Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Παραβάσεις του Θείου Νόμου


Αν επιθυμείς να γνωρίσεις τον εαυτό σου, τις παραβάσεις του Θείου Νόμου, τις κακίες σου, τα αμαρτήματά σου, άρχισε να εξετάζεις με προσοχή:
α) Την γλώσσα σου
Πόσα αμαρτήματα δεν διαπράττει η γλώσσα! Λέγει το ψεύδος, που πολλοί το έχουν για τίποτε στην ημερήσια διάταξη. Σκέψου μήπως η γλώσσα σου κινήθηκε να διαβάλλει και να συκοφαντήσει άλλον, οπότε του έβλαψες την τιμή και την υπόληψη, τον πλήγωσες ηθικώς, του προξένησες κακό χειρότερο και από τον φόνο. Μήπως μολύνεται η γλώσσα σου με την κατάκριση;
Εξέτασε τη γλώσσα σου επίσης μήπως ψευδόρκησε ή επιόρκησε. Ορκίσθηκες εις τον Θεόν, ότι θα πεις την αλήθεια και είπες το ψέμα χωρίς να υπολογίσεις, ότι επικαλέστηκες τον Θεό μάρτυρα ή έδωσες υπόσχεση, ότι θα την τηρήσεις και όμως την παρέβεις. Σε αυτό το αμάρτημα είναι ένοχοι και όσοι κάνουν όρκους τυχαίους έστω και αν είναι αληθινοί οι όρκοι. Για παράδειγμα (Μα τον Θεό. Να μη χαρώ τα παιδιά μου κλπ.)
Άλλο αμάρτημα της γλώσσας είναι η βλασφημία. Τρομερό αμάρτημα. Τόσο τρομερό που ούτε ο διάβολος, ο οποίος όλα τα αμαρτήματα τα κάνει, βλασφημεί. Ακόμα να εξετάσεις τη γλώσσα σου μήπως είναι ένοχη στα αμαρτήματα της αισχρολογίας, ανήθικων ασμάτων, της ευτραπελίας και αργολογίας.
β) Τα χέρια σου
Ναι θα τα εξετάσεις εάν είναι καθαρά. Από τι; Από την κλοπή και από τις άλλες αδικίες που γίνονται με διάφορα μέσα. Όπως την νοθεία, την απάτη κ.λ.π. και εάν γίνονται σε βάρος είτε ενός είτε πολλών. Λέω πολλών γιατί στις μέρες μας πολλοί δεν θεωρούν αμαρτία να κλέψουν το Δημόσιο ή διάφορους οργανισμούς. Πρέπει να ξέρεις όμως ότι το κάθε ξένο που έχεις είναι φωτιά που θα σε κάψει. Τι κάνεις όταν πέσουν κάρβουνα επάνω σου; Τα πετάς.
Επίσης σκέψου μήπως τα χέρια σου έγραψαν ανώνυμες επιστολές για να προκαλέσεις ζημιά σε άλλο, μήπως έδειραν ή χρησιμοποιήθηκαν για απόπειρα αυτοκτονίας ή έγιναν αιτία φόνου κατά οποιονδήποτε τρόπο. Θα εξετάσεις ακόμα τα χέρια σου, μήπως προκειμένου να ευεργετήσουν και να εργαστούν το καλό, είναι σφικτά.
γ) Τα πόδια σου
Πηγαίνουν τα πόδια σου τας Κυριακάς και τας μεγάλας εορτάς εις την Εκκλησίαν; Δεν γνωρίζεις, ότι το να μη προσεύχεται κανείς, είτε ατομικώς εις το σπίτι, είτε ομαδικώς εις την Εκκλησίαν είναι αμάρτημα;
Είναι αναγκαίος ο εκκλησιασμός. Τόσον αναγκαίος ώστε η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος επιβάλλει αφορισμόν, σε όποιον δεν εκκλησιάζεται, άνευ απολύτου ανάγκης, επί τρεις συνεχείς Κυριακάς.
δ) Τα μάτια σου
Αμαρτάνει ο άνθρωπος και με τα μάτια, όταν βλέπει άσεμνα πράγματα, διαβάζει μυθιστορήματα και ρυπαρογραφήματα, ή παρακολουθεί ανήθικα θεάματα. Δια του τρόπου αυτού επέρχεται θάνατος ψυχικώς.
ε) Την καρδιά σου
Την καρδιά σου θα ερευνήσεις περισσότερο. Γιατί στην καρδιά φωλιάζουν τόσα και τόσα πάθη και αμαρτήματα. Γίνεται κέντρο κακών και έδρα παθών. Τοιαύτα πάθη είναι: Η μνησικακία και το μίσος. Ο φθόνος και η ζηλοτυπία, φοβερά πάθη που βασανίζουν τον αμαρτωλόν και τον αποξενώνουν από τον Θεόν της αγάπης. Ο θυμός και η οργή, που στενοχωρούν τον άνθρωπον, τον τυφλώνουν και τον οδηγούν και εις τον φόνον. Η πλεονεξία η οποία είναι ειδωλολατρία. Η υπερηφάνεια και η κενοδοξία.
Πάθος και μάλιστα φοβερώτατον είναι η ανηθικότης, η οποία μαστίζει σήμερον την κοινωνίαν. Τα ανήθικα αμαρτήματα απομακρύνουν από τον Θεόν της αγάπης και φέρνουν την οργήν . Πάθος της καρδίας ωσαύτως είναι και η απιστία, που τυφλώνει τον άνθρωπον και δεν βλέπει την αλήθειαν. Απιστεί ο άνθρωπος προς τον Θεόν, αρνείται τις χριστιανικές διδασκαλίες και το περίεργον είναι, ότι καταφεύγει εις τας μαντείας, τας μαγείας (ξόρκια) και λοιπάς σατανικάς ενεργείας, δια τας οποίας η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος επιβάλλει επιτίμια όχι μικρά. Επίσης αμαρτία είναι η ολιγοπιστία, η ανησυχία δια το μέλλον μας. Αυτό σημαίνει άρνησιν της Θείας Προνοίας. Να φροντίζωμεν, ναι χωρίς όμως να ανησυχώμεν.
Παράλληλα καλό είναι να ερευνήσεις προσεκτικά τον εαυτό σου, δια να ιδείς πως φέρεσαι ως οικογενειάρχης, ως επαγγελματίας, ως άνθρωπος κατέχων μιαν θέσιν εις την κοινωνίαν. Το αξίωμα σου το χρησιμοποιείς δια την εξυπηρέτησιν και των άλλων; Είσαι εξυπηρετικός; Έχεις πνεύμα αγάπης; Ο ίδιος ο Χριστός δεν ήρθε για να τον υπηρετήσουν αλλά για να υπηρετήσει.
Θα εξετάσεις όχι μόνον τι κακό έκαμες, αλλά και αν δεν έπραξες το καλόν, ενώ είχες την δυνατότητα.
Τίποτα δεν είναι χειρότερο από την αμαρτία και τίποτε δεν είναι ανώτερο από την μετάνοια.
«Μίλα όταν έχεις κάτι καλύτερο από την σιωπή».

Τα ψέματα που μια μάνα μόνο λέει


Σίγουρα η αγάπη που νιώθει μία μάνα για το παιδί της, δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο είδος αγάπης. Παρά τις όποιες δυσκολίες και τα εμπόδια, οι μανάδες πάντα καταφέρνουν να βάλουν πρώτα τα παιδιά τους, ακόμη και αν οι ίδιες καταλήξουν ''τελευταίες''.
'' Η ιστορία ξεκίνησε όταν ήμουν παιδί. Η οικογένειά μου ήταν πολύ φτωχή και ποτέ δεν είχαμε αρκετό φαγητό. Η μητέρα μου πάντα μου έδινε το δικό της πιάτο κι έλεγε:
- Φάε αυτό το ρύζι γιε μου, εγώ δεν πεινάω!
Αυτό ήταν το πρώτο ψέμα της μητέρας μου.
Καθώς μεγάλωνα, η μητέρα μου περνούσε τον ελεύθερο χρόνο της, ψαρεύοντας σε ένα ποτάμι. Έτσι με τα ψάρια που έπιανε, μπορούσε να μου προσφέρει ένα καλύτερο φαγητό, για να έχω καλύτερη σωματική ανάπτυξή και υγεία. Καθώς έτρωγα, κάθονταν δίπλα μου και έτρωγε και αυτή, ότι κρέας έμενε στα αποφάγια μου στα ψαροκόκαλα. Όταν της πρόσφερα από το φαγητό μου, έλεγε:
- Φάε το φαγητό σου γιε μου, δεν μου αρέσουν εμένα τα ψάρια! Αυτό ήταν το δεύτερο ψέμα.
Αργότερα για να μπορέσω να σπουδάσω, έψαξε και βρήκε μία δεύτερη δουλειά. Ανακύκλωνε παλιά κουτιά από χαρτόνι και αυτό της έδινε κάποια επιπλέον χρήματα, για να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ ξύπνησα και την βρήκα με ένα μικρό κερί να δουλεύει ακόμη. Της είπα να έρθει για ύπνο, αλλά μου απάντησε, πως δεν είναι κουρασμένη!
Αυτό ήταν το τρίτο της ψέμα.
Όταν έφτασαν οι τελικές εξετάσεις, ζήτησε άδεια από τη δουλειά της, για να με συνοδεύσει. Με περίμενε μέσα στη ζέστη για ώρες και όταν τελείωσα, ήρθε κοντά μου και μου προσέφερε ένα μπουκάλι κρύο νερό. Την είδα κουρασμένη και εξαντλημένη και της πρότεινα, να το πιει εκείνη ή ακόμη και να το μοιραστούμε. Η απάντησή της ήταν:
- Δεν διψάω γιε μου, πιες το εσύ να δροσιστείς!
Αυτό ήταν το τέταρτο ψέμα της μητέρας μου.
Μετά το θάνατο του πατέρα μου, η μητέρα μου έπρεπε να βρει τρόπο, να καλύψει τις ανάγκες μας. Η κατάσταση της οικογένειάς μας χειροτέρευε και δυστυχώς όλα τα βάρη περνούσαν από πάνω της. Κάποιοι γείτονες της έλεγαν, ότι πρέπει να παντρευτεί ξανά και να φτιάξει τη ζωή της από την αρχή. Αυτή όμως απαντούσε καλοσυνάτα:
- Δεν είμαι εγώ για τέτοια, είμαι μεγάλη γυναίκα με παιδί και δεν χρειάζομαι δεύτερο άντρα!
Αυτό ήταν το πέμπτο ψέμα της μητέρας μου.
Αφού τελείωσα τις σπουδές μου και έπιασα δουλειά, ήταν ώρα για τη μητέρα μου να ξεκουραστεί, αλλά δεν τον δέχτηκε. Πήγαινε κάθε μέρα στη λαϊκή αγορά και πουλούσε κάποια λαχανικά, για να καλύπτει τις δικές της ανάγκες. Εγώ δούλευα μακρυά και κάθε μήνα με το που έπαιρνα το μισθό μου, της ετοίμαζα ένα δέμα με τρόφιμα και διάφορα καλούδια, της έβαζα και ένα φάκελο με λεφτά και της τα έστελνα. Αυτή όμως τις περισσότερες φορές, κρατούσε τα πάντα εκτός από τα λεφτά. Με την πρώτη ευκαιρία μου τα έστελνε πίσω και μου έγραφε:
- Αγόρι μου δεν χρειάζομαι χρήματα, δόξα τον Θεό έχω αρκετά, για να ζήσω. Κράτησε τα εσύ, που είσαι νέος και έχεις ανάγκες! Αυτό ήταν το έκτο της ψέμα.
Μετά από λίγα χρόνια δουλειάς, συγχρόνως με μεταπτυχιακές σπουδές, μία μεγάλη εταιρεία εμφανίστηκε στο δρόμο μου, η οποία με προσέλαβε με πολύ καλό μισθό και μου χρηματοδότησε το διδακτορικό, που πάντα ονειρευόμουν. Τότε γύρισα και είπα στη μητέρα μου, ότι η τύχη μας χαμογέλασε. Της ζήτησα να έρθει μαζί μου, να σταματήσει να δουλεύει και επιτέλους, να απολαύσει και αυτή κάποιες όμορφες στιγμές στην ζωή της. Εκείνη όμως μου είπε:
- Άσε με γιε μου στον τόπο μου, εγώ είμαι μια χαρά, κοίτα να κάνεις εσύ τη ζωή σου καλύτερη και μην κοιτάς εμένα!
Αυτό ήταν το έβδομο ψέμα που μου είπε.
Στα γεράματά της απέκτησε την κακιά αρρώστια στο στομάχι. Σε εμένα όμως δεν είπε τίποτα. Μία μέρα όμως αποφάσισα να πάω την δω, χωρίς να την προειδοποιήσω. Όταν μπήκα στο σπίτι αμέσως κατάλαβα, ότι κάτι δεν πάει καλά. Γερασμένη και εξασθενημένη καθόταν στο κρεβάτι, προσπαθούσε να γελάσει, αλλά φαινόταν, ότι υπέφερε από πόνους.
Καθώς με κοιτούσε, με έπιασαν τα κλάματα, δεν άντεξα.Τότε μου έπιασε τρυφερά το χέρι, το κράτησε μέσα στο δικό της προστατευτικά, όπως έκανε, όταν μικρός κάναμε περιπάτους και μου είπε ψιθυριστά με γλυκιά φωνή :
- Γιε μου μην κλαις και μην στεναχωριέσαι, εγώ είμαι μια χαρά! Εκείνη τη στιγμή έγειρε και έκλεισε τα μάτια της για τελευταία φορά.
Αυτό ήταν το τελευταίο ψέμα της! ''