Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Μικρά και πνευματώδη


Ζητήσανε από έναν θεατρικό συγγραφέα, να διευκρινίσει ένα δυσνόητο σηµείο κάποιου διαλόγου σε θεατρικό έργο του, που θα ανέβαινε στην θεατρική σκηνή. Ο σκηνοθέτης της παράστασης πίστευε, πως το κοινό δεν θα το καταλάβαινε.
Ο συγγραφέας απάντησε ψυχρά:
«Τότε το κοινό πρέπει να το ξαναδεί και δεύτερη φορά».
Ο σκηνοθέτης αντέτεινε, ότι πολλοί άνθρωποι δεν είχαν τη δυνατότητα να πάνε ούτε µια φορά στο θέατρο, πόσο µάλλον δύο. Ο συγγραφέας του απάντησε ακόµα πιο ψυχρά:
«Τότε να δηµιουργήσουν οι κυβερνώντες ένα κοινωνικό καθεστώς, στο οποίο να μπορούν!»


Κάποιοι με διακριτικό τρόπο πληροφόρησαν έναν ποιητή , πως ένας φίλος του τον κακολογούσε σ' όλο τον κόσμο.
«Αφήστε τον» απάντησε ο ποιητής. «Καλύτερα έτσι. Το κακό θα ήταν να µε κακολογεί όλος ο κόσµος σ' εκείνον».


Στον δεύτερο γάµο της μια κυρία παντρεύτηκε έναν καθηγητή αρχαιολογίας στο πανεπιστήµιο του Λονδίνου.
«Είµαι τυχερή! Παντρεύτηκα αρχαιολόγο. Όσο θα γερνάω, τόσο πιο συναρπαστική θα µε βρίσκει ... »


Τα αυτιά κάποιου ήταν χαρακτηριστικά µεγάλα. Σε κάποιον που τον κορόιδεψε , έδωσε µια πληρωµένη απάντηση:
«Είναι αλήθεια πως για άνθρωπος έχω πολύ µεγάλα αυτιά, αλλά πρέπει να παραδεχτείτε, πως κι εσείς έχετε πολύ µικρά αυτιά για γάιδαρος».
Λούσιμο στον Γάγγη


Μια φορά κι έναν καιρό ένας πάμπτωχος νεαρός αγρότης απεφάσισε να κάνει ένα δώρο στους υπέργηρους γονείς του, να τους πάει να λουστούν για πρώτη και στερνή φορά, στα ιερά νερά του Γάγγη.
Παίρνει ένα χοντρό κλαρί, δένει στα άκρα του δύο ψάθινα καλάθια, βάζει τη μητέρα του στο ένα καλάθι, τον πατέρα του στο άλλο, φορτώνεται το ζυγό στον τράχηλο και ξεκινά για το προσκύνημα.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σε μια εύφορη κοιλάδα.
Eκεί είχε βγει για κυνήγι τίγρη, μαζί με τους αυλικούς του, ο μαχαραγιάς της περιοχής, ο οποίος, βλέποντας κάτι να σαλεύει ανάμεσα στα φυλλώματα, σημαδεύει με το τόξο του και σκοτώνει το νεαρό αγρότη.
Πλησιάζει αντικρίζει τον νεκρό και την παράξενη πατέντα του.
Mέσα από τα καλάθια ακούει αδύναμα κλαψουρίσματα. Eίναι τα σαστισμένα γεροντάκια, που σηκώνουν τα κεφαλάκια τους σαν τις κόμπρες και του αφηγούνται όλη την ιστορία.
O μαχαραγιάς δε διστάζει. Aφήνει το τόξο και τη φαρέτρα, φορτώνεται στους ώμους του το ζυγό με τα καλάθια και συνεχίζει το μακρύ οδοιπορικό του νεκρού παλικαριού, αγνοώντας τους συμβούλους του, που του υπενθυμίζουν, ότι μπορεί να εξασφαλίσει στους γέροντες ένα πολυτελές και άνετο ταξίδι μέχρι το Γάγγη.
O Ινδός βασιλιάς δε ζήτησε προφορικά συγνώμη, δεν πρόσφερε χρηματική αποζημίωση, αλλά σήκωσε ο ίδιος το φορτίο, που του αναλογούσε, όχι μόνο για την προσωπική του εξιλέωση, αλλά για να διδάξει τους υπηκόους του, τι σημαίνει συντριβή και μετάνοια, τι σημαίνει δίκαιο και άδικο.