Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Οι δώδεκα μήνες


Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα, φτωχιά, με πέντε παιδιά, μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, για να της ζυμώσει και να ψήσει το ψωμί της. Η αρχόντισσα δεν έδινε τίποτε για τον κόπο της στην φτωχιά. Η χήρα λοιπόν έφευγε από το σπίτι της γειτόνισσας με τα ζυμάρια στα χέρια, ερχότανε στο δικό της σπίτι, τα έπλυνε με καθαρό νερό , κείνο το νερό το έβραζε, γινόταν σαν χυλός και έδινε να φάνε τα παιδιά της!
Με αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα τα παιδιά, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και να έρθει πάλι η μάνα τους με τ' άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό!
Το παράξενο ήταν πως τα παιδιά της φτωχιάς χήρας φαινότανε καλοταϊσμένα και στρουμπουλά σε αντίθεση με τα παιδιά της γειτόνισσας , που ήταν αδύνατα σαν τσίροι.
- Θρέβονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι' αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν, είπαν οι κακοπροαίρετοι στην αρχόντισσα κι αυτή τους πίστεψε!
Την επόμενη φορά που φώναξε την φτωχιά να της ζυμώσει ψωμί, δεν την επέτρεψε να φύγει με άνιφτα χέρια, μόνο την έβαλε και νίφτηκε καλά-καλά, για ν' απομείνει η τύχη μέσα στο σπίτι της.
Τα παιδιά της χήρας, άμα την είδαν και δεν είχαν τα χέρια της ζυμάρια, αρχίσανε να κλαίνε. Κι από ένα μέρος κλαίγανε τα παιδιά κι από τ' άλλο η μάνα. Τέλος αυτή σα μεγάλη έκανε σίδερο την καρδιά της και μέρωσε και είπε στα παιδιά της:
- Μερώστε, παιδιά μου, και μην κλαίτε και θα σας βρω ένα κομμάτι ψωμί να σας φέρω.
Κει που πήγαινε στην έρημο τη νύχτα, βλέπει στημένη μια σκηνή να φεγγοβολά. Πλησιάζοντας πρόσεξε πως μέσα στην φωτισμένη τέντα καθότανε δώδεκα παλληκάρια και μιλούσανε μεταξύ τους.
Η τέντα ήταν στρογγυλή και στο έμπασμα της τέντας από δεξιά καθότανε τρία παλληκάρια, που στα χέρια τους βαστούσαν τρυφερά χορτάρια κι άνθια από λουλούδια. Στην συνέχεια καθότανε άλλα τρία, που βαστούσαν στα χέρια τους στάχυα ξερά. Παρακάτω καθότανε άλλα τρία παλληκάρια και βαστούσαν στο χέρι τους από ένα τσαμπί σταφύλι. Τέλος καθότανε και άλλα τρία παλληκάρια, που ήταν φανερό πως κρύωναν, επειδή τουρτούριζαν!
Άμα την είδαν τα παλληκάρια τη γυναίκα, είπαν:
- Καλώς τη θείτσα, κάθισε.
Κι η γυναίκα, αφού τα χαιρέτησε, κάθισε κι αφηγήθηκε την κατάστασή της και τα βάσανά της. Τα παλληκάρια την λυπηθήκανε και αυτοί που τουρτούριζαν αμέσως σηκωθήκανε και της φέρανε φαγητό να φάει. Η χήρα πρόσεξε με λύπη της , πως το ένα παλληκάρι κούτσαινε λιγάκι!
Όταν απόσωσε το φαγητό της τα παλληκάρια με τα άνθια στα χέρια την ρώτησαν.
- Ε, θείτσα, πώς περνάτε με τους μήνες του χρόνου; Πώς σας φαίνεται ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης;
- Καλά περνούμε παιδιά μου, αποκρίθηκεν η χήρα και μάλιστα, αφού έρθουν αυτοί οι μήνες, πρασινίζουν τα βουνά κι οι κάμποι και στολίζεται η γης με λογιών των λογιών λουλούδια και βγαίνει μια μοσκοβολάδα, που ανασταίνεται ο άνθρωπος. Αν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε για τους μήνες αυτούς, να πέσει φωτιά να μας κάψει!
Με τη σειρά τους πήραν τον λόγο τα παλληκάρια με τα στάχυα στα χέρια και την ρώτησαν, πως της φαίνονται ο Θεριστής, ο Αλωνιστής κι ο Αύγουστος , μετά αυτά που κρατούσανε τα τσαμπιά με τα σταφύλια, ρωτήσανε την γνώμη της για τους μήνες Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη και τελευταία αυτά που της έφεραν κι έφαγε, θέλανε να μάθουνε σχετικά για τους μήνες Δεκέμβρη, Γενάρη και Φλεβάρη.
Σε όλους απάντησε η φτωχιά περιγράφοντας με τα καλύτερα λόγια τους αντίστοιχους μήνες:
- A! Οι μήνες πολύ μας αγαπούν κι εμείς πολύ τους αγαπούμε. Όλοι οι μήνες καλοί κι άξιοι είναι και κάνουν κάθε ένας τη δουλειά, που τους πρόσταξεν ο Θεός. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε καλοί!
- Άιντε τώρα θείτσα, πάρε αυτήν τη στάμνα και πήγαινε στο σπίτι σου, να ζήσεις τα παιδιά σου.
Και ίσια-ίσια την ώρα που χάραξε, ήρθε κι αυτή στο σπίτι της κι ηύρε τα παιδιά της ακόμα και κοιμόντανε. Κι άπλωσε ένα σεντόνι κι άδειασε τη στάμνα κι είδε πως ήταν γεμάτη φλουριά και κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά της.
Αμέσως πήγε στην αγορά κι αγόρασε τρόφιμα για να ταΐσει τα παιδιά της. Στην αγορά συνάντησε την γειτόνισσά της την αρχόντισσα , που περίεργη την ρώτησε, που βρήκε φλουριά, για να αγοράσει πράγματα. Η αγαθή η φτωχιά είπε όλη την αλήθεια!
Ζήλεψε η αρχόντισσα κι έβαλε στο νου της να πάει και κείνη σε κείνα τα παλληκάρια. Εύκολα βρήκε τον δρόμο για την σκηνή των παλληκαριών και τους χαιρέτησε, μπαίνοντας μέσα.
- Καλώς την αρχόντισσα, πώς ήταν και καταδέχτηκες και μας ήρθες;
- Δεν είμαι αρχόντισσα, λάθος κάνετε , είμαι φτωχιά, αποκρίθηκε, κι ήρθα να με βοηθήσετε.
- Πολύ καλά, είπαν· πεινάς; θέλεις να φας;
- Όχι, σας ευχαριστώ, είπε, είμαι χορτάτη.
- Πολύ καλά, είπαν τα παλληκάρια, και πώς περνάτε στη χώρα;
- Μη χειρότερα, αποκρίνεται.
- Εμ, πώς περνάτε με τους μήνες; ξαναρωτήσανε.
- Πώς να περάσουμε, αποκρίθηκεν εκείνη. Ο κάθε ένας τους έχει και το κουσούρι του. Ενώ από τον Αύγουστο είμαστε συνηθισμένοι στη ζέστα, έρχεται μάνι-μάνι ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης κι ο Νοέμβρης και μας κρυώνουν και μας πουντιάζουν. Ύστερα μπαίνουν οι χειμωνιάτικοι οι μήνες Δεκέμβρης, Γενάρης και Φλεβάρης, μας παγώνουν, γεμίζουν οι δρόμοι χιόνια και δεν μπορούμε να βγούμε όξω, ο χειρότερος είναι ο Κουτσοφλέβαρος!... Αμ' κείνοι πάλι οι ξεμωραμένοι μήνες, Μάρτης, Απρίλης και Μάης! Δεν το νιώθουν πως είναι καλοκαιρινοί μήνες, μόνο θέλουν να κάνουν κι αυτοί σαν τους χειμωνιάτικους και καταντούν τον χειμώνα να κρατάει εννιά μήνες. Ύστερα έρχονται ο μήνες Θεριστής, Αλωνιστής και Αύγουστος. Αυτοί πάλι έχουν μανία να μας πνίγουν στον ίδρωτα, με τη ζέστα που κάνουν! Τι να σας πω, παλληκάρια. Περνούμε απαίσια με κάθε μήνα και με όλους μαζί!
- Πάρε αυτό το σταμνί κι όταν θα πας στο σπίτι σου, να σφαλιστείς μονάχη σ' ένα δωμάτιο και να τ' αδειάσεις, της είπαν τα παλληκάρια. Στο δρόμο μην τύχει και τ' ανοίξεις.
Επέστρεψε λοιπόν η αρχόντισσα στο σπίτι της, σφαλίστηκε σ' ένα δωμάτιο ολομόναχη και άπλωσε ένα σεντόνι και ξετάπωσε τη στάμνα και την άδειασε. Φίδια πεταχτήκανε από μέσα και όρμησαν και την έφαγαν ζωντανή! Κι έμειναν τα παιδιά της ορφανά!
Η φτωχιά όμως με την αγαθή της την καρδιά και με την γλυκιά της λαλιά πλουσίεψε και γίνηκε μεγάλη αρχόντισσα και πρόκοψε και τα παιδιά της.
Να! Αυτό είναι που λένε «καλά υστερνά να έχεις» ή «μηδένα προ του τέλους μακάριζε!»