Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

Ερωτευμένος με τη βασίλισσα


Ο Γιατρός κι ο Βάτραχος


Ο πίνακας του γέρου ζωγράφου



Ακουγόταν το θρόισμα του μεταξιού, άστραφταν τα διαμάντια και η μυρωδιά των λεπτών αρωμάτων έπλεε μες στο πυκνό καπνό ακριβών πούρων…
- Πεντακόσιες χιλιάδες! ποιος περισσότερο; Εξακόσιες χιλιάδες! Εξακόσιες χιλιάδες, ένα! Εξακόσιες χιλιάδες, δυο! Εξακόσιες χιλιάδες, τρία! Ο ζωγραφικός πίνακας, πουλήθηκε! Η δημοπρασία ολοκληρώθηκε, η διαδικασία περατώθηκε.
Στην αντίθετη γωνιά της μεγάλης αίθουσας κάθεται καμπουριασμένος ένας γέρος, που φοράει ένα τριμμένο παλιό παλτό. Ακίνητος σαν ο τυφλός Όμηρος κοιτάει μπροστά του με θολά μάτια.
Το ψιθύρισμα σαν άνεμος περνάει από μια άκρη της αίθουσας σε άλλη: "Ο ζωγράφος του πίνακα που πουλήθηκε είναι εδώ, ο ίδιος ο ζωγράφος αυτοπροσώπως! Πολλοί πλησιάζουν τον ζωγράφο, χαμογελάνε και τον συγχαίρουν. Τόσο ταλέντο , τόσο ζωντανά χρώματα , τόσο αδρές γραμμές!
Εκείνος με πικρία χαμογελάει και τους χαιρετίζει με κίνηση του ασπρoμάλλικου κεφαλιού:
- Έχει πλάκα αυτό, πίνακες που πουλούσα κάποτε για τριάντα φράγκα, για να μπορέσω να φάω ένα κομμάτι ψωμί και να κοιμάμαι σ’ ένα βρεγμένο στρώμα , να φτάνουν να πωλούνται σε τέτοιες εξωφρενικές τιμές !
Αχ, κύριοι, αφήστε αυτά, εγώ είμαι μόνο και μόνο άλογο της κούρσας, κερδίζω το Grand Prix, αλλά αρκούμαι σε μια χούφτα βρώμης !