Ένας Ινδιάνικος Μύθος
Ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι - χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.
- Αγαπιόμαστε, αρχίζει ο νέος.
- Και θα παντρευτούμε, λέει εκείνη.
- Και αγαπιόμαστε τόσο, που φοβόμαστε. Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό, κάτι που θα μας εγγυάται, ότι θα είμαστε για πάντα μαζί, που θα μας εξασφαλίσει, ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου. Σε παρακαλούμε σεβάσμιε γέροντα, πες μας τι μπορούμε να κάνουμε!
Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται, που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
- Υπάρχει κάτι, λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα, αλλά είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.
- Δεν μας πειράζει, λένε με μια φωνή και οι δύο.
- Ωραία, ακούστε με τότε, λέει ο μάγος, Ψηλό Σύννεφο, θέλω να ανέβεις στο βουνό της βροντής, που είναι βόρεια από το χωριό μας, μοναχή έχοντας στα χέρια σου μόνο ένα δίχτυ και να αιχμαλωτίσεις την ομορφότερη και δυνατότερη γερακίνα του βουνού και να την φέρεις ζωντανή εδώ την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο.
Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.
- Κι εσύ Άγριε Ταύρε, θέλω να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, που είναι νότια από το χωριό μας, μοναχός έχοντας στα χέρια σου μόνο ένα δίχτυ και να αιχμαλωτίσεις τον πιο άγριο το πιο μεγαλοπρεπή αετό και να το φέρεις ζωντανό εδώ την ίδια μέρα, που θα φέρει το Ψηλό Σύννεφο την γερακίνα.
Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν, για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο.
Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.
Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
Ο μάγος ρωτάει τους δύο νέους:
- Πετούσαν ψηλά τα πουλιά;
- Ναι, βέβαια. Κι εμείς, καταφέραμε να τα αιχμαλωτίσουμε χωρίς να τα πληγώσουμε. Τι χρειάζεται να κάνουμε τώρα; Μήπως να τα σκοτώσουμε και να πιούμε την τιμή από το αίμα τους ή να τα μαγειρέψουμε και να φάμε την γενναιότητα από το κρέας τους;
- Όχι, απαντάει ο γέρος, θέλω να πάρετε τα πουλιά και να δέσετε καλά τα πόδια του ενός με τα πόδια του άλλου. Αφού δέσετε τα πόδια τους, αφήστε τα ελεύθερα να πετάξουν!
Αφού απελευθερώνονται με δεμένα πόδια τα δυο πουλιά προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι, να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα, που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.
- Αυτό είναι το μυστικό, για να είσαστε για πάντα μαζί κι αγαπημένοι, λέει στο νεαρό ζευγάρι ο μάγος. Μην ξεχάσετε ποτέ, αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, μοιάζετε κι εσείς με τον αετό και την γερακίνα. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι!
