τον εαυτό μου,
παραιτήθηκα από το να κλέβω από τον χρόνο μου
και σταμάτησα να σχεδιάζω τεράστια προγράμματα
για το μέλλον. Σήμερα, κάνω μόνο αυτό που μου φέρνει χαρά και ευτυχία, πράγματα που αγαπώ να κάνω, τα οποία κάνουν την καρδιά μου να αναθαρρεί και τα κάνω με τον δικό μου τρόπο και με τον δικό μου ρυθμό.
Σήμερα αυτό το λέω Απλότητα.

Καθώς ξεκίνησα να αγαπώ τον εαυτό μου,
τον απελευθέρωσα από οτιδήποτε δεν ήταν καλό για την υγεία μου, φαγητό, ανθρώπους, πράγματα, καταστάσεις και καθετί, που με τραβούσε κάτω και μακριά από τον εαυτό μου. Στην αρχή αυτό το αποκάλεσα μια στάση υγιούς εγωισμού.
Σήμερα γνωρίζω ότι ήταν Αγάπη για τον Εαυτό.

Καθώς ξεκίνησα να αγαπώ τον εαυτό μου,
παραιτήθηκα από το να προσπαθώ να είμαι πάντα σωστός και από τότε, έσφαλα πολύ λιγότερο.
Σήμερα ανακάλυψα, ότι αυτό είναι η Μετριοφροσύνη.

Καθώς ξεκίνησα να αγαπώ τον εαυτό μου,
αρνήθηκα να επιστρέφω για να ζω στο παρελθόν
και να ανησυχώ για το μέλλον και τώρα, ζω μόνο για τη στιγμή, εκεί όπου συμβαίνουν τα πάντα. Σήμερα ζω την κάθε μέρα, μια ημέρα τη φορά.
Κι αυτό το αποκαλώ Εκπλήρωση.

Καθώς ξεκίνησα να αγαπώ τον εαυτό μου,
αναγνώρισα ότι το μυαλό μου μπορεί και με διαταράσσει και μπορεί να με αρρωστήσει. Όταν όμως το συνέδεσα με την καρδιά μου, το μυαλό μου έγινε πολύτιμος σύμμαχος.
Σήμερα αυτό το αποκαλώ τη Σοφία της Καρδιάς.

Πλέον, δεν πρέπει να φοβόμαστε τις λογομαχίες,
τις αντιπαραθέσεις και κάθε είδους πρόβλημα
με τους εαυτούς μας ή τους άλλους. Ακόμα και τα άστρα συγκρούονται. Και μέσα από την συντριβή, νέοι κόσμοι γεννιούνται.
Σήμερα γνωρίζω, αυτό λέγεται Ζωή!
Κόλαση και Παράδεισος


Μια παλιά ιστορία λέει, πως ένας άνθρωπος αναρωτιόταν τι είναι η Κόλαση και τι ο Παράδεισος. Επειδή ο άνθρωπος αυτός ευαρεστούσε με τον τρόπο της ζωής του το Θεό, ο Θεός τού έστειλε έναν άγγελο, για να του λύσει την απορία.
Ο άγγελος τον πήρε από το χέρι και τον πήγε σε μία τοποθεσία.
- Θα σου δείξω πρώτα την Κόλαση, του είπε.
Είδαν εκεί ένα μεγάλο καζάνι, γεμάτο από φαγητό. Γύρω από αυτό στέκονταν άνθρωποι, σκελετωμένοι από την πείνα και αγριεμένοι. Απόρησε ο ευλαβής άνθρωπος:
- Γιατί δεν τρώνε; Μήπως δεν τους επιτρέπεται;
- Τους επιτρέπεται, εξήγησε ο άγγελος. Πρόσεξε λίγο καλύτερα τα κουτάλια τους. Είναι πολύ μακριά. Μπορούν να πάρουν φαγητό, αλλά δεν μπορούν να το βάλουν στο στόμα τους!
- Πάμε τώρα, να δεις και τον Παράδεισο, συνέχισε ο άγγελος και τον πήρε από το χέρι.
Πήγαν λοιπόν σε ένα άλλο μέρος, όπου υπήρχε πάλι ένα καζάνι γεμάτο με φαγητό και γύρω του άνθρωποι. Οι άνθρωποι όμως εδώ ήταν διαφορετικοί, έδειχναν καλοζωισμένοι, γελαστοί, χορτάτοι και ευχαριστημένοι. Ο άνθρωπος πρόσεξε τα κουτάλια τους. Παρατήρησε πως ήταν εξίσου μακριά. Η απορία του μεγάλωσε.
- Περίμενε λίγο και θα δεις, του είπε ο άγγελος, που κατάλαβε. Σε λίγο θα αρχίσουν να τρώνε και θα καταλάβεις τι γίνεται.
Πραγματικά, μετά από λίγο άρχισαν να τρώνε. Πώς όμως; Αφού ο καθένας δεν μπορούσε να οδηγήσει το μακρύ κουτάλι με το φαγητό στο δικό του στόμα, άρχισε να ταΐζει τον άλλον. Έτσι, δεν έμενε κανένας νηστικός!
Καθώς ο άγγελος οδηγούσε τον ευλαβή άνθρωπο πάλι στη γη, του εξήγησε:
- Πιστεύω πως σου λύθηκε κάθε απορία. Κόλαση είναι, όταν ο καθένας κοιτάζει μόνο τον εαυτό του, το δικό του πρόβλημα και τη δική του ικανοποίηση. Αντίθετα Παράδεισος είναι, όταν ο καθένας κοιτάζει τον άλλον, πώς θα τον εξυπηρετήσει. Έτσι, με την αμοιβαία φροντίδα, όλοι μένουν ευχαριστημένοι και κανένας δεν παραπονιέται!

Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

Ο γιατρός και η πανούκλα


Ήταν κάποτε ένας γιατρός. Μια μέρα φεύγοντας από την πόλη που έμενε, για να πάει σε μια άλλη γειτονική όπου είχε δουλειά, συνάντησε την πανούκλα, που έμπαινε στην πόλη. Σταμάτησε και την ρώτησε:
- Πάλι εδώ; Τι ήρθες να κάνεις;
- Ήρθα να πάρω μαζί μου μερικούς.
- Πόσους θα πάρεις αυτή τη φορά;
- Λίγους, γύρω στους χίλιους, απάντησε η πανούκλα.
Μετά από μια εβδομάδα ο γιατρός, που είχε πληροφορηθεί για τον αριθμό των θανόντων από την αρρώστια στην πόλη του, επέστρεψε ανταμώνοντας στην είσοδο της πόλης την πανούκλα, που έφευγε
- Μου είπες ψέματα, της είπε. Είχες πει ότι θα πάρεις κάπου χίλιους και τελικά πέθαναν πέντε χιλιάδες!
- Δεν είπα ψέματα. Εγώ πήρα χίλιους. Τους υπόλοιπους τους σκότωσε το άγχος και ο φόβος!
Το άγχος και ο φόβος είναι περισσότερο θανατηφόρα από οποιαδήποτε αρρώστια. Τις περισσότερες φορές ο φόβος μήπως συμβεί το χειρότερο, δημιουργεί περισσότερα προβλήματα, από όσα θα δημιουργούσε, αν συνέβαινε το χειρότερο. Στη ζωή μας φανταζόμαστε εκατομμύρια καταστροφές, από τις οποίες η συντριπτική πλειοψηφία δεν συμβαίνει ποτέ. Τις βιώνουμε μόνο στο μυαλό μας. Συλλογικά και ατομικά όλοι κάτι φοβόμαστε. Η υπερβολική ανησυχία οδηγεί σε ακινησία. Αν αρχίσουμε να ζούμε στη στιγμή ο φόβος εξαφανίζεται.
Ο κάθε φόβος έρχεται μέσα από μια επιθυμία. Έτσι αν αρχίσουμε να παρατηρούμε τον εαυτό μας, θα διαπιστώσουμε ποια επιθυμία είναι αυτή, που τον δημιουργεί και αν είμαστε αρκετά συνειδητοί, θα διακρίνουμε τη ματαιότητα, που κρύβεται πίσω από αυτή την επιθυμία.
Ο φόβος επίσης προέρχεται από την ανασφάλεια μας για το αύριο. Το αύριο όμως πάντα θα είναι ανασφαλές. Η ζωή είναι όμορφη, επειδή είναι ανασφαλής. Η ανασφάλεια χρωματίζει με ομορφιά τη ζωή μας. Η ζωή είναι όμορφη, γιατί έχει ανατροπές. Δεν είναι δεδομένη. Η ζωή είναι όμορφη, γιατί υπάρχει ο θάνατος. Η ζωή έχει αξία, γιατί μπορεί να χαθεί. Αν δεν μπορούμε να την χάσουμε, τότε η ζωή γίνεται φυλακή. Δεν θα μπορέσουμε να την απολαύσουμε.
Τίποτα δεν κατέχουμε. Έχουμε έρθει χωρίς μπαγκάζια, ελεύθεροι βαρών θα φύγουμε!
Η αιτία του φόβου είναι η άγνοια. Φοβόμαστε επειδή δεν αντιλαμβανόμαστε και δεν πιστεύουμε, πως τα πάντα συμβαίνουν στην ζωή μας για έναν λόγο, για να μας αφυπνίσουν και να μας οδηγήσουν στην εξέλιξη και στην πρόοδο. Για να πονέσουμε, έτσι ώστε μέσα από τον πόνο να αναγκαστούμε να φέρουμε στην επιφάνεια την αληθινή μας φύση. Ας μην ξεχνάμε λοιπόν πως στο τέλος όλα θα είναι καλά. Κι αν αντιλαμβανόμαστε πως τα πράγματα δεν είναι καλά, αυτό σημαίνει πως το τέλος δεν ήρθε ακόμη!

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Η πραγματικότητα που βολεύει


Ο βασιλιάς ήταν ερωτευμένος με τη Σαμπρίνα, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής, που την έκανε τελευταία του γυναίκα. Ένα απόγευμα κι ενώ ο βασιλιάς έλειπε στο κυνήγι ήρθε ένας αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει, ότι η μητέρα της Σαμπρίνας ήταν άρρωστη. Αμέσως η Σαμπρίνα έδωσε εντολή, να ετοιμαστεί η προσωπική άμαξα του βασιλιά και γρήγορα πήγε να δει τη μάνα της!
Ο βασιλιάς είχε απαγορεύσει σε οποιονδήποτε να χρησιμοποιεί την προσωπική του άμαξα. Η ποινή για όποιον παρέβαινε την εντολή του βασιλιά, ήταν ο θάνατος! Όταν γύρισε ο βασιλιάς, έμαθε τα καθέκαστα και είπε:
- Μα δεν είναι θαυμάσιο, αυτό είναι αληθινή αγάπη κόρης προς τη μητέρα. Δεν την ένοιαζε να διακινδυνεύσει το κεφάλι της για να φροντίσει τη μητέρα της. Είναι υπέροχη!
Την επόμενη μέρα κι ενώ η Σαμπρίνα καθόταν στο κήπο του παλατιού κι έτρωγε φρούτα, ήρθε ο βασιλιάς. Τον χαιρέτισε και μετά δάγκωσε το τελευταίο ροδάκινο, που είχε στο καλάθι της.
- Φαίνονται γλυκά, είπε ο βασιλιάς.
- Πράγματι, αποκρίθηκε η βασίλισσα. Κι απλώνοντας το χέρι της έδωσε το τελευταίο της ροδάκινο δαγκωμένο στον αγαπημένο της!
- Πόσο με αγαπάει, σχολίασε μετά ο βασιλιάς. Στερήθηκε την απόλαυση της, για να μου δώσει εμένα το τελευταίο ροδάκινο του καλαθιού. Δεν είναι εκπληκτική;
Πέρασαν ορισμένα χρόνια και ποιος ξέρει, το πάθος και ο έρωτας του βασιλιά έσβησαν από τη καρδιά του. Καθόταν μαζί με ένα στενό του φίλο κι έλεγε:
- Ποτέ δε φέρθηκε η Σαμπρίνα σαν βασίλισσα, μια φορά μάλιστα με παράκουσε και χρησιμοποίησε τη προσωπική μου άμαξα. Θυμάμαι και μια μέρα, που μου έδωσε να φάω ένα δαγκωμένο φρούτο!
Η πραγματικότητα είναι πάντα η ίδια. Κι είναι όντως, αυτό που είναι. Ωστόσο ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τον ακριβώς αντίθετο.
Ας προσέχουμε λοιπόν τι αντιλαμβανόμαστε. Αν αυτό που βλέπουμε, ταιριάζει με τη πραγματικότητα, που περισσότερο μας βολεύει, τότε ας μην εμπιστευόμαστε τα μάτια μας!

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

Ας επιλέγουμε τη ζωή.


- Τι χρειάζεσαι Αλέξανδρε;
Η ερώτηση έρχεται από παντού, από το νου, την καρδιά, την κοιλιά, τα χέρια του! Ζητάει επιτακτικά απάντηση. Τινάζει λίγο το κεφάλι του, για να διώξει το μούδιασμα και απαντά:
- Την αιώνια νιότη.
- Τι είναι τόσο σημαντικό στη νιότη, ώστε να την επιδιώκεις;
- Η ορμή, η δύναμη, η ενεργητικότητα, η αθωότητα, η ελαφρότητα, τα όνειρα, οι προσδοκίες, η ζωή, απαντά και η φωνή του ίσα που ακούγεται.
- Είσαι διατεθειμένος να κάνεις τα πάντα για να την αποκτήσεις;
Το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του γέρο- Αλέξανδρου ρυτιδιάζει ακόμη περισσότερο, αν και θα έλεγε κάποιος, πως κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Μετά από σκέψη απαντά:
- Ναι, δεν μπορώ άλλο να υπομείνω το βάρος, που με κάνει να σέρνομαι στη γη.
- Αλήθεια Αλέξανδρε, δεν έχεις βρει άλλον τρόπο ν’ απελευθερωθείς από αυτό το βάρος; Για σκέψου λίγο!
- Η νιότη είναι ζωή, είναι ελαφρότητα, χαρά, πτήσεις πάνω από βουνά και κοιλάδες, χορός στους αγρούς, αναζήτηση χωρίς φόβο. Ζω στο μισοσκόταδο, σέρνοντας το σαρκίο μου με το φόβο, πως η κάθε μέρα μπορεί να επιφέρει τον θάνατό μου!
- Θυμάσαι μήπως πότε αποφάσισες να ασχοληθείς με τον θάνατο κι έπαψες ν’ ασχολείσαι με τη ζωή;
Ο Αλέξανδρος πάγωσε, μνήμες άρχισαν να επιτίθενται σαν κοράκια στο θολωμένο του μυαλό. Τόσος πόνος, τόσος θάνατος, τόσο αίμα. Χρόνια τα απωθούσε και τώρα εμφανίστηκαν όλα μπροστά του, τα έβλεπε, τα μύριζε, τα άγγιζε. Ξέσπασε σε κλάματα, σωριάστηκε στο βρώμικο πάτωμα τρέμοντας και κουλουριάστηκε.
- Πως νιώθεις, λοιπόν, τώρα;
Σήκωσε ο Αλέξανδρος το κεφάλι του και ανακάθισε. Κοίταξε γύρω του και το βλέμμα του στάθηκε στο φως, που ήταν αχνό αλλά παρηγορητικό. Στάθηκε στα πόδια του κι έκανε μερικά βήματα, ένιωσε να κινείται ανάλαφρα, το βάρος δεν υπήρχε πια. Ένιωθε συναισθήματα, που για χρόνια του ήταν απρόσιτα. Ένιωθε ήρεμος, ένιωθε ειρήνη.
- Πόσο σημαντική είναι η νιότη του σώματος για σένα, τώρα, Αλέξανδρε;
- Σ’ ευχαριστώ που μου έδειξες, πως η ψυχή και η καρδιά είναι πάντα νέες, πως ο πόνος δεν είναι μονόδρομος, πως υπάρχει επιλογή. Έψαχνα τη νιότη, γιατί είχα χάσει τη ζωή μου. Βλέπω καθαρά τώρα, πως όταν αφήνω την αγάπη να καταλαμβάνει όλο το χώρο μέσα μου, δεν βρίσκει χώρο να μπει μέσα μου ο φόβος και ο πόνος για τα γηρατειά και την θνητότητά μου!
- Έχει ηλικία η αγάπη Αλέξανδρε; Γερνάει η αγάπη;
- Η αγάπη είναι πέρα και πάνω από τον χώρο και τον χρόνο. Το είχα ξεχάσει. Είχα ξεχάσει, πως είναι να ζεις πραγματικά. Όταν αγγίζω τη ζωή με όλες μου τις αισθήσεις, όταν ζω κάθε στιγμή του παρόντος με επίγνωση κι αποδοχή, όταν αντί να φοβάμαι τον θάνατο, επιλέγω να φοβάμαι, μήπως δεν προλάβω να ζήσω, τότε καταλαβαίνω πως δεν με απασχολεί η νιότη!
- Ποιος είσαι Αλέξανδρε;
- Είμαι η ζωή, η νιότη, είμαι ο οίκος στον οποίο κατοικεί η αγάπη, ο οίκος στον οποίο κατοικεί η οικογένειά μου.
- Είσαι το μήνυμα Αλέξανδρε, πρόσφερε τον εαυτό σου στον κόσμο!

Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

Αν έχεις τύχη, διάβαινε


Μια φορά υπήρχε κάποιος άνθρωπος, που ήταν πολύ άτυχος. Μια μέρα, έχοντας πια κουραστεί να υποφέρει από τις αδικίες της μοίρας, πήγε να συμβουλευτεί έναν ερημίτη, που ζούσε στο δάσος πίσω από το χωριό του. Ο ερημίτης του πρότεινε, να πάει να συναντήσει τον Θεό, επειδή μόνο Αυτός μπορεί να του δώσει καλοτυχία.
Ξεκίνησε λοιπόν ο άτυχος άνθρωπος, να πάει να συναντήσει τον Θεό, ο οποίος τον καιρό εκείνο ζούσε μέσα σε μιαν άσπρη σπηλιά, ψηλά σε ένα βουνό, πάνω από τα σύννεφα.
Στο δρόμο σε ένα δάσος, συνάντησε μια τίγρη μπροστά του, η οποία μόλις τον είδε φοβισμένο, του είπε να ησυχάσει, επειδή η τίγρη έχει ένα πρόβλημα υγείας, που την κάνει να μην έχει καθόλου όρεξη, για να φάει. Όταν η τίγρη έμαθε από τον άνθρωπο, για το που πηγαίνει, τον παρακάλεσε να ρωτήσει τον Θεό, γιατί δεν έχει όρεξη, φοβούμενη πως δεν θα ζούσε για πολύ, εφόσον δεν έτρωγε! Ο οδοιπόρος το υποσχέθηκε και ξαναπήρε το δρόμο του.
Το βραδάκι της ίδιας μέρας έφτασε σε μια πράσινη πεδιάδα κι άναψε φωτιά κάτω από μια καχεκτική βελανιδιά. Ξαφνικά, σαν να άκουσε ομιλία και αντιλήφθηκε. πως η βελανιδιά ήταν αυτή που του μιλούσε. Του παραπονέθηκε επειδή ήταν πολύ καχεκτική και δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και όταν έμαθε, πως πήγαινε να συναντήσει τον Θεό, παρακάλεσε η βελανιδιά τον άτυχο άνθρωπο, να ρωτήσει και για αυτήν, τι χρειάζεται να γίνει, για να αρχίσει να αναπτύσσεται πάλι ! Ο οδοιπόρος υποσχέθηκε να το κάνει και αποκοιμήθηκε ήσυχος.
Το πρωί, ο άνθρωπος μας τράβηξε πάλι το δρόμο του. Στην πορεία του στους πρόποδες του βουνού, συνάντησε ένα σχεδόν ερειπωμένο σπίτι ανάμεσα στα βράχια, χωρίς πόρτες και παράθυρα. Διέκρινε μέσα καθισμένη μια νεαρή γυναίκα και την παρακάλεσε ο άτυχος άνθρωπος να τον φιλοξενήσει, επειδή ήρθε ήδη το βράδυ. Η γυναίκα του έγνεψε θλιμμένα να περάσει μέσα. Ο άνθρωπος βλέποντας την στενοχωρημένη, την ρώτησε γιατί συμβαίνει αυτό και αυτή απάντησε πως μόνο ο Θεός το ξέρει! Αμέσως ο άνθρωπός μας προθυμοποιήθηκε να ρωτήσει τον Θεό, όποτε Τον συναντούσε και στον γυρισμό να έλεγε στην νεαρή γυναίκα την απάντηση του Θεού!
Την επόμενη μέρα, ο ταξιδιώτης έφτασε στη σπηλιά του Θεού. Ήτανε στρογγυλή και έρημη. Στη μέση της οροφής είχε ένα άνοιγμα, από όπου έπεφτε το φως τ’ ουρανού. Ο άνθρωπος πήγε και στάθηκε από κάτω. Αμέσως άκουσε μια φωνή:
- Τι με θέλεις, τέκνο μου;
- Κύριε, θέλω την τύχη μου.
- Κάνε μου τρεις ερωτήσεις, τέκνο μου και η τύχη σου θα σε περιμένει στον τόπο σου.
- Ευχαριστώ, Κύριε. Στους πρόποδες του βουνού είναι μια γυναίκα θλιμμένη κι όλο κλαίει. Γιατί;
- Είναι όμορφη, είναι νέα, της χρειάζεται ένας άντρας.
- Κύριε, στο δρόμο μου συνάντησα ένα δέντρο πολύ άρρωστο. Από τι, άραγε, να υποφέρει;
- Μια κασέλα από χρυσάφι, δεν αφήνει τις ρίζες του να προχωρήσουν βαθιά και να βρουν το χώμα, που χρειάζεται για να ζήσει.
- Κύριε, μέσα στο δάσος είναι μια παράξενη τίγρη. Της έχει κοπεί η όρεξη.
- Να κατασπαράξει τον πιο τρελό άνθρωπο του κόσμου και θα ξαναβρεί την υγειά της.
- Κύριε, την καλημέρα μου!
O άνθρωπος κατηφόρισε ευχαριστημένος προς την πεδιάδα. Είδε τη γυναίκα δακρυσμένη μπρος στο κατώφλι της και της έκανε νόημα.
- Καλή μου γυναίκα, έναν άντρα χρειάζεσαι!
Κι εκείνη του απάντησε:
- Κόπιασε, λοιπόν, ταξιδιώτη. Η κοψιά σου μ’ αρέσει. Ας ζήσουμε μαζί ευτυχισμένοι!
- Α, δεν προλαβαίνω, πάω ν’ ανταμώσω την τύχη μου. Ο Θεός μού είπε, πως με περιμένει στον τόπο μου!
Την αποχαιρέτησε και σύντομα έφτασε κοντά στο άρρωστο δέντρο στον κάμπο. Του φώναξε από μακριά:
- Μια κασέλα γεμάτη χρυσάφι κάνει τις ρίζες σου να υποφέρουν. Ο Θεός ο ίδιος μου το είπε!
- Άνθρωπε, ξέθαψε τη. Εσύ θα γίνεις πλούσιος κι εγώ θα ξαλαφρώσω!
- Εε, δεν προλαβαίνω, πάω να ανταμώσω την τύχη μου, με περιμένει, με περιμένει!
Ο άνθρωπός μας γρήγορα περπάτησε και μπήκε στο δάσος, πριν πέσει η νύχτα. Η τίγρη τον περίμενε:
- Καλό μου θηρίο, ο Θεός είπε, πως για να λυθεί το πρόβλημά σου, πρέπει να φας έναν άνθρωπο. Όχι όμως οποιονδήποτε, αλλά τον πιο παλαβό, τον πιο τρελό, που υπάρχει στον κόσμο!
- Και πώς θα τον αναγνωρίσω;
- Α, δεν έχω ιδέα, αποκρίθηκε ο άλλος. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να σου επαναλάβω τα λόγια του Θεού, έτσι όπως το έκανα για τη γυναίκα και το δέντρο.
- Την γυναίκα;
- Ναι, τη γυναίκα. Δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα. Ήτανε νέα κι όμορφη. Της χρειαζόταν ένας άντρας. Εκείνη ήθελε εμένα. Εγώ, όμως, δεν πρόφταινα.
- Και το δέντρο;
- Ένας θησαυρός δεν το άφηνε να μεγαλώσει. Ήθελε να το απαλλάξω απ’ αυτόν. Όμως, το ξαναείπα, δεν είχα χρόνο κι εξακολουθώ να μην έχω. Άντε, λοιπόν, σε χαιρετώ γιατί βιάζομαι.
- Μα, για πού το έχεις βάλει;
- Πάω πίσω στον τόπο μου. Έχω ν’ ανταμώσω την τύχη μου. Με περιμένει, με περιμένει!
- Για μισό λεπτό, του λέει η τίγρη. Τι είναι, τέλος πάντων, ένας ταξιδιώτης, που κυνηγά την τύχη του και στο δρόμο του παραμερίζει μια καλή γυναίκα κι έναν κρυμμένο θησαυρό;
- Θέλει και ρώτημα, καλό μου θηρίο; αποκρίθηκε ο άνθρωπος αφηρημένος. Είναι παλαβός. Αν μάλιστα το καλοσκεφτείς, είναι να απορείς, αν μπορεί να υπάρχει κανείς στον κόσμο πιο τρελός από αυτόν!
Αυτή ήταν κι η τελευταία του κουβέντα. Η τίγρη, κατάφερε, επιτέλους, να γευματίσει με όρεξη περισσή κι ευχαρίστησε το Θεό, για το καλό που της έκανε!

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

Πράξεις που αφήνουν ίχνη


Ο Χάρης πορευόταν στην ζωή του, χρησιμοποιώντας την νοημοσύνη του, για να επιλέξει τον καλύτερο δρόμο και όταν δεν έβρισκε απάντηση από την νοημοσύνη του, χρησιμοποιούσε την καρδιά του. Το μόνο που σκοτείνιαζε την σκέψη του ήταν, πως κάποιες φορές είχε την αίσθηση, ότι ασχολιόταν μόνο με τον εαυτό του και αδιαφορούσε για τους άλλους.
Είχε μάθει να είναι υπεύθυνος για τη ζωή του και αγαπούσε τον εαυτό του τόσο, ώστε να προσπαθεί να του εξασφαλίζει, ότι καλύτερο. Ήξερε ότι κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια, προσέχοντας να μη βλάψει τους άλλους και κυρίως εκείνους που αγαπούσε.
Αναρωτιόταν όμως πολύ συχνά, αν έφτανε η αναζήτηση της απόλαυσης και η αποφυγή του πόνου, για να δώσουν νόημα στη ζωή του και αν ήταν σωστό, που τοποθέτησε στο επίκεντρο της ύπαρξής του την προσωπική του ικανοποίηση. Προσπαθούσε να εναρμονίσει τα συναισθήματα αυτά της προσωπικής ευχαρίστησης με τις απόψεις του περί ηθικής, με τη θρησκευτική του πίστη, με όλα αυτά, που είχε διδαχτεί από την οικογένειά του.
Κάποια μέρα ο Χάρης άρχισε να σκέπτεται, να απομακρυνθεί και να φύγει μακριά. Να βρεθεί κάπου αλλού, σε άλλη χώρα, σε άλλη πόλη, με άλλους ανθρώπους, ώστε να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Μια διαφορετική ζωή, μια ζωή στην υπηρεσία των άλλων, μια ζωή με αλληλεγγύη. Χρειαζόταν χρόνο και χώρο για να τακτοποιήσει τις σκέψεις του.
Κάποιος του είχε πει, ότι ήταν ήσυχα πάνω στο βουνό, που δέσποζε πάνω από την πόλη του και πως η θέα από εκεί σε βοηθούσε, να βάλεις τις σκέψεις σου σε τάξη. Έβαλε λοιπόν κάτι λίγα πράγματα σ’ ένα σακίδιο και ανηφόρισε προς την κορυφή.
Όταν έφτασε στο ψηλότερο σημείο του βουνού, είχε ήδη σουρουπώσει και η πόλη του φαινόταν μαγευτική από ψηλά.
- Ένα ευρώ για να κοιτάξεις μέσα από το τηλεσκόπιο, άκουσε ο Χάρης μια φωνή, να απευθύνεται προς αυτόν. Ήταν η φωνή ενός γέρου, που εμφανίστηκε από το πουθενά, με ένα μικρό πτυσσόμενο τηλεσκόπιο στα χέρια.
Ο Χάρης ψάχνει στην τσέπη του, βρίσκει το κέρμα που ήθελε, το δίνει στον γέρο κι εκείνος ανοίγει το τηλεσκόπιο και το δίνει στον Χάρη. Ο Χάρης παίρνει το τηλεσκόπιο, κοιτάζει μέσα από αυτό κάτω την πόλη και καταφέρνει να εντοπίσει τη γειτονιά του, την πλατεία και απέναντι από την πλατεία, το σχολείο.
Ξαφνικά, κάτι του τραβάει την προσοχή. Μια χρυσή κουκκίδα λάμπει ζωηρά στην αυλή του παλιού κτιρίου.
Ο Χάρης σηκώνει τα μάτια του από τον φακό, τα ανοιγοκλείνει μερικές φορές και ξανακοιτάει. Η χρυσή κουκκίδα είναι ακόμη εκεί. Χωρίς να το αντιληφθεί λέει δυνατά την σκέψη του:
- Πολύ περίεργο!
Ο γέρος τον ρωτάει:
- Πού είναι το περίεργο;
- Να εκεί, η κουκκίδα που λάμπει στην αυλή του σχολείου, λέει ο Χάρης και δίνει το τηλεσκόπιο στον γέρο, για να το δει κι αυτός.
- Αυτά είναι ίχνη.
- Τι ίχνη;
- Θυμάσαι εκείνη την ημέρα, πρέπει να ήσουνα επτά χρόνων, που ο Δημήτρης, ο παιδικός σου φίλος, έκλαιγε απαρηγόρητος στην αυλή του σχολείου; Του είχε δώσει η μητέρα του λεφτά, για να πάρει ένα μολύβι. Είχε χάσει τα λεφτά κι έκλαιγε με λυγμούς. Θυμάσαι τι έκανες; Είχες ένα καινούργιο μολύβι, που πρώτη φορά το έφερνες στο σχολείο. Ακούμπησες στην πόρτα, έσπασες το μολύβι σε δύο ίσα μέρη, έξυσες το σπασμένο μισό κι έδωσες στον Δημήτρη το άλλο μισό από το καινούργιο σου μολύβι!
- Δεν το θυμάμαι, αλλά αυτό τι σχέση έχει με τη χρυσή κουκκίδα;
- Ο Δημήτρης δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη χειρονομία και η ανάμνηση αυτή είχε μεγάλη σημασία για τη ζωή του.
- Δηλαδή;
- Υπάρχουν πράξεις στη ζωή ενός ανθρώπου, που αφήνουν ίχνη στη ζωή των άλλων. Οι πράξεις που συμβάλλουν στην εξέλιξη των υπολοίπων, αφήνουν σημάδια σαν χρυσές κουκκίδες.
Ο Χάρης ξανακοιτάει μέσα από το τηλεσκόπιο και βλέπει κι άλλη κουκκίδα να λάμπει στο δρομάκι, που βγάζει από το κολέγιο.
- Αυτή είναι για την ημέρα που βγήκες να υπερασπιστείς τον Γιώργο, θυμάσαι; Γύρισες σπίτι με μαυρισμένο μάτι και μία τσέπη του παλτού σου σκισμένη!
Ο Χάρης κοιτάζει την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη.
- Αυτή εδώ στο κέντρο είναι επειδή μεσολάβησες για να βρει νέα δουλειά η κυρία Μαρία, που μόνη της μεγάλωνε τα ανήλικα παιδιά της, όταν την απέλυσαν από το εργοστάσιο και η άλλη, εκεί δεξιά, είναι το ίχνος του γεγονότος, που έδωσες τα χρήματα που έλειπαν, για την εγχείρηση του μικρού παιδιού του Γιάννη. Τα ίχνη πάλι εδώ αριστερά, είναι από τότε που διέκοψες την εκδρομή σου , γιατί πέθανε η μητέρα του αδελφικού σου φίλου, του Αλέξανδρου και ήθελες να είσαι δίπλα του, για να του συμπαρασταθείς στην βαριά του απώλεια!
Ο Χάρης σταματάει να βλέπει μέσα από το τηλεσκόπιο. Πλέον με τα μάτια του είναι σε θέση να δει χιλιάδες χρυσές κουκκίδες, διασκορπισμένες σε ολόκληρη την πόλη.
Μόλις έπεσε ο ήλιος, η πόλη φωτίστηκε ολόκληρη από τα χρυσά του ίχνη! Τότε ένιωσε ο Χάρης, ότι μπορούσε να γυρίσει ήσυχος στο σπίτι του. Θα ξεκινούσε τη ζωή του από την αρχή, αλλά αυτή τη φορά από ένα διαφορετικό σημείο.
Το συναίσθημα είναι αυτό, που προετοιμάζει το σώμα, για να ενεργήσει. Ωστόσο, το συναίσθημα είναι η μισή διαδικασία. Η άλλη μισή είναι η δράση. Αυτό λοιπόν που γίνεται αμέσως μετά, είναι ότι φορτιζόμαστε με ενέργεια, δύναμη και διάθεση. Η μετατροπή των συναισθημάτων αυτών σε δράση θα μας επιτρέψει να συνειδητοποιήσουμε πραγματικά την απουσία αυτού, που δεν υπάρχει πια. Και η συνειδητοποίηση του απόντος, η επαφή με την απουσία που φοβόμαστε, θα μας επιτρέψει στη συνέχεια να αποδεχτούμε τη νέα πραγματικότητα. Αυτή είναι μια συνειδητοποίηση καθοριστική, πριν από τη στροφή στον εαυτό μας, για να ξεκινήσουμε το ταξίδι της αυτογνωσίας μέσα μας!

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Η γυναίκα που κουφαίνεται


Ένας τύπος τηλεφωνεί στον οικογενειακό του γιατρό.
- Γιατρέ , ο Κώστας είμαι.
- Α, γεια σου, Κώστα. Τι νέα;
- Γιατρέ σου τηλεφωνώ επειδή ανησυχώ για την γυναίκα μου την Μαρία, που έχει αρχίσει να κουφαίνεται!»
- Εντάξει. Όμως, η κώφωση δεν είναι κάτι που συμβαίνει ξαφνικά, ούτε σε οξεία μορφή. Ελάτε τη Δευτέρα από το ιατρείο να την εξετάσω. Αλλά πως κατάλαβες Κώστα, ότι δεν ακούει;
- Μα, τη φωνάζω και δεν απαντάει.
- Κοίτα, μπορεί να είναι κάτι ασήμαντο, να έχει βουλώσει το αφτί της ή κάτι παρόμοιο. Άκουσε, θα διαπιστώσουμε αμέσως το βαθμό του προβλήματος της Μαρίας. Πού είσαι τώρα;
- Στην κρεβατοκάμαρα.
- Κι εκείνη πού βρίσκεται;
- Στην κουζίνα.
- Εντάξει. Φώναξε την από εκεί.
- Μαρίααααα…! Δεν μ’ ακούει.
- Καλά. Πήγαινε στην πόρτα του δωματίου και φώναξε από το διάδρομο.
- Μαρίαααααα! Τίποτα!
- Περίμενε, μην απελπίζεσαι. Πάρε το ασύρματο τηλέφωνο και προχώρα στο διάδρομο. Φώναζε συνέχεια μέχρι να σ’ ακούσει.
- Μαρίαααααααα…! Μαρίαααααααα…! Μαρίαααααααααααα-αα…! Δεν παίρνει χαμπάρι. Είμαι στην πόρτα της κουζίνας και τη βλέπω. Είναι γυρισμένη και πλένει τα πιάτα αλλά δεν μ’ ακούει. Μαρίαααααααααα…! Τίποτα!
- Πλησίασε κι άλλο.
Ο άντρας μπαίνει στην κουζίνα, πλησιάζει τη Μαρία, βάζει το χέρι του στον ώμο της και της φωνάζει στο αφτί:
- Μαρίααααααααααααα…!
Η σύζυγος του, θυμωμένη, γυρίζει και του λέει:
- Μα τι θέλεις; Τι θέλεις, τι θέλεις, τι θέλειιιιιιιιιιιιιιιις…; Με φώναξες δέκα φορές και δέκα φορές σε ρώτησα, τι θέλεις. Όσο πάει και κουφαίνεσαι, δεν ξέρω γιατί δεν πας επιτέλους στο γιατρό να κοιταχτείς!
Αυτό είναι η προβολή. Κάθε φορά που αντιλαμβανόμαστε κάτι, που μας ενοχλεί σε κάποιον άλλον, καλό θα ήταν να θυμόμαστε, ότι αυτό που μας ενοχλεί στον άλλον, ακριβώς αυτό είναι και δικό μας χαρακτηριστικό!

Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Τα χρόνια της ζωής του ανθρώπου


Ο μύθος λέει, πως όταν ο Δίας έφτιαξε τον κόσμο και τα ζώα, που θα τον κατοικούσαν, όριζε, στο καθένα από αυτά, πόσα χρόνια θα ζούσε. Κι επειδή όλα ήταν για πρώτη φορά φτιαγμένα από το Δία και τότε θ’ άρχιζαν να ζούνε, κανένα τους δεν περηφανεύτηκε, ούτε παραπονέθηκε.
Αφού έφτιαξε όλα τα ζώα, ο Δίας έφτιαξε και τον άνθρωπο. Σ’ αυτόν έδωσε και κάτι, που δεν είχε δώσει στα άλλα ζώα. Του έδωσε το λογικό. Στον άνθρωπο ο Δίας όρισε να ζει σαράντα χρόνια. Με την λογική του ο άνθρωπος θεώρησε, πως λίγα χρόνια του όρισε ο Δίας να ζει, αλλά δεν του παραπονέθηκε, φοβούμενος μήπως και του τα ελαττώσει ακόμη περισσότερο.
Όταν βγήκε στη ζωή ο άνθρωπος ήταν άνοιξη, όλα ήτανε όμορφα γύρω του, αλλά, τις νύχτες έκανε δροσιά και καθώς δεν είχε χοντρό δέρμα, όπως τα άλλα ζώα, για να προφυλάσσεται, σκέφτηκε να φτιάξει. Μάζεψε φύλλα τα έραψε και τα φόρεσε. Αλλά τα φύλλα μαραίνονταν και τρίβονταν. Τότε χρησιμοποίησε προβιές αγριμιών.
Έπειτα είδε πως τα πουλιά χτίζανε φωλιά και σκέφτηκε κι αυτός να φτιάξει μια φωλιά, αλλά να είναι σκεπασμένη από πάνω, κι όχι ξέσκεπη, όπως οι φωλιές των πουλιών. Με το λογικό, λοιπόν, που του είχε χαρίσει ο Δίας, έφτιαξε ένα σπίτι με σκεπή, με πόρτα για να μπαινοβγαίνει και με παράθυρα, που του χρησίμευαν για να βλέπει τι γίνεται έξω, χωρίς να αναγκάζεται, να βγαίνει από το σπίτι του.
Πέρασε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι με τις ζέστες του. Τα ζώα έτρεχαν να βρούνε κανένα δέντρο για να ξαπλώσουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο άνθρωπος, όμως, είχε το σπίτι του, κι έτσι είχε όσο ίσκιο ήθελε.
Ήρθε κι ο χειμώνας κι άρχισαν οι βροχές, τα κρύα, τα χιόνια. Τα ζώα έτρεμαν από το κρύο και στριμώχνονταν το ένα πλάι στο άλλο, για να ζεσταθούν. Ο άνθρωπος όμως κλεινότανε μέσα στο σπίτι του και δεν κρύωνε καθόλου.
Ένα βράδυ, που έκανε κρύο δυνατό, άκουσε ο άνθρωπος να χτυπούν την πόρτα του. Αμέσως ρώτησε:
– Ποιος είναι;
– Είμαι εγώ, το άλογο, ακούστηκε απ’ έξω μια φωνή. Πάρε με μαζί σου, άνθρωπε, γιατί κρυώνω κι εγώ θα σου δουλεύω, για να σε ξεπληρώσω.
– Μου χαρίζεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου, για να σε πάρω;
– Σου χαρίζω, υποσχέθηκε το άλογο.
Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το άλογο ζεστάθηκε κι άρχισε να του δουλεύει.
Το άλλο βράδυ, παρουσιάστηκε το βόδι.
– Πάρε με άνθρωπε, να ζεσταθώ, κι εγώ θα σου δουλεύω, τον παρακάλεσε.
– Σε παίρνω, αν μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου, είπε ο άνθρωπος.
– Μ’ όλη μου την καρδιά, απάντησε το βόδι.
Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το έστρωσε στη δουλειά.
Το τρίτο βράδυ, ήρθε κι ο σκύλος, τουρτουρίζοντας.
– Πάρε με, άνθρωπε, στο σπίτι σου κι εγώ θα σου δουλεύω, του είπε.
– Εσύ για δουλεία δεν κάνεις, αποκρίθηκε ο άνθρωπος. Θα σε πάρω όμως για να φυλάς το σπίτι μου, όταν θα λείπω, φτάνει να μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.
– Σου τα χαρίζω! Φώναξε ο σκύλος πρόθυμα.
Κι ο άνθρωπος τον πήρε στο σπίτι του και τον έβαλε να το φυλάει κι εκείνος το φύλαγε πιστά.
Κι έτσι ο άνθρωπος κέρδισε τριάντα χρόνια. Μόνο που, όταν τελείωσε τα σαράντα δικά του κι άρχισε να ζει τα δέκα του αλόγου, άρχισε να καμαρώνει σαν εκείνο. Στα δέκα του βοδιού, έγινε βαρύς και στενοκέφαλος κι ήθελε να γίνεται πάντα το δικό του. Και, στα τελευταία δέκα χρόνια, που είχε πάρει από το σκύλο, έγινε γκρινιάρης και θύμωνε με το παραμικρό!
Γι’ αυτό, από τότε, οι άνθρωποι μετά τα σαράντα χρόνια της ζωής τους εμφανίζουν ανάλογο χαρακτήρα, επειδή μέχρι τα πενήντα ζούνε τα χρόνια του αλόγου, μέχρι τα εξήντα τα χρόνια του βοδιού και μετά τα εξήντα τα χρόνια του σκύλου!

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

Να προσέχεις με ποιον συμμαχείς


Το άλογο ζούσε ελεύθερο στο δάσος.
Μια μέρα το πλησίασε ο άνθρωπος.
- Εσύ είσαι, του είπε, το πιο υπερήφανο, το πιο γρήγορο, το πιο όμορφο από όλα τα ζώα. Καλπάζεις, ο άνεμος παίρνει τη χαίτη σου και όλοι σε θαυμάζουν. Ο λύκος τρέμει τα δυνατά σου πόδια, η αλεπού ζηλεύει την εξυπνάδα σου, το γεράκι δεν μπορεί να σε προφτάσει. Είσαι το πιο ευγενικό και το πιο μεγαλοπρεπές ζώο!
Το άλογο χλιμίντριζε όλη αυτή την ώρα συγκαταβατικά. Ο άνθρωπος συνέχισε:
- Θα έπρεπε εσύ να είσαι ο άρχοντας του δάσους, όμως υπάρχει το ελάφι.
Το άλογο έστρεψε τη μουσούδα του απορημένο.
- Αυτό το ύπουλο κτήνος σε μισεί. Θέλει να σου κλέψει τη δόξα και το βασίλειο. Πάει στις λίμνες, στα ποτάμια και στις πηγές και τα βρωμίζει με τις ακαθαρσίες του. Ποδοπατεί το χορτάρι για να μη βρεις να φας.
Το άλογο ανήσυχο χτυπούσε την οπλή του στο έδαφος.
- Και έμαθα πως σχεδιάζει να φέρει στα κέρατα του το φίδι, όταν θα κοιμάσαι, για να σε εξοντώσει.
Το άλογο ανασηκώθηκε στα πίσω του πόδια.
- Μην ανησυχείς, ω περιούσιο τετράποδο, υπάρχει λύση. Θα με αφήσεις να σου φορέσω σέλα και χαλινάρια, να σε καβαλικέψω και μαζί θα πάμε να εξοντώσουμε το δόλιο ελάφι. Έτσι θα μείνεις ο μόνος και ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος.
Το άλογο δέχτηκε. Ο άνθρωπος το καβαλίκεψε, πήρε και το πιστό του τσιράκι, τον σκύλο και άρχισαν το κυνήγι.
Σύντομα βρήκαν το ελάφι, το καταδίωξαν και το σκότωσαν.
Πάνω από το κουφάρι του ελαφιού, το άλογο έδειξε τα δόντια του ευχαριστημένο. Ζήτησε από τον άνθρωπο να κατέβει.
Εκείνος γέλασε και του έδωσε μια καμτσικιά.
- Δεν κατάλαβες. Τώρα εγώ είμαι αυτός που δίνει τις εντολές. Προχώρα, λοιπόν.
Αν λοιπόν συμμαχήσουμε κάποια φορά με τον διάβολο, ας έχουμε υπ’ όψιν μας, πως μπορεί να μας καβαλικέψει και να γίνει ο αφέντης μας. Επιπλέον ας γνωρίζουμε, πως αν δεν σκύψουμε, κανείς δεν μπορεί να ανεβεί στην πλάτη μας!

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020

Ο παπαγάλος του Γιάννη


Κάποτε ζούσε ένας άνθρωπος, ο Γιάννης, που του άρεσε να ακούει τη διδασκαλία κάποιου σοφού, χωρίς όμως να φροντίζει να κάνει πράξη, τα όσα άκουγε.
Ο Γιάννης είχε έναν παπαγάλο, που έμαθε να μιλάει πολύ καλά και να συζητάει με τον Γιάννη. Ο παπαγάλος τον ρώτησε κάποια μέρα, για ποιον λόγο πηγαίνει να ακούσει τον σοφό και ο Γιάννης απάντησε πως τον παρακολουθεί, επειδή τον ενδιαφέρει να ακούει για τον Θεό και για την ελευθερία. Τότε ο παπαγάλος τον παρακάλεσε να ρωτήσει τον σοφό, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να απελευθερωθεί και να πετάξει ελεύθερος έξω από το κλουβί!
Ο Γιάννης λοιπόν έκανε την ερώτηση του παπαγάλου στον σοφό, ο οποίος αμέσως έπεσε κάτω στο έδαφος, χάνοντας τελείως τις αισθήσεις του. Όσοι ήταν μαζεμένοι τριγύρω κατηγόρησαν τον Γιάννη σαν υπαίτιο της λιποθυμίας του σοφού και του ζήτησαν να φύγει αμέσως. Επιστρέφοντας ο Γιάννης στο σπίτι, διηγήθηκε στον παπαγάλο όλη την ιστορία.
Το επόμενο πρωί ο Γιάννης βρήκε τον παπαγάλο ακίνητο μέσα στο κλουβί του. Υπέθεσε λοιπόν, πως ο παπαγάλος ήταν νεκρός και άνοιξε το κλουβί για να τον βγάλει έξω.
Μόλις έβγαλε τον παπαγάλο έξω, αυτός ζωντάνεψε και πέταξε ελεύθερος και προσγειώθηκε στο κλαδί ενός δέντρου, λέγοντας στον Γιάννη:
- Ακολούθησα τα λόγια του σοφού και τώρα είμαι ελεύθερος. Καλό θα ήταν, να εφαρμόζεις κι εσύ τις διδασκαλίες του!
Συμβαίνει να ακολουθούμε ένα μονοπάτι και όσες πληροφορίες μαζεύουμε από αυτό, απλώς να τις έχουμε υπόψη και να μην φροντίζουμε να τις εφαρμόζουμε, για να ελέγξουμε, αν ταιριάζουν με εμάς. Επιπλέον, ίσως να τις παπαγαλίζουμε και στο περιβάλλον μας, που αντιλαμβανόμενο την στάση μας αυτή, σκέφτεται την παροιμία, δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις. Ας έχουμε υπόψη μας, πως θεωρίες που μαθαίνουμε και δεν δοκιμάζουμε να τις εφαρμόσουμε στην δική μας ζωή, ουδεμία αξία έχουν, ούτε για εμάς, άλλα ούτε και για τους ανθρώπους του περιβάλλοντός μας!

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Η εμπειρία της σιωπής


Ο Δάσκαλος μάζεψε κάποια μέρα όλους τους μαθητές και είπε:
- Σήμερα, ξεκινώντας από αυτήν τη στιγμή, δεν πρόκειται να μιλήσουμε καθόλου για τρεις μέρες. Εάν, κατά λάθος, κάποιος πει ή ψιθυρίσει μια λέξη, θα δώσει περισσότερη προσοχή, ώστε να μην το ξανακάνει. Αφότου τελειώσουν οι τρεις μέρες, θα συζητήσουμε τις εμπειρίες μας!
Η πρώτη αντίδραση των μαθητών ήταν νευρικό γέλιο και αίσθημα αμηχανίας. Μετά από λίγο σοβαρέψανε και κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης μέρας, προσπάθησαν να παραμείνουν σε ομάδες, θεωρώντας πως έτσι, ευκολότερα μπορούν να ακολουθήσουν την προτροπή του Δασκάλου. Την επόμενη μέρα ωστόσο, οι μαθητές σιγά-σιγά άρχισαν να επικοινωνούν χωρίς λόγια και την τρίτη μέρα κατάφεραν να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο από τις εκφράσεις και τις χειρονομίες. Έτσι κατάφεραν όλοι τους να αντισταθούν στην τάση να μιλήσουν και δεν ενέδωσε κανείς.
Μετά το ηλιοβασίλεμα στην τρίτης μέρα, ο Δάσκαλος μάζεψε του μαθητές, τους συνεχάρη για την επιτυχία τους, να ακολουθήσουν την οδηγία του και ζήτησε από τον καθένα να περιγράψει την εμπειρία της σιωπής των τριών ημερών.
Ο πρώτος μαθητής, ο Γιάννης, που κλήθηκε από τον Δάσκαλο, να περιγράψει την εμπειρία του, έμεινε σιωπηλός για λίγο, αλλά δεν προξένησε καμία έκπληξη, επειδή μετά από τρεις μέρες η σιωπή φαινόταν μια φυσική κατάσταση στους μαθητές!
- Άρχισα να νιώθω ότι υπάρχω. Ποτέ ξανά δεν είχα βιώσει την αίσθηση της ύπαρξής μου. Συχνά ήταν παράξενο για μένα, όταν παρατηρούσα το σώμα μου και τις πράξεις του. Μου φαινόταν, ότι το σώμα μου ήταν ένα ξένο πράγμα, και ένιωσα ένα είδος φόβου.
Αμέσως μετά πήρε τον λόγο ο Ιωσήφ:
- A, ένιωσα γεμάτος ενέργεια. Ένιωσα νέες ενέργειες στα χέρια μου, στα πόδια μου, στα μάτια μου. Κοιμήθηκα περισσότερο και πιο βαθιά, και οσφραινόμουνα το πράσινο και τα λουλούδια πιο έντονα. Τα απολάμβανα πιο πολύ!
Συνέχισε ο Τσάρλι:
- Ένιωσα τα ίδια κι εγώ κι επίσης συνειδητοποίησα για πρώτη φορά, πόσο πολύ μιλάμε όλη τη μέρα και πόσες ανοησίες λέμε. Παρατήρησα ότι χωρίς να μιλάω, η λογική μου έγινε πιο διαυγής και η ησυχία όξυνε την ικανότητά μου, να βλέπω τα κίνητρα πίσω απ’ τις πράξεις μου και τις πράξεις των άλλων ανθρώπων επίσης.
Τον λόγο μετά πήρε ο Χάρης:
- Καθ’ όλη τη διάρκεια, είχα μια μάχη μέσα μου. Δεν μιλούσα φωναχτά στην πραγματικότητα, αλλά μέσα στο κεφάλι μου, νοητικά, είχα ένα μονόλογο. Πήρε μέχρι την τρίτη μέρα προτού να μπορέσω, να σταματήσω αυτή την εσωτερική ομιλία και να παρατηρήσω το περιβάλλον μου χωρίς αυτήν. Επίσης παρατήρησα ότι όλοι οι μαθητές, είχαμε ήρεμη διάθεση, με ελάχιστες συναισθηματικές αντιδράσεις.
- Ναι, επεσήμανε ο Δάσκαλός μας, η ομιλία συνδέεται στενά με τα συναισθήματα. Μερικές φορές δρα σαν τον αέρα πάνω στα πανιά, που σπρώχνει το πλοίο πέρα και πιο πέρα στη θάλασσα. Τώρα εσύ, αγαπητέ Λεωνίδα, ποια ήταν η εμπειρία σου;
- Α, είχε πλάκα για μένα να παρατηρώ, πως περνούσε ο καθένας την ώρα του και να αντιλαμβάνομαι, ότι καταλάβαινε ο ένας τον άλλον χωρίς λέξεις. Όλοι κοιτούσαν τη δουλειά τους και μου φαινόταν, ότι όλοι εκτελούσαν τα καθήκοντά τους.
- Εσύ Αγησίλαε, τι έχεις να μας πεις;
- Κατά τη διάρκεια των ημερών της σιωπής, η μνήμη μου έγινε πολύ καθαρή. Ανακάλεσα πολλά, πολλά γεγονότα που είχα ξεχάσει, ή που ποτέ δεν είχα συνειδητοποιήσει, πως βρισκόντουσαν στο νου μου, κάποια από αυτά ήταν ευχάριστες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας.
- Πολύ καλά, πολύ καλά. Τώρα ας ακούσουμε τελευταίο τον Μάρκο και θα κλείσουμε αυτή την ανασκόπηση, είπε ο Δάσκαλος.
- Παρατήρησα, ιδιαίτερα, ότι οι εκφράσεις του προσώπου μας, οι χειρονομίες και οι κινήσεις του σώματος ήταν γεμάτες νόημα. Δεν το είχα αντιληφθεί αυτό πρωτύτερα!
- Ενδιαφέρουσα η αντίληψή σου Μάρκο, είπε ο Δάσκαλος. Όλα όσα παρατηρήσατε όλοι σας, ήταν σημαντικά και σας συνιστώ, να κάνετε αυτή την άσκηση κάθε χρόνο μέχρι το τέλος της ζωής σας. Κάθε φορά θα ανακαλύπτετε όλο και περισσότερα πράγματα. Ξεκινήστε με μια μέρα το χρόνο, κατόπιν αυξήστε σε δύο μέρες το χρόνο και σταδιακά να προσθέτετε μια μέρα, μέχρι να αφιερώνετε μια μέρα σιωπής σε κάθε μήνα. Οι περίοδοι σιωπής θα σας βοηθήσουν να έχετε μια μακρύτερη και υγιέστερη ζωή. Θα κρατήσουν γεμάτα τα αποθέματα των φυσικών, συναισθηματικών και νοητικών σας ενεργειών. Θα δημιουργήσουν ένα πεδίο ενεργείας γύρω σας. Η φωνή σας θα γίνει πιο αποτελεσματική και διεισδυτική. Θα καταλαβαίνετε τους ανθρώπους καλύτερα. Η ευαισθησία σας στις ανθρώπινες ανάγκες θα αυξηθεί τρομερά, θα γίνετε ικανοί να προσφέρετε και αυτόματα οι άνθρωποι θα σας εμπιστεύονται. Τώρα, με σιωπή, μπορείτε να πάτε για ύπνο!

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Οι ερωτήσεις φέρνουν απαντήσεις


Κάποτε, ένας άνθρωπος στεκόταν στην κορυφή ενός ψηλού λόφου. Τρεις ταξιδιώτες που περνούσαν από εκεί και τον είδαν, άρχισαν να συζητούν γι’ αυτόν.
Ο πρώτος είπε: «Βάζω στοίχημα ότι έχει χάσει τον σκύλο του». Ο δεύτερος είπε: «Διαφωνώ, πιθανότατα ψάχνει να βρει κάποιον φίλο του». Και ο τρίτος είπε: «Εγώ νομίζω ότι κάθεται εκεί για να απολαύσει τον καθαρό αέρα».
Οι τρεις ταξιδιώτες δεν συμφωνούσαν και συνέχισαν να συζητούν μέχρι που έφτασαν στην κορυφή του λόφου.
Τότε, κάποιος από αυτούς τον ρώτησε: «Κύριε, μήπως έχετε χάσει τον σκύλο σας; Μπορώ να σας βοηθήσω;».
Εκείνος απάντησε: «Όχι, ευχαριστώ, δεν έχω χάσει τον σκύλο μου».
Ύστερα τον ρώτησε ο δεύτερος ταξιδιώτης: «Μήπως ψάχνετε για κάποιο φίλο σας;».
Ο άντρας απάντησε ξανά αρνητικά.
Τέλος, τον ρώτησε και ο τρίτος ταξιδιώτης: «Μήπως βρίσκεστε εδώ για να απολαύσετε τον καθαρό αέρα;».
«Όχι, κύριε, απάντησε εκείνος.
«Μα τότε… τι κάνετε εδώ;», ρώτησαν οι τρεις ταξιδιώτες σχεδόν ταυτόχρονα.
Ο άνθρωπος πάνω στον λόφο τους απάντησε: «Απλώς στέκομαι σε αυτό το σημείο».
Έχει ειπωθεί από πνευματικούς ανθρώπους, από την επιστήμη, από εκατοντάδες βιβλία, παραβολές και ιστορίες… «Η πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε είναι η αντανάκλαση του δικού μας περιεχομένου». Πόσες φορές κρίνουμε, βγάζουμε συμπεράσματα, κατηγορούμε άλλους ανθρώπους, χωρίς να συνειδητοποιούμε, ότι πολύ πιθανόν αυτό που παρατηρούμε ως «πραγματικότητα» είναι απλά ο δικός μας κόσμος, που αρχίζει από το πίσω μέρος του κρανίου μας και τελειώνει πίσω από τα μάτια μας!
Είναι καλό, απαραίτητο, να αναπτύξουμε τη διάκρισή μας, αλλά κάθε φορά που βγάζουμε συμπεράσματα για τους άλλους, ας έχουμε πάντα στο μυαλό μας, ότι υπάρχει ένα πολύ σοβαρό ενδεχόμενο να βλέπουμε απλά τον καλό ή κακό εαυτό μας!
Ένα απλό γεγονός, το ότι δηλαδή ένας άνθρωπος στεκόταν απλά σε ένα σημείο, οδήγησε τρεις ανθρώπους σε τρία εντελώς διαφορετικά σενάρια. Για χάρη της ιστορίας, οι φίλοι ρώτησαν τον άνθρωπο και εκείνος τους απάντησε, ότι στεκόταν απλώς σε εκείνο το σημείο. Εάν οι φίλοι είχαν προσπεράσει τον άνθρωπο και πήγαινε ο καθένας στο σπίτι του, θα διηγούνταν τρεις διαφορετικές ιστορίες, πιθανότατα προσθέτοντας και λίγη σάλτσα στην περιγραφή, για να ενισχύσουν την οπτική τους γωνία. Και κάπως έτσι δημιουργούνται ιστορίες, μύθοι, θρύλοι και εν τέλει μια ολόκληρη πραγματικότητα, την οποία αποδεχόμαστε ως αντικειμενική και περιορίζουμε τον εαυτό μας, προσπαθώντας να χωρέσουμε μέσα της.
Είναι καιρός οι άνθρωποι να αμφισβητήσουμε της «αδιάσειστες» αλήθειες. Και είναι πραγματικά απλό κι εύκολο, να το κάνουμε. Το μόνο που χρειάζεται, όπως και στην παραπάνω ιστορία, είναι να ρωτάμε.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Ο αετός και το σκαθάρι


Ένας αετός κυνηγούσε κάποτε έναν λαγό με τόσο μεγάλη ταχύτητα και επιδεξιότητα, που όλα έδειχναν, ότι το άτυχο ζώο, δεν θα αργούσε να πέσει στα νύχια του. Κατατρομαγμένος, απελπισμένος και κουρασμένος από το τρέξιμο ο λαγός συνάντησε ξαφνικά στον δρόμο του ένα μικροσκοπικό σκαθάρι και προσπέφτοντας στα πόδια του, είπε:
- Σε παρακαλώ, προστάτεψέ με από τον αετό και βοήθησέ με, να γλιτώσω τη ζωή μου.
Το σκαθάρι λυπήθηκε τον λαγό, του έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε, ότι θα του συμπαρασταθεί. Πράγματι, όταν ο αετός πλησίασε το θήραμά του το σκαθάρι μπήκε ανάμεσα σε αυτόν και το λαγό και του φώναξε:
- Αυτό το πλάσμα είναι υπό την προστασία μου. Άσε το να ζήσει και ψάξε κάπου αλλού για την τροφή σου.
Ο αετός όμως ακούγοντας τα γενναία λόγια του σκαθαριού και βλέποντας το μικρό μέγεθός του, γέλασε αυτάρεσκα, έκανε μια χαψιά το λαγό και πέταξε μακριά, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες του μικροσκοπικού εντόμου.
Το σκαθάρι όμως πήρε πολύ βαριά αυτή την προσβολή. Ανέβηκε λοιπόν στην απόκρημνη φωλιά, όπου προστάτευε τα αυγά του αετός και τα έσπρωξε όλα στον γκρεμό, για να σπάσουν!
Από τότε ο αετός δεν κατάφερε να ξαναποκτήσει παιδιά γιατί, όσο καλά και αν προστάτευε τη φωλιά του, κάθε φορά που γεννούσε αυγά και απομακρυνόταν για να βρει τροφή, το σκαθάρι ανέβαινε, πετώντας μέχρι εκεί και του τα έσπαγε όλα.
Απελπισμένος, ο αετός απευθύνθηκε στο Δία του οποίου ήταν το σύμβολο και ζήτησε την προστασία του. Ο Δίας λοιπόν πήρε τα αυγά του αετού στην αγκαλιά του και υποσχέθηκε να τα προστατεύει, μέχρι αυτά να εκκολαφθούν και να προσέχουν πλέον μόνα τους τον εαυτό τους.
Το σκαθάρι όμως δεν πτοήθηκε ούτε από τον νέο γιγαντιαίο και ισχυρό προστάτη των αυγών. Μάζεψε μια μικρή μπάλα κοπριά, πέταξε μέχρι τον Όλυμπο και την έριξε πάνω στο μπράτσο του Δία. Εκνευρισμένος τότε εκείνος, έπιασε τον βόλο αυτής της βρωμιάς με το άλλο του χέρι και τον πέταξε μακριά. Πάνω στη βιασύνη του όμως, ξέχασε τα αυγά του αετού, που κρατούσε και αυτά έπεσαν κάτω, σπάζοντας για άλλη μια φορά!
Αυτός ο μύθος ειπώθηκε από τον Αίσωπο πριν από πολλούς αιώνες. Η υπεροψία των πλούσιων και ισχυρών όμως, που νομίζουν ότι η δύναμή τους και μόνο αρκεί για να υποτάξει τον φτωχό και τον αδύνατο, εξακολουθεί να ματώνει αθώους και από τις δύο πλευρές.
Όσοι από εμάς θεωρούμε, πως δεν είμαστε αρκετά δυνατοί, για να σταματήσουμε το κακό, ας εφιστούμε την προσοχή στο περιβάλλον μας, σχολιάζοντας τη ματαιότητά του!

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

Χείρα βοηθείας



Κάποτε, μια μητέρα που επιθυμούσε να ενθαρρύνει τον γιο της, ο οποίος μάθαινε πιάνο, αγόρασε εισιτήρια για μια παράσταση που θα έδινε κάποιος διάσημος πιανίστας. Όταν έφτασαν στην αίθουσα συναυλιών, κάθισαν στις μπροστινές θέσεις και κοίταξαν το πιάνο, που βρισκόταν πάνω στη σκηνή. Ύστερα από λίγο η μητέρα έπιασε κουβέντα με έναν φίλο και το αγόρι βρήκε την ευκαιρία, να ξεγλιστρήσει.
Μόλις πλησίασε η ώρα έναρξης της συναυλίας, τα φώτα στην αίθουσα άρχισαν να χαμηλώνουν, άναψαν οι προβολείς και μόνο τότε όλοι παρατήρησαν το αγόρι, που καθόταν στο πιάνο και προσπαθούσε να παίξει ένα νανούρισμα. Η μητέρα του ένιωσε πολύ αμήχανα, αλλά προτού προλάβει να αντιδράσει, εμφανίστηκε στη σκηνή ο πιανίστας και πλησίασε γρήγορα το πιάνο.
Ο πιανίστας ψιθύρισε σιγανά στο αγόρι:
- Μην σταματάς. Συνέχισε να παίζεις!
Ύστερα, άρχισε να συνοδεύει το αγόρι στη μελωδία με το αριστερό του χέρι. Σύντομα, χρησιμοποιώντας και τα δυο του χέρια έφτιαξε μια αυτοσχέδια κι ευχάριστη μουσική συνοδεία. Μαζί, ο έμπειρος πιανίστας και ο νεαρός αρχάριος μάγεψαν το πλήθος με την όμορφη μουσική τους!
Σε όλη μας τη ζωή λαμβάνουμε κάποια χείρα βοηθείας, μερικές φορές το συνειδητοποιούμε, άλλες όχι. Επίσης, κι εμείς οι ίδιοι έχουμε αμέτρητες ευκαιρίες να βοηθήσουμε τους άλλους, μερικές φορές θα θέλαμε να αναγνωρίσουν τη βοήθειά μας, άλλες όχι. Τα περισσότερα από αυτά που καταφέρνουμε, είναι επειδή μαθαίνουμε από τους άλλους κι έχουμε την υποστήριξή τους.
Ας προσφέρουμε λοιπόν όπου μπορούμε μια χείρα βοηθείας, γνωρίζοντας πως βοηθώντας τους άλλους, βοηθάμε και τους εαυτούς μας!

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

Η σφαγή του Διστόμου και ο Ελληνικός Πολιτισμός


Όταν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, δεν πήγαν και τόσο καλά τα πράγματα, αφού μια γερμανική μονάδα κατάφερε να περικυκλωθεί από αντάρτες ακριβώς στην περιοχή του Διστόμου. Σκέφτηκα, ότι αυτό ίσως θεωρηθεί από τους Έλληνες ως ευκαιρία για αιματηρή εκδίκηση, πόσο μάλλον που η περιοχή εδώ και καιρό είχε αποκοπεί από κάθε παροχή βοήθειας σε τρόφιμα. Ετοίμασα λοιπόν φορτηγά με τα αναγκαία τρόφιμα, έστειλα μήνυμα στο Δίστομο για την άφιξή μας και έτσι βρεθήκαμε στο δρόμο για εκεί, για άλλη μια φορά, η Κλειώ και εγώ.
Όταν φτάσαμε στα όρια του χωριού, μας συνάντησε μια επιτροπή, με τον παπά στη μέση. Έναν παλαιών αρχών πατριάρχη, με μακριά, κυματιστή, λευκή γενειάδα. Δίπλα του στεκόταν ο αρχηγός των ανταρτών, με πλήρη εξάρτυση. Ο παπάς πήρε το λόγο και μας ευχαρίστησε εκ μέρους όλων που ήρθαμε με τρόφιμα. Μετά πρόσθεσε: «Εδώ είμαστε όλοι πεινασμένοι, τόσο εμείς οι ίδιοι, όσο και οι Γερμανοί αιχμάλωτοι. Τώρα, εάν εμείς λιμοκτονούμε, είμαστε τουλάχιστον στον τόπο μας. Οι Γερμανοί δεν έχουν χάσει μόνο τον πόλεμο, είναι επιπλέον και μακριά από την πατρίδα τους. Δώστε τους το φαγητό που έχετε μαζί σας, έχουν μακρύ δρόμο μπροστά τους». Σ’ αυτή του τη φράση γύρισε η Κλειώ το βλέμμα της και με κοίταξε. Υποψιαζόμουν τι ήθελε να μου πει με αυτό το βλέμμα, αλλά δεν έβλεπα πλέον καθαρά. Απλά στεκόμουν κι έκλαιγα!
{ Ο επικεφαλής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα, Σουηδός Στούρε Λιννέρ, γράφει για το Δίστομο στο βιβλίο του «Η Οδύσσειά μου» }
Ο νεαρός αθλητής


Ο μύθος αναφέρει για κάποιον νεαρό αθλητή, που επιζητούσε συνεχώς τη δόξα και η νίκη σήμαινε τα πάντα γι’ αυτόν.
Κάποιος γέροντας σοφός, συγγενής της οικογενείας του νεαρού αθλητή, ήρθε για να παρακολουθήσει έναν αγώνα δρόμου, που γινότανε στην ιδιαίτερη πατρίδα του αθλητή. Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί, για να παρακολουθήσει να αγωνίζεται ένα δικό τους παιδί, από τα δικά τους μέρη, προσδοκώντας να δούνε τον νεαρό αθλητή να νικάει.
Ο αγώνας ξεκίνησε και φαινόταν δύσκολος, αλλά ο νεαρός αρκετά σίγουρος για τον εαυτό του και τις δυνάμεις του κι αποφασισμένος να νικήσει, τελικά τερμάτισε πρώτος. Το πλήθος ενθουσιασμένο ζητωκραύγαζε και τον επευφημούσε. Ο σοφός γέρος όμως παρέμεινε σιωπηλός, χωρίς να εκφράσει την παραμικρή αντίδραση. Φυσικά, ο νεαρός ακόμα κι έτσι ένιωθε υπερήφανος και σπουδαίος.
Όταν ξεκίνησε ο δεύτερος αγώνας, ο νεαρός αθλητής κατάφερε να τερματίσει ξανά πρώτος και να νικήσει τους άλλους δυνατούς αθλητές. Το πλήθος τον αποθέωσε ξανά ενώ ο σοφός γέρος παρέμεινε και πάλι σιωπηλός. Εκείνος πάντως, δεν έπαψε να αισθάνεται υπερήφανος και σπουδαίος.
Τότε ο νεαρός άρχισε να ζητά να γίνει και τρίτος αγώνας, αλλά δεν απέμεναν άλλοι αθλητές για να τον συναγωνιστούν. Εκείνη τη στιγμή ο σοφός γέρος έφερε μπροστά του δύο καινούριους αντιπάλους, μια ηλικιωμένη και ασθενική γυναίκα κι έναν τυφλό. Ο νεαρός απόρησε κι άρχισε να διαμαρτύρεται, αλλά ο σοφός επέμενε κι έτσι ο αγώνας ξεκίνησε. Ο μοναδικός που τερμάτισε ήταν εκείνος, αφού οι άλλοι δύο στέκονταν ακόμα στη γραμμή εκκίνησης. Ο νεαρός πλέον ήταν κατενθουσιασμένος, ο κόσμος όμως αυτή τη φορά παρέμεινε σιωπηλός.
- Τι συμβαίνει; Γιατί οι άνθρωποι δεν χαίρονται με την επιτυχία μου;
- Επανέλαβε τον αγώνα, του απάντησε ο σοφός, αλλά αυτή τη φορά φρόντισε να φτάσετε στο τέρμα και οι τρεις μαζί!
Ο νεαρός, αφού σκέφτηκε λίγο, στάθηκε ανάμεσα στον τυφλό και την ηλικιωμένη γυναίκα και τους πήρε από το χέρι. Ο αγώνας ξεκίνησε και αυτός άρχισε να περπατά πολύ αργά, οδηγώντας και τους άλλους δύο μέχρι τη γραμμή τερματισμού. Όταν πέρασαν την γραμμή τερματισμού, το πλήθος άρχισε ενθουσιασμένο να τον επευφημεί. Ο σοφός χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι του. Ο νεαρός ένιωθε υπερήφανος για άλλη μια φορά.
- Δεν καταλαβαίνω! Για ποιόν ζητωκραυγάζει το πλήθος; Για ποιόν από τους τρεις;
Ο σοφός γέρος τον κοίταξε στα μάτια, έβαλε τα χέρια του στους ώμους του και του απάντησε:
- Νεαρέ μου, σε αυτόν τον αγώνα κέρδισες πολύ περισσότερα, απ’ όσα έχεις κερδίσει σε όλους τους άλλους. Για την συμπεριφορά σου ζητωκραυγάζει το πλήθος κι όχι για τον νικητή!
Πολλές φορές το ευ αγωνίζεσθαι, συγκινεί τους θεατές, περισσότερο από ότι η νίκη και για τον λόγο αυτόν μένει για καιρό στη μνήμη τους.

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

Στην αγκαλιά του Θεού


Μια νύχτα κάποιος άνθρωπος ονειρεύτηκε, ότι περπατούσε στην παραλία μαζί με τον Θεό. Στον ουρανό άστραφταν σκηνές από την ζωή του. Για κάθε σκηνή παρατήρησε δύο ζευγάρια από χνάρια πάνω στην άμμο. Το ένα ανήκε σε αυτόν και το άλλο ανήκε στον Θεό.
Όταν η τελευταία σκηνή της ζωής του άστραψε εμπρός του, εκείνος κοίταξε πίσω στα χνάρια της άμμου. Παρατήρησε, ότι πολλές φορές στο μονοπάτι της ζωής του υπήρχε μόνο το ένα ζευγάρι από τα χνάρια. Παρατήρησε ακόμα, ότι τούτο συνέβαινε στις χειρότερες και πιο θλιβερές στιγμές της ζωής του.
Αυτό στ’ αλήθεια τον ενόχλησε και ρώτησε τον Θεό σχετικά με αυτό:
- Θεέ μου, είπες ότι εφ’ όσον αποφάσισα να σε ακολουθήσω, Εσύ θα περπατούσες μαζί μου σε όλη τη διάρκεια του διαδρομής. Παρατήρησα όμως, πως στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου υπάρχει μόνο ένα ζευγάρι χνάρια στην άμμο. Δεν καταλαβαίνω, γιατί όταν σε χρειαζόμουν περισσότερο, Εσύ με εγκατέλειψες».
- Αγαπημένε μου, ακριβέ μου γιε, Εγώ σ’ αγαπώ και ποτέ δεν θα σε εγκατέλειπα. Τις στιγμές της δοκιμασίας και του πόνου σου, εκεί που βλέπεις μόνο το ένα ζευγάρι από τα χνάρια στην άμμο, είναι τότε που Εγώ, σε κουβαλούσα στην αγκαλιά μου!

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Τι δεν είναι βάρος


Υπήρχε ένας Ινδός ασκητής, που ξεκίνησε πριν πολλά χρόνια για ένα προσκύνημα στους ινδικούς ιερούς ναούς στα Ιμαλάια. Είναι πολύ δύσκολη διαδρομή για να φτάσει κανείς στους ναούς αυτούς κι εκείνη την εποχή ήταν ακόμη πιο δύσκολη. Τα μονοπάτια είναι στενά, καλυμμένα από αιώνιο χιόνι, στο πλάι υπάρχουν γκρεμοί βάθους χιλιάδων μέτρων, λίγο να γλιστρούσαν τα πόδια κι έπεφτες.
Ο προσκυνητής είχε κουραστεί αρκετά, αν και κουβαλούσε λίγες αποσκευές, διότι το να κουβαλήσεις πολλές αποσκευές σε εκείνα τα ύψη, κάνει το βάδισμα πολύ πιο επίπονο. Καθώς ο αέρας λιγοστεύει, ακόμη και να ανασάνεις γίνεται δύσκολο. Μπροστά του, είδε ένα κορίτσι, όχι μεγαλύτερο από δέκα ετών, να κουβαλά ένα μικρό αγόρι, πολύ παχύ, στους ώμους της. Ίδρωνε, ανέπνεε βαριά, κι όταν ο προσκυνητής πέρασε δίπλα της, της είπε:
- Κόρη μου, πρέπει να είσαι κουρασμένη. Κουβαλάς τόσο βάρος!
Το κορίτσι απάντησε κάπως απότομα:
- Εσύ κουβαλάς βάρος. Εγώ κουβαλάω τον μικρό μου αδελφό και δεν μου είναι βάρος!
Στη ζυγαριά βέβαια, δεν φαίνεται η διαφορά είτε βάλεις το μικρό σου αδελφό είτε μια βαλίτσα, δεν έχει σημασία, η ζυγαριά θα δείξει βάρος. Η καρδιά όμως δεν είναι ζυγαριά. Το κορίτσι είχε δίκιο:
- Εσύ κουβαλάς βάρος, όχι εγώ. Αυτός είναι ο μικρότερος αδελφός μου και τον αγαπάω!

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Το καλάθι με τα ψάρια


Υπάρχει μια παλιά Ινδική ιστορία για μια φτωχή γυναίκα που πουλούσε ψάρια.
Μια μέρα έβρεχε πολύ και η γυναίκα αυτή με το καλάθι της που είχε ψάρια, βρήκε καταφύγιο κάτω από ένα δέντρο, μπροστά από το σπίτι ενός μεγάλου έμπορου λουλουδιών. Η καταιγίδα ήταν πολύ δυνατή και καθώς άρχισε να σκοτεινιάζει, ο ανθοπώλης συμφώνησε, να την φιλοξενήσει στην αποθήκη, που είχε στην αυλή, για περάσει τη νύχτα.
Η γυναίκα κοιμήθηκε στο έδαφος, όπως συνηθίζεται στην Ινδία. Όσο κοιμόταν είχε αφήσει το καλάθι με τα ψάρια στο πλευρό της. Στη μέση της νύχτας, οι υπάλληλοι του ανθοπώλη άρχισαν να στοιβάζουν φρέσκα γιασεμιά μέσα στην αποθήκη. Όταν δεν είχαν άλλο χώρο να στοιβάξουν τα λουλούδια, κάποιος μετακίνησε το καλάθι με τα ψάρια από δίπλα της και το έβαλε μακριά από αυτήν στην γωνία του δωματίου.
Η ώρα περνούσε και η έντονη μυρωδιά από τα φρέσκα γιασεμιά πλημμύρισε το δωμάτιο. Η γυναίκα ξύπνησε από τον ύπνο, νιώθοντας ένα αίσθημα δυσφορίας. Αντιλήφθηκε πως την δυσφορία της την προξένησε η οσμή των φρέσκων γιασεμιών! Ήταν συνηθισμένη να κοιμάται κάθε βράδυ με τη φρικτή μυρωδιά των ψόφιων ψαριών. Όταν αυτή η μυρωδιά έφυγε και το ευωδιαστό άρωμα των φρέσκων γιασεμιών εισχώρησε στους οσφρητικούς τις αδένες, το σώμα αντέδρασε, ξύπνησε και δυσφόρησε! Μισοζαλισμένη πήγε κοντά στο καλάθι με τα μπαγιάτικα ψάρια της και κοιμήθηκε εκεί. Το πρωί ξύπνησε και πήρε το δρόμο της.
Όλοι μας κρατάμε διαφορετικά καλάθια με ψάρια κοντά στο στήθος μας. Ο καθένας ξέρει, ότι πολύ λίγα πράγματα μυρίζουν χειρότερα από τα ψόφια ψάρια και επίσης γνωρίζουμε, πόσο υπέροχα μυρίζει το γιασεμί. Κι εξακολουθούμε να μη θέλουμε να απαλλαγούμε από τα καλάθια με ψάρια μας και να απολαύσουμε το φρέσκο άρωμα των γιασεμιών. Αυτό συμβαίνει εξ αιτίας της δύναμης της συνήθειας.
Δυσκολευόμαστε να απαλλαγούμε από τις παλιές συνήθειες και τάσεις. Μπορεί να δυσφορούμε εξ αιτίας τους, αλλά δεν προχωράμε στην αλλαγή τους, φοβούμενοι το άγνωστο. Κανείς μας δεν θέλει να ξεβολευτεί. Τα μυαλά μας δεν δέχονται νέους τρόπους σκέψης. Αυτό το ξέρουμε καλά. Δεν μας πειράζει να γυρίζουμε ξανά και ξανά σε φαύλους κύκλους, εφ’ όσον είμαστε σε οικείο έδαφος, αλλά δεν θέλουμε να ρισκάρουμε, δοκιμάζοντας νέους τρόπους να κάνουμε πράγματα.
Είναι πάντα οι άνθρωποι που αμφισβητούν τις συμβάσεις και σκέφτονται διαφορετικά, οι τολμηροί, αυτοί τα γερά νεύρα και τις μεγάλες αντοχές, που πάνε μπροστά, βρίσκοντας νέους τρόπους, για να λύνουν παλιά προβλήματα.
Δεν υποστηρίζει κανείς, πως δεν πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί, ακόμη και να αμφισβητούμε τις νέες ιδέες. Αν χρησιμοποιούμε καθιερωμένη μεθοδολογία, η οποία αντιλαμβανόμαστε, πως μας εξυπηρετεί όλο και λιγότερο και κάτι νέο προκύψει, χρειάζεται να βάζουμε τη νέα πρόταση κάτω από το μικροσκόπιο, για μια ενδελεχή ανάλυση. Η άμεση και χωρίς αμφισβήτηση αποδοχή, δεν είναι σημάδι ενός υγιούς ορθολογικού μυαλού, αλλά δεν μπορούμε να απορρίψουμε κάτι μόνο και μόνο, επειδή είναι καινούριο, ακόμη περισσότερο όταν το παλιό παύει να μας χρησιμεύει.
Οι άνθρωποι που έχουν συνηθίσει να βάζουν το μυαλό τους σε νέα κανάλια σκέψης, δεν έχουν κανένα πρόβλημα στην αξιολόγηση νέων ιδεών. Ας επιχειρήσουμε να τους μοιάσουμε!