Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Τα μάτια του πατέρα



Ένας μικρός έφηβος, ζούσε μόνος του με τον πατέρα του και οι δυο τους είχαν μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. Του άρεσε το ποδόσφαιρο, ο πατέρας του πίστευε στην ικανότητα του γιου του και πάντα τον ενθάρρυνε. Αν και ο γιος του ήταν συνέχεια στον πάγκο, ο πατέρας του ήταν πάντα στις κερκίδες και ζητωκραύγαζε. Ποτέ δεν έχασε παιχνίδι.
Το νεαρό αγόρι, ήταν το μικρότερο στην ομάδα του Λυκείου, όπου φοιτούσε. Ο στοργικός πατέρας τον στήριζε, αλλά του είχε καταστήσει με σαφήνεια, ότι αν ο ίδιος δεν ήθελε να συνεχίσει το ποδόσφαιρο, να σταματήσει. Όμως, το νεαρό αγόρι, αγαπούσε το ποδόσφαιρο και ήθελε να συνεχίσει. Ήταν αποφασισμένος να βάζει τα δυνατά του σε κάθε προπόνηση και ίσως θα του δινόταν η ευκαιρία, να γίνει βασικός στην ομάδα. Ήταν πάντα συνεπής στις προπονήσεις του, προσπαθούσε να βελτιώνεται, αν και ήταν επί τέσσερα χρόνια στον πάγκο της ομάδας του Λυκείου. Πιστός ο πατέρας του, ήταν πάντα κοντά στο γιο του, στις κερκίδες, όταν είχε αγώνα, για συμπαράσταση.
Όταν ο νεαρός άνδρας πήγε στο κολέγιο, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του ως ποδοσφαιριστής στην ομάδα του κολεγίου. Όλοι έβλεπαν, ότι δεν ήταν κάτι το σπουδαίο, αλλά ο προπονητής τον κράτησε στην ομάδα. Ο λόγος; Έδινε και την ψυχή του στην προπόνηση και είχε μια απίστευτη ομαδικότητα στο παιχνίδι του.
Ευχαριστήθηκε τόσο πολύ που ήταν μέλος αυτής της ομάδας, που έσπευσε να τηλεφωνήσει αμέσως στον πατέρα του, για να του το αναγγείλει. Ο πατέρας του μοιράστηκε τον ενθουσιασμό του και αμέσως έτρεξε να αγοράσει εισιτήριο διαρκείας για όλα τα παιχνίδια του κολεγίου. Ο νεαρός ήταν πάντα συνεπής και πρόθυμος στις προπονήσεις, αλλά ποτέ δεν έπαιξε σε επίσημο αγώνα της ομάδας του.
Πλησίαζαν οι ημέρες του τελευταίου αγώνα του πρωταθλήματος κι αν κέρδιζε η ομάδα, θα ήταν πρωταθλήτρια για τη χρονιά αυτή. Μια μέρα φτάνοντας στο γήπεδο για προπόνηση, ο προπονητής του φώναξε και του έδωσε ένα τηλεγράφημα. Ο νεαρός το διάβασε και έμεινε αποσβολωμένος. Ξεροκατάπιε και μουρμούρισε στον προπονητή,
'' Ο πατέρας μου πέθανε σήμερα το πρωί. Σας πειράζει αν δεν προπονηθώ σήμερα; ''
Ο προπονητής τον αγκάλιασε απαλά στον ώμο του και του είπε :
'' Πάρε άδεια για την υπόλοιπη εβδομάδα αγόρι μου. Και δεν χρειάζεται, να έρθεις καν στο παιχνίδι της Κυριακής. ''
Η ώρα του μεγάλου παιχνιδιού είχε φθάσει και τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Στο ημίχρονο η ομάδα έχανε 1-0. Στα αποδυτήρια υπήρχε μουρμούρα και κατήφεια από παίκτες και προπονητή. Ξαφνικά αντικρίζουν το νεαρό αγόρι μπροστά τους, αμίλητο και σοβαρό, να βάζει την ποδοσφαιρική στολή του. Έμειναν άφωνοι, με το γεγονός ότι ο συμπαίκτης τους, γύρισε τόσο γρήγορα πίσω, μετά το θάνατο του πατέρα του.
'' Κόουτς σε παρακαλώ άφησέ με να παίξω. Είμαι έτοιμος και αποφασισμένος. '' είπε ο νεαρός. 

Ο προπονητής προσποιήθηκε ότι δεν τον άκουσε. Ήθελε τους καλύτερους παίκτες σ΄ αυτό το κρίσιμο ματς. Αλλά ο νεαρός επέμεινε και εν τέλει ο προπονητής τον λυπήθηκε και του έδωσε την άδεια.
'' Εντάξει, '' είπε. '' Μπορείς να παίξεις. ''
Το δεύτερο ημίχρονο άρχισε. Προπονητής, παίκτες και θεατές, δεν πίστευαν στα μάτια τους. Αυτό το άγνωστο και άσημο μέχρι χθες αγόρι, το οποίο ποτέ δεν είχε παίξει σε κανονικό αγώνα, έκανε τα πάντα σωστά. Η αντίπαλη ομάδα δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Έτρεχε πάνω κάτω, έκανε επιθέσεις, μοίραζε πάσες, αμυνόταν σωστά, σαν ένας ολοκληρωμένος παικταράς. Η απόδοση της ομάδα του άρχισε να ανεβαίνει κατακόρυφα.
Σύντομα το σκορ έγινε 1-1 με δικό του γκολ και αργότερα η ομάδα προηγήθηκε 2-1 πάλι με δικό του γκολ. Απέμεναν λίγα δευτερόλεπτα, για να λήξει το ματς. Επικίνδυνη επίθεση για τους αντιπάλους. Η ομάδα κινδυνεύει να ισοφαριστεί. Όμως το αγόρι είναι πανταχού παρών. Σώζει την ομάδα του, αποκρούοντας την μπάλα πάνω στη γραμμή.
Ο αγώνας τελειώνει. Η ομάδα είναι πρωταθλήτρια. Ξέφρενοι πανηγυρισμοί. Παίκτες και προπονητής κάνουν το γύρο του θριάμβου. Σηκώνουν τον 
'' ήρωα '' συμπαίκτη τους, πάνω στα χέρια τους. Τέτοια κατάσταση δεν την είχε ξαναζήσει.
Μετά από λίγο, στα αποδυτήρια, επικρατούσε το ίδιο κλίμα. Χαρές, τραγούδια, πανηγυρισμοί για την κατάκτηση του τίτλου. Μόνο το μικρό αγόρι καθόταν σε μια γωνιά μόνος κι αμίλητος.
Ο προπονητής το παρατήρησε και πήγε κοντά του.
'' Τι έπαθες παιδί μου; '' του είπε. '' Δεν είναι μια φανταστική μέρα σήμερα; Τι έχεις, πες μου. ''
Ο νεαρός άνδρας κοίταξε τον προπονητή με δάκρυα στα μάτια και του είπε: 

'' Το γνωρίζετε , πως ο μπαμπάς μου πέθανε. Δεν ξέρατε όμως , ότι ήταν τυφλός. ''
Ξεροκατάπιε και με ένα θλιμμένο χαμόγελο συνέχισε.
'' Ο μπαμπάς μου ερχόταν σε όλα τα παιχνίδια. Δεν έβλεπε τίποτα, αλλά σήμερα ήταν η πρώτη φορά, που θα μπορούσε από κει ψηλά να με δει να παίζω και ήθελα να του δείξω, τι μπορώ να κάνω! ''
Μπάιρον Κέιτι


- Όσο πιστεύεις, ότι η πηγή των προβλημάτων σου βρίσκεται "εκεί έξω" και ότι κάποιος άλλος είναι υπεύθυνος για τη δυστυχία σου, δεν υπάρχει ελπίδα να αλλάξεις.
- Δεν περιμένω από εσένα, να με αγαπήσεις. Αυτό είναι δική μου δουλειά.
- Οι σκέψεις είναι ανώδυνες, εκτός και αν τις πιστεύεις.
- Δεν είναι οι σκέψεις, που μας κάνουν να υποφέρουμε. Η ταύτισή μας με τις σκέψεις δημιουργεί όλα τα δεινά.
- Αγαπάω τα πράγματα έτσι όπως είναι, όχι επειδή είμαι ένα πνευματικό άτομο, αλλά επειδή όταν αντιστέκομαι, στην πραγματικότητα υποφέρω.
- Αυτά που έχω, είναι αυτά που χρειάζομαι και αυτά που χρειάζομαι, είναι ακριβώς αυτά που έχω αυτή τη στιγμή.
- Μην πιστεύεις, ότι σκέφτεσαι.
- Κάθε φορά που ψάχνουμε να βρούμε έξω από εμάς κάτι, που ήδη έχουμε, αλλά αγνοούμε ότι το έχουμε, χτίζουμε μια φυλακή για τον εαυτό μας.
- Όταν κατηγορείς κάποιον άλλο για την κατάστασή σου, αποδυναμώνεσαι. Η δύναμη για να αλλάξεις βρίσκεται, στο να αναλάβεις την ευθύνη, γι' αυτά που βιώνεις στο παρόν.
- Όταν κάποιος σε μειώνει ή σε προσβάλλει και εσύ συνειδητοποιείς, ότι τον αγαπάς με όλη σου την καρδιά, τότε ξέρεις, ότι έχεις εκπληρώσει τον ανώτερο σκοπό σου.
- Όταν βάζεις το χέρι σου στη φωτιά, πρέπει να σου πει κάποιος άλλος να το πάρεις από εκεί; Ή μήπως πρέπει, να σκεφτείς για να το τραβήξεις; Όχι. Η κίνηση γίνεται από μόνη της. Το ίδιο συμβαίνει και όταν αναγνωρίζεις μία σκέψη, που σου προκαλεί πόνο. Απλώς απομακρύνεσαι από αυτή τη σκέψη.
- Το να ψάχνεις την αγάπη έξω από εσένα, σε εμποδίζει να δεις ότι ήδη την έχεις , ότι ήδη είσαι η αγάπη.
- Το θαύμα της αγάπης εμφανίζεται με την παρουσία του ανερμήνευτου παρόντος. Αν είσαι απορροφημένος από τις σκέψεις σου, χάνεις την πραγματική ζωή.
- Όταν σταματάς να αντιστέκεσαι στη ζωή, οι πράξεις σου γίνονται εύκολα, άφοβα, με καλοσύνη και με ροή.
- Δεν προσκολλόμαστε σε αντικείμενα ή ανθρώπους. Προσκολλόμαστε σε έννοιες και ερμηνείες, που πιστεύουμε ότι λένε την αλήθεια, γιατί δεν τις έχουμε εξετάσει ποτέ.
Η Μπάιρον Κέιτι είναι Αμερικανίδα συγγραφέας.
Αυτός που αρνήθηκε τη βοήθεια


Μια πόλη καταστράφηκε από πλημμύρα. Ένας άντρας κατέφυγε στον πρώτο όροφο του σπιτιού του, το οποίο είχε περικυκλωθεί από τα νερά. Τον πλησίασαν κάποιοι άνθρωποι πάνω σε μια βάρκα και του πρότειναν, να τον πάρουν μαζί τους. Εκείνος αρνήθηκε λέγοντας:
- Όχι! Έχω εμπιστοσύνη στο Θεό! Δε θα επιτρέψει να παρασύρουν τα νερά το σπίτι μου! Φύγετε!
Οι άλλοι έφυγαν. Τα νερά ανέβηκαν κι άλλο, τόσο πολύ ώστε ο άντρας κατέφυγε στη στέγη του σπιτιού του.
Τότε πλησίασε ένα ελικόπτερο, έριξε ένα σκοινί και κάποιοι άντρες έκαναν νόημα στον απομονωμένο, να πιάσει το σκοινί, για να τον τραβήξουν πάνω. Εκείνος πάλι αρνήθηκε:
– Όχι, είπε, Έχω εμπιστοσύνη στο Θεό! Δε θα αφήσει, να πάνε χαμένες οι προσευχές μου!
Το ελικόπτερο έφυγε. Το νερό ανέβηκε κι άλλο, κάλυψε το σπίτι και παρέσυρε τον άντρα, που πνίγηκε τελικά.
Όταν παρουσιάστηκε στο Θεό, του είπε καταπικραμένος:
- Γιατί άφησες να καταστραφεί το σπίτι μου και εγώ να χάσω τη ζωή μου; Εγώ που προσευχόμουν ασταμάτητα! Γιατί δεν ήρθες, να με βοηθήσεις;
- Τι είναι αυτά που μου λες; του είπε τότε ο Θεός. Πως λες, πως δεν σε βοήθησα . Πρώτα σου έστειλα βάρκα και μετά ελικόπτερο!
Είναι όλα μοιραία ;


Κάποτε κάποιος ρώτησε έναν σοφό:
-Λέγεται, ότι η μοίρα του κάθε ανθρώπου είναι προκαθορισμένη. Είναι αυτό σωστό ;
Ο σοφός άνδρας απάντησε :
-Υπάρχουν αρκετοί , που το πιστεύουν αυτό. Πιστεύουν δηλαδή, πως οι καταστάσεις στην ζωή είναι αναπόφευκτες και εμείς οι υπόλοιποι υποκύπτουμε σε αυτούς τους ανθρώπους, που τις έχουν δημιουργήσει. Προφανώς αυτοί οι τελευταίοι, που δημιουργούν ανάλογες καταστάσεις, δεν πιστεύουν στο πεπρωμένο και έχουν τον ρόλο να φτιάχνουν την μοίρα των άλλων.
Τότε αυτός που τον ρώτησε, σχολίασε με 

σκεπτικισμό :
-Τότε ο Θεός, πως θα τα γνώρισε όλα εκ των προτέρων, αν το μέλλον δεν είναι προδιαγραμμένο;
Αυτός που σχολίασε , κοίταξε με ύφος νικητή των σοφό , θεωρώντας πως με την ερώτησή του αυτή , τον έχει αποστομώσει.
Τότε ο σοφός απλά σήκωσε τα χέρια του και είπε :
- Δεν γνωρίζω τι κάνει ο Θεός, δεν με εξουσιοδότησε να σου απαντήσω από μέρους του. Αν ήμουν όμως στην θέση του, θα βαριόμουν εξαιρετικά, αν τα ήξερα όλα εκ των προτέρων. Θα προτιμούσα να έφτιαχνα έναν κόσμο, που θα με ψυχαγωγούσε ατέλειωτα και δεν θα γνώριζα, ποια θα ήταν η επόμενη κίνηση.
Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος


Γυρνώντας στο σπίτι ένα βράδυ, καθώς η γυναίκα μου σέρβιρε το φαγητό, της έπιασα δειλά – δειλά το χέρι και της είπα:
« Έχω κάτι να σου πω. »
Καθίσαμε στο τραπέζι. Παρατήρησα και πάλι τον πόνο που ήταν ζωγραφισμένος στα μάτια της, στο πρόσωπό της, όπως συνέβαινε συχνά τον τελευταίο καιρό. Βρήκα το θάρρος και της είπα με ήρεμο τρόπο.
« Θέλω διαζύγιο. Θέλω να χωρίσουμε. »
Εκείνη δεν φάνηκε να ενοχλήθηκε από τα λόγια μου, απλά με ρώτησε:
« Γιατί; »
Απέφυγα να απαντήσω, γεγονός που την έκανε να θυμώσει. Πέταξε μακριά τα μαχαιροπίρουνα και μου είπε :

« Δεν είσαι άνθρωπος εσύ, δεν είσαι άνδρας. »
Εκείνο το βράδυ, δεν μιλούσαμε ο ένας στον άλλο. Εκείνη έκλαιγε συνεχώς. Καταλάβαινα, ότι ήθελε να μάθει τι είχε συμβεί, ώστε να θέλω να διαλύσω το γάμο μας.
« Είμαι ερωτευμένος με άλλη. Η καρδιά μου είναι δοσμένη πλέον στη Τζένη, τη γραμματέα μου. »
Με βαθιά αίσθηση ενοχής, άρχισα να συντάσσω μια δήλωση για το μοίρασμα της κινητής και ακίνητης περιουσίας μας. Έτσι έγραψα, ότι της παραχωρώ το σπίτι μας, το αυτοκίνητό μας και το 30% των μετοχών της εταιρείας μου.
Έριξε μια γρήγορη ματιά στη δήλωση και μετά την έσκισε σε πολλά–πολλά μικρά κομματάκια.
« Φτάνει πια, » μου φώναξε δυνατά, σχεδόν ουρλιάζοντας.
Η σκέψη του χωρισμού μας, η οποία μου είχε γίνει έμμονη ιδέα για αρκετές εβδομάδες, φάνηκε να ξεκαθαρίζει τώρα, να έχει πάρει το δρόμο της.
Την επόμενη μέρα, γύρισα πολύ αργά στο σπίτι και βρήκα τη σύζυγό μου καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, με ένα χαρτί μπροστά της, να γράφει κάτι. Δεν πεινούσα, ήμουν και κουρασμένος και πήγα κατευθείαν για ύπνο.
Το πρωί μου παρουσίασε τους δικούς της όρους για το διαζύγιο. Δεν απαιτούσε τίποτα υλικό από μένα, ούτε σπίτια, ούτε αυτοκίνητα ούτε χρήματα. Το μόνο που ζητούσε, ήταν περιθώριο ενός μήνα για την κατάθεση της αίτησης διαζυγίου. Στο διάστημα αυτού του μήνα, ζήτησε να ζήσουμε όσο γίνεται πιο ήρεμα και φυσιολογικά σαν ζευγάρι.
Ο λόγος ήταν απλός. Ο γιος μας έδινε εξετάσεις για το πανεπιστήμιο και ένας χωρισμός των γονιών, του θα ήταν πλήγμα γι’ αυτόν με δυσάρεστες συνέπειες στην προσπάθειά του για επιτυχία.
Βρήκα το αίτημά της λογικό και για χάρη του γιου μας, το δέχτηκα.
Όμως δεν σταμάτησε εκεί. Είχε και κάτι άλλο να μου πει. Ήθελε λέει, κάθε μέρα στο διάστημα του ενός μήνα που απέμενε μέχρι το χωρισμό μας, να τη σηκώνω κάθε πρωί στην αγκαλιά μου, από την κρεβατοκάμαρα μέχρι την εξώπορτα, πριν φύγω για τη δουλειά μου.
« Είσαι τρελή; » της φώναξα άγρια. 

Δεν έδωσα συνέχεια όμως και υποχώρησα. Συμφώνησα στην απαίτηση της, σκεφτόμενος ότι ένας μήνας είναι, θα περάσει.
Με τη γυναίκα μου βέβαια, για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν τα γεγονότα αυτά, είχαμε προβλήματα. Είχαμε απομακρυνθεί σαν ζευγάρι και δεν είχαμε καμιά σωματική επαφή. Το είχε καταλάβει και ο γιος μας.
Έτσι, όταν μας είδε την πρώτη μέρα εφαρμογής της συμφωνίας μας, να την κουβαλώ στην αγκαλιά μου, έμεινε έκπληκτος. Αλλά και η δική μας συμπεριφορά φαινόταν αδέξια.
Με ακούμπησε απαλά στον ώμο και ψιθύρισε:
« Μπαμπά κρατάς τη μαμά στην αγκαλιά σου; »
Προχωρώντας προς την εξώπορτα, η γυναίκα μου κλείνοντας τα μάτια της, μου ψιθύρισε:
« Μην του πεις τίποτα για το διαζύγιο. »
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου και προχώρησα.
Τις επόμενες, η διαδρομή αυτή, με τη γυναίκα μου στην αγκαλιά, μου φαινόταν πιο άνετη. Αυτή ακουμπούσε για λίγο το κεφάλι της πάνω στο στήθος μου. Συνειδητοποίησα, ότι δεν είχα κοιτάξει προσεκτικά το πρόσωπο αυτής τη γυναίκας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Υπήρχαν λεπτές ρυτίδες στο πρόσωπό της, τα μαλλιά της είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Ο γάμος μας είχε αφήσει πάνω της τα σημάδια του.
Όσο περνούσαν οι μέρες, κατάλαβα ότι το αίσθημα της οικειότητας, αναπτυσσόταν ακόμη περισσότερο. Δεν ήθελα να πω στην ερωμένη μου, την Τζένη, αυτό που άρχισα να αισθάνομαι ξανά για τη γυναίκα μου.
Ένα πρωί, η σύζυγός μου δυσκολευόταν να βρει κατάλληλα ρούχα για να φορέσει, επειδή όλα τα φορέματά της έπεφταν μεγάλα επάνω της. Συνειδητοποίησα, ότι είχε αδυνατίσει πάρα πολύ. Γι’ αυτό ίσως μπορώ και την μεταφέρω τόσο εύκολα, σκέφτηκα.
Ξαφνικά μου έπιασε το χέρι. Φαινόταν τόσο πονεμένη και θλιμμένη. Μηχανικά, άπλωσα το χέρι μου και της χάιδεψα το κεφάλι.
Τη στιγμή εκείνη εμφανίστηκε ο γιος μας. « Μπαμπά, άντε, ήρθε η ώρα να μεταφέρεις τη μαμά έξω » μου είπε. Είχε πλέον συνηθίσει στην εικόνα αυτή καθημερινά.
Η σύζυγός μου έκανε νόημα στο γιο μας να έρθει πιο κοντά. Τον αγκάλιασε σφιχτά και τον φιλούσε. Στη συνέχεια, την πήρα στην αγκαλιά μου για τη συνηθισμένη διαδρομή, από το υπνοδωμάτιο, στην εξώπορτα. Αυτή πέρασε τα χέρια της στο λαιμό μου και σφίχτηκε γερά πάνω μου, όπως την πρώτη μέρα του γάμου μας.
Με στενοχωρούσε όμως που την έβλεπα τόσο αδύνατη.
Την τελευταία ημέρα του μήνα, πριν την κατάθεση της αίτησης διαζυγίου, όταν την κράτησα για τελευταία φορά στην αγκαλιά μου για τη συνηθισμένη διαδρομή, ένοιωθα να είχα καταρρεύσει. Την κρατούσα σφικτά στην αγκαλιά μου και με μάτια βουρκωμένα, απολογήθηκα πως δεν είχα συνειδητοποιήσει, ότι η ζωή μας είχε καταντήσει έτσι, χωρίς οικειότητα, μια σχέση ίδια με αυτή δύο ξένων.
Είχα πάρει την απόφασή μου. Πήγα στο γραφείο μου και ανοίγοντας το γραφείο μου αντίκρισα την ερωμένη μου.
« Συγγνώμη Τζένη, μετάνιωσα. Δεν θέλω πια να πάρω διαζύγιο. »
Εκείνη με κοίταξε, κατάπληκτη και στη συνέχεια άγγιξε το μέτωπό μου.
« Μήπως έχεις πυρετό; » μου είπε.
Έπιασα το χέρι της και το κατέβασα από το μέτωπό μου.
« Λυπάμαι, Τζένη, » της είπα. « Δεν θέλω να χωρίσω με τη γυναίκα μου. Ο γάμος μας ήταν βαρετός, όχι γιατί δεν αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο, αλλά γιατί ποτέ δεν εκτίμησα τις λεπτομέρειες της ζωής, τα μικρά πράγματα που μπορούν να σε κάνουν ευτυχισμένο. Αποφάσισα ότι θα είμαι μαζί με τη γυναίκα μου, μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος. »
Η Τζένη φούντωσε, μου έδωσε ένα δυνατό χαστούκι και στη συνέχεια άνοιξε τη πόρτα και έφυγε ξεσπώντας σε κλάματα.
Έφυγα τρέχοντας από το γραφείο. Μπήκα στο αμάξι για να επιστρέψω στο σπίτι. Σταμάτησα σ’ ένα ανθοπωλείο και αγόρασα ένα μπουκέτο λουλούδια για τη γυναίκα μου. Η πωλήτρια με ρώτησε, τι να γράψει στην κάρτα. Χαμογέλασα και πήρα την κάρτα, να την γράψω μόνος μου.
« Θα σε μεταφέρω στην αγκαλιά μου από την κρεβατοκάμαρα στην εξώπορτα, μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος ! »
Έφτασα στο σπίτι χαρούμενος, με τα λουλούδια στο χέρι. Φώναξα τη γυναίκα μου, να της τα προσφέρω. Δεν απάντησε. Μπήκα στο υπνοδωμάτιο και είδα, αυτό που δεν περίμενα ποτέ. Τη γυναίκα μου νεκρή πάνω στο κρεβάτι μας.
Η γυναίκα μου όπως εκ των υστέρων διαπίστωσα, αγωνιζόταν μόνη της, να καταπολεμήσει τον καρκίνο για αρκετούς μήνες. Ήμουν τόσο απασχολημένος και κολλημένος με την ερωμένη μου, που δεν είχα αντιληφθεί τίποτα.
Ήξερε ότι θα πεθάνει σύντομα και ήθελε να με διαφυλάξει από την αρνητική συμπεριφορά του γιου μας εναντίον μου, σε περίπτωση που εξ αιτίας μου θα παίρναμε διαζύγιο. Τουλάχιστον τώρα, στα μάτια του παιδιού μας θα μείνω ως ένας τρυφερός σύζυγος.
Οι μικρές λεπτομέρειες της ζωής είναι αυτές, που πραγματικά έχουν σημασία σε μια σχέση. Δεν υπάρχουν στη ζωή, μόνο τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, και τα χρήματα. Αυτά δημιουργούν ένα περιβάλλον ευνοϊκό για την ευτυχία, αλλά δεν μπορούν από μόνα τους, να χαρίσουν την ευτυχία.
Γι’ αυτό λοιπόν, βρείτε χρόνο να ασχοληθείτε, να γνωρίσετε βαθιά το σύντροφό σας. Ανακαλύψτε τα κοινά σας σημεία και εκείνα τα απλά πράγματα που έχουν αξία και θα δημιουργήσουν την οικειότητα μεταξύ σας. Τότε πολύ πιθανόν θα έχετε μια ευτυχισμένη συμβίωση, ένα ευτυχισμένο γάμο.
Οι δυο σπόροι 


Δυο σπόροι βρίσκονταν δίπλα-δίπλα, μέσα σε γόνιμο έδαφος.
Ο πρώτος σπόρος είπε:
« Θέλω να βλαστήσω! Θέλω να βυθίσω τις ρίζες μου βαθιά μέσα στο χώμα, που βρίσκεται από κάτω μου και να σπρώξω το βλαστό μου, να διαπεράσει το στρώμα του χώματος, που βρίσκεται από πάνω μου. Θέλω ν’ ανοίξω τα τρυφερά μου μπουμπούκια σαν λάβαρα, για ν’ αναγγείλω τον ερχομό της άνοιξης. Θέλω να νιώσω τη ζεστασιά του ήλιου στο πρόσωπο μου και την ευλογία της πρωινής δροσούλας στα πέταλα μου! »
Και έγιναν όλα όπως τα είπε , βλάστησε .
Ο δεύτερος σπόρος είπε:
« Φοβάμαι. Αν βυθίσω τις ρίζες μου κάτω στο έδαφος, δεν ξέρω τι θα συναντήσουν μέσα στα σκοτάδια. Αν σπρώξω για να διαπεράσω το σκληρό έδαφος, που βρίσκεται από πάνω μου, μπορεί να χαλάσω τους τρυφερούς βλαστούς μου. Κι αν ανοίξω τα μπουμπούκια μου κι έρθει το σαλιγκάρι και μου τα φάει; Κι αν ανθίσουν τα λουλούδια μου κι έρθει κανένα παιδάκι και με ξεριζώσει; Όχι, είναι προτιμότερο να περιμένω, ώσπου να σιγουρευτώ. »
Και περίμενε.
Μια κοτούλα που σκάλιζε εδώ κι εκεί το χώμα, ψάχνοντας για τροφή, βρήκε το σπόρο και τον έφαγε.
Όσοι αποφεύγουν να ριψοκινδυνεύσουν για ν’ αναπτυχθούν, ας είναι προσεκτικοί , ώστε να μην τους καταβροχθίσει η ίδια η ζωή !