Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

Έχε υπομονή


Κολλημένη πάνω σ’ ένα φύλλο η κάμπια, με ενδιαφέρον κοιτούσε τα έντομα, που τραγουδούσανε, έτρεχαν, πηδούσανε, πετούσανε. Όλα γύρω της ήταν σε κίνηση. Μόνο αυτή η καημένη δεν μπορούσε ούτε να βγάλει κάποιο ήχο, ούτε να τρέξει, ούτε να πετάξει. Με πολλές δυσκολίες μπορούσε μόνο να σέρνεται. Και ως που να μετακινηθεί από ένα φύλλο στο άλλο, της φαινόταν σαν να έκανε τον γύρο του κόσμου.
Παρ’ όλ’ αυτά δεν παραπονιόταν, δεν ζήλευε κανέναν, κατανοώντας πως ο καθένας πρέπει να κάνει, αυτό που μπορεί. Γνώριζε ότι ως κάμπια, πρέπει να μάθει να υφαίνει πολύ λεπτά μεταξένια νήματα, για να πλέκει μ’ αυτά το σπιτάκι-κουκούλι της.
Χωρίς πολλές κουβέντες η κάμπια άρχισε με υπομονή και επιμέλεια, να εκτελεί το έργο της και την κατάλληλη στιγμή ήταν τυλιγμένη ολόκληρη μέσα στο θερμό κουκούλι.
- Και μετά τι; Ρώτησε η κάμπια, αποκομμένη μέσα στο κουκούλι της από τον υπόλοιπο κόσμο.
- Όλα έχουν τη σειρά τους, άκουσε την απάντηση, να έχεις υπομονή και θα δεις.
Ήρθε ο χρόνος και η κάμπια ξύπνησε και ανακάλυψε, πως τώρα δεν είναι εκείνη η δυσκίνητη κάμπια. Γρήγορα και με επιδεξιότητα βγήκε από το κουκούλι και με έκπληξη αντιλήφθηκε, πως έχει δυο ελαφρά και φανταχτερά φτερά. Με χαρά και ενθουσιασμό κούνησε τα φτερά της και σαν πούπουλο τινάχτηκε και πέταξε ψηλά στον αέρα μέσα στην γαλάζια αχλή.
Είχε υπομονή !
Ο Άνθρωπος και η Δημιουργία


Μετά από τη Γη ο Θεός δημιούργησε το Νερό, το οποίο γέννησε τον Αέρα και μετά ο Θεός δημιούργησε την Χλωρίδα και την Πανίδα.
Πολλά εκατομμύρια χρόνια ο Θεός θαύμαζε το Δημιούργημά του. Η Γη ήταν το καμάρι του σε ολόκληρο το σύμπαν !
Σε μια στιγμή χαλαρότητας αποφάσισε να δημιουργήσει από το Νερό και τον Αέρα τους ανθρώπους και το μόνο που τους έδωσε, ήταν η καρδιά. Με αυτήν την καρδιά οι άνθρωποι γνώρισαν το ένα και μοναδικό συναίσθημα, την Αγάπη. Την Αγάπη για τον Θεό, την Φύση, τους συνανθρώπους τους.
Πέρασαν μερικά εκατομμύρια χρόνια. Όλα λειτουργούσαν θαυμάσια πάνω στη Γη, αλλά κάποια στιγμή ο Θεός αποφάσισε να δώσει στους ανθρώπους λίγο Μυαλό, από αυτό που είχε μόνο Εκείνος σε ολόκληρη τη Δημιουργία του.
Χρειάστηκαν μόνο μερικές χιλιάδες χρόνια και ο άνθρωπος αναζητώντας εξουσία, πλούτη, ευτυχία, με απληστία εξοντώνει την Πανίδα και καταστρέφει την Χλωρίδα, μολύνει το Νερό και τον Αέρα και με το λίγο μυαλό που έχει, αμφισβητεί ακόμα και τον ίδιο τον Δημιουργό του !
Και τώρα σκεφτικός, ο Παντοδύναμος αναρωτιέται, τι να κάνει :
Να δώσει στον άνθρωπο περισσότερο μυαλό ή να πάρει πίσω και αυτό που του έδωσε;
Πως χάθηκε η Ατλαντίδα



Η Ατλαντίδα ήταν ο καθρέπτης του Ήλιου. Δεν υπήρχε πιο όμορφη χώρα σ’ όλη την οικουμένη. Ο Αίγυπτος και η Βαβυλωνία θαύμαζαν τα πλούτη και τους ανθρώπους της Ατλαντίδας, τις μεγαλοπρεπείς πολιτείες τους και την σοφία του βασιλιά τους.
Όλοι οι ξένοι υμνούσαν τον σοφό βασιλιά τους, που με αυταπάρνηση εδώ και δεκαετίες υπηρετούσε το λαό της Ατλαντίδας με αγάπη και καλοσύνη και πότε-πότε με αυστηρότητα και σιδερένια θέληση. Ο καθένας ήταν σαν αδελφός του, για τον καθένα είχε να πει λόγια καλοσύνης. Ο λαός λάτρευε τον δίκαιο βασιλιά του, ο οποίος πάντοτε μεριμνούσε και αντιμετώπιζε πετυχημένα τα προβλήματα του λαού του.
Ο κόσμος δεν πήγαινε στους ναούς, όλοι πήγαιναν στον αγαπημένο βασιλιά τους. Ο λαός έλεγε:
- Είναι ο Ήλιος μας, είναι τα μάτια μας, είναι το χαμόγελό μας. Δόξα στον αγαπημένο βασιλιά μας!
Όμως ήρθε η τελευταία του μέρα και ο βασιλιάς αδύναμος κειτόταν μέσα στο παλάτι του. Όλοι οι κάτοικοι της Ατλαντίδας συγκεντρώθηκαν μέσα και έξω από το παλάτι του και έλεγαν κλαίγοντας :
- Μη φεύγεις αγαπημένε βασιλιά μας! Ήρθαμε να διώξουμε το θάνατο. Σήκω και κοίτα, όλη η Ατλαντίδα ήρθε να σε προστατέψει, να σου δείξει την αγάπη της. Ο λαός σου γέμισε όλη την πόλη μέχρι τη θάλασσα και όλοι οι υπήκοοί σου κλαίνε και σε ικετεύουν, να μη φύγεις.
Ο βασιλιάς έγνεψε τον Μεγάλο Ιερέα και ήθελε να πει τα τελευταία του λόγια, την τελευταία του θέληση και ζήτησε, ο κόσμος να βγει για λίγο από το παλάτι του. Όμως κανένας δεν έκανε βήμα πίσω, κανένας δεν έφευγε. Ήταν σαν να είναι όλοι βουβοί και κουφοί.
Τότε ο βασιλιάς σήκωσε το κεφάλι του και παρακάλεσε να βγούνε από το παλάτι του, για να πει στον Μεγάλο Ιερέα την τελευταία του επιθυμία. Και ξανά κανένας δεν κουνήθηκε, σαν να ήταν κουφοί και προσπαθούσαν να πιάσουν το βλέμμα του αγαπημένου τους βασιλιά.
Και τότε… Ο βασιλιάς με μεγάλη δυσκολία σηκώθηκε και κάθισε πάνω στο κρεβάτι του και είπε:
- Δεν φύγατε; Δε θέλετε να φύγετε; Είστε ακόμη εδώ; Τώρα κατάλαβα. Σας μισώ! Απορρίπτω την αγάπη σας. Μου πήρατε τα πάντα. Πήρατε την παιδική μου χαρά, που δεν γνώρισα ποτέ. Εσείς ήταν εκείνοι, που με αγαλλίαση δεχτήκατε την απόφασή μου, να μείνω για χάρη σας ανύπαντρος και μόνος , ώστε απερίσπαστος να μεριμνώ για τα δικά σας συμφέροντα όλη μου τη ζωή . Στην ώριμή μου ηλικία , όταν αποζητούσα την γαλήνη και την ηρεμία , εσείς ήσασταν, που με θορύβους και κραυγές με εμποδίζατε να ηρεμήσω. Ακόμη και τώρα , την τελευταία μου ώρα , περιφρονάτε την ανάγκη μου να μείνω μόνος, που σας φωνάζω από το νεκροκρέβατο μου. Μόνο με την επίτευξη της δική σας ευτυχία και την αποφυγή του δικού σας πόνου , ασχολιόμουνα σε όλο μου τον βίο. Μόνο τα δικά σας λόγια άκουγα όλη μου τη ζωή. Εσείς αρπάξατε τον Ήλιο μου! Δεν έβλεπα Ήλιο, μόνο τις σκιές σας έβλεπα. Ο ορίζοντας, ο μακρινός ορίζοντας, το σύνορο του καταγάλανου ουρανού και της γαλάζιας θάλασσας ! Εσείς δε με αφήσατε , ούτε καν να πάω να τον πλησιάζω. Κερδίσατε! Δεν πρόκειται, να περπατήσω μέσα στο καταπράσινο λιβάδι. Δεν ανέβηκα ποτέ σε κάποιο βουνό, δε με αφήσατε να κολυμπήσω μέσα στα κύματα της θάλασσας, δε μου δώσατε ελεύθερό χρόνο να κοιτάξω τον έναστρο ουρανό και την λαμπερή σελήνη. Κερδίσατε! Μου τα κλέψατε όλα. Σας μισώ! Ακόμη κι αν νιώθετε κάποια συμπάθεια για εμένα , αρνιέμαι και την ίδια σας την αγάπη.
Με τα λόγια αυτά ο βασιλιάς έγειρε στο κρεβάτι του και άφησε την τελευταία του πνοή. Εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε από την θάλασσα ένα γιγάντιο κύμα , με εκατοντάδες μέτρα ύψος σαν μεγάλος τοίχος και έπεσε πάνω στο νησί και έτσι για πάντα χάθηκε η Ατλαντίδα !