Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Οι δυο Βεδουίνοι


Κάποτε ζούσαν στην έρημο δυο Βεδουίνοι, ο Νάμπεκ κι ο Ντάγκαρ, που ήταν αχώριστοι φίλοι.
Ο Νάμπεκ είχε ένα άλογο, που όμοιό του δεν υπήρχε. Ο Ντάγκαρ θαύμαζε το άλογο του φίλου του, όμως μέρα με τη μέρα άρχισε να το θέλει όλο και περισσότερο, που έφτασε να το βλέπει ακόμη και στον ύπνο του!
Είπε λοιπόν στο φίλο του, ότι θα πλήρωνε όσο-όσο για να το αποκτήσει. Ο Νάμπεκ όμως αρνήθηκε λέγοντας, πως δε θα πουλούσε ποτέ το αγαπημένο του άλογο για κανένα τίμημα.
Μη μπορώντας ο Ντάγκαρ να το βγάλει από το μυαλό του, αποφάσισε να κάνει το άλογο δικό του με άλλο τρόπο. Μια μέρα ντύθηκε ζητιάνος και κάθισε σε ένα σημείο του δρόμου, απ’ όπου ήξερε ότι κάθε μέρα περνούσε ο φίλος του καβάλα στο περίφημο άλογο.
Πράγματι μόλις πλησίασε ο Νάμπεκ, ο Ντάγκαρ με αλλαγμένη και αδύναμη φωνή ζήτησε βοήθεια λέγοντας, ότι είναι ένας διψασμένος και νηστικός φτωχός άνθρωπος. Ο Νάμπεκ, που δεν αναγνώρισε τον φίλο του, θέλοντας να βοηθήσει τον άνδρα που υπέφερε, τον ανέβασε στη σέλα του αλόγου και ξεκίνησε να τον πάει στη σκηνή του, ώστε εκεί να τον φροντίσει.
Μόλις όμως ο Ντάγκαρ βρέθηκε πάνω στο άλογο, έριξε με μια δυνατή σπρωξιά κάτω τον Νάμπεκ και ξεκινώντας να καλπάζει, φώναξε στο φίλο του:
« Δεν είμαι ζητιάνος! Είμαι ο Ντάγκαρ και δε θα πάρεις ποτέ πίσω το άλογό σου! »
Ο Νάμπεκ χωρίς να κάνει βήμα, είπε στον Ντάγκαρ:
« Φίλε μου το μόνο που σου ζητώ, είναι να σταματήσεις για ένα λεπτό και να με αφήσεις, να σου πω κάτι. »
Ο Ντάγκαρ βλέποντας, ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο Νάμπεκ να τον φτάσει περπατώντας, σταμάτησε για να ακούσει.
« Συγχαρητήρια! » είπε στον κλέφτη ο Νάμπεκ. « Ο Θεός επέτρεψε, να γίνεις πια ο ιδιοκτήτης αυτού του αλόγου. Όμως για ένα πράγμα σε παρακαλώ, να μην πεις ποτέ σε κανέναν, πως το απέκτησες! »
« Γιατί; » Ρώτησε απορημένος ο Ντάγκαρ.
« Γιατί αν οι άνθρωποι μάθουν τον τρόπο με τον οποίο με εξαπάτησες, δεν θα σταματήσουν ποτέ ξανά στη μέση της ερήμου, για να βοηθήσουν έναν άνθρωπο, που ζητά απεγνωσμένος φαγητό και νερό. Θα φοβούνται να τον πλησιάσουν και θα τον αφήσουν να πεθάνει. Αν η ιστορία αυτή μαθευτεί, το αποτέλεσμα θα είναι, ότι στο εξής πολλοί άνθρωποι θα υποφέρουν σε όλο τον κόσμο. »
Ο Ντάγκαρ έμεινε σκεπτικός για λίγο, ακούγοντας αυτά τα λόγια. Τελικά κατέβηκε από το άλογο και το επέστρεψε στον Νάμπεκ μετανιωμένος. Η φιλεύσπλαχνη καρδιά του Νάμπεκ τον συγχώρεσε αμέσως για το λάθος του και συμφιλιωμένοι οι δυο παλιοί φίλοι επέστρεψαν στις σκηνές τους. Η αγάπη νίκησε τον φθόνο.
Ελεήμων καρδιά έχει ο άνθρωπος που αναγνωρίζει, ότι τα πάντα αλληλοσυνδέονται με ένα αόρατο δίχτυ σε έναν ατέρμονο ιερό χορό και έτσι φλέγεται από αγάπη για ολόκληρη την κτίση, χωρίς να ξεχωρίζει το κάθε κτίσμα από τον εαυτό του. Εργάζεται δε αφιλοκερδώς για την μείωση του ανθρώπινου πόνου και την ανύψωση της συλλογικής συνειδητότητας.
Έχε επίγνωση


Όταν οι άνθρωποι ρωτούσαν τον Βούδα, '' τι θα πρέπει να κάνω για να μην είμαι θυμωμένος ή τι θα πρέπει να κάνω για να μην είμαι άπληστος ή τι θα πρέπει να κάνω ή να μην κάνω για να μην έχω τέτοια εμμονή με το σεξ ή το φαγητό; '' η απάντησή του ήταν πάντοτε η ίδια: Έχε επίγνωση.
Φέρε επίγνωση στη ζωή σου.
Ο μαθητής του, ο Ανάντα, ακούγοντας ξανά και ξανά κάθε είδους ανθρώπους, με διαφορετικά προβλήματα και τη συνταγή του γιατρού να παραμένει ίδια, μπερδεύτηκε και ρώτησε τον Βούδα: 

'' Οι άνθρωποι φέρνουν κάθε είδους αρρώστιες. Άλλος φέρνει απληστία, άλλος φέρνει το σεξ, άλλος φέρνει το φαγητό, άλλος φέρνει κάτι άλλο. Η συνταγή σου όμως παραμένει πάντοτε ίδια! ''
Και ο Βούδας είπε: 

'' Οι αρρώστιες τους είναι διαφορετικές, όπως ακριβώς οι άνθρωποι ονειρεύονται διαφορετικά όνειρα. Αν δύο χιλιάδες άνθρωποι κοιμούνται, θα έχουν δύο χιλιάδες όνειρα. Αν όμως έρθεις σ’ εμένα και με ρωτήσεις πώς να απαλλαγείς από αυτό το όνειρο, το φάρμακο παραμένει το ίδιο: Ξύπνα!
Δεν πρόκειται να είναι κάτι διαφορετικό. Μπορείς να το ονομάσεις εγρήγορση, μπορείς να το ονομάσεις επίγνωση, μπορείς να το ονομάσεις παρατήρηση, μπορείς να το ονομάσεις ενθύμηση, μπορείς να το ονομάσεις διαύγεια, μπορείς να το ονομάσεις διαλογισμό.
Αυτά είναι διαφορετικά ονόματα για το ίδιο φάρμακο.
Ο σουφιστής Δάσκαλος


Σε μια πόλη της Ανατολής κάλεσαν κάποιον μεγάλο δάσκαλο της σουφιστικής παράδοσης, για να μιλήσει.
Ο Δάσκαλος κανόνισε τη διάλεξη για τις δύο το μεσημέρι και η προσέλευση του κόσμου ήταν μεγάλη. Πουλήθηκαν και οι χίλιες θέσεις και έμειναν εκτός περισσότερα από εξακόσια άτομα, που θα παρακολουθούσαν την ομιλία μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης.
Στις δύο ακριβώς μπήκε ο βοηθός του Δασκάλου και ανακοίνωσε , πως για λόγους ανωτέρας βίας η διάλεξη θα καθυστερούσε. Μερικοί σηκώθηκαν αγανακτισμένοι, ζήτησαν να τους επιστραφούν τα χρήματα και αποχώρησαν. Όμως παρέμειναν πολλοί ακόμη μέσα κι έξω από την αίθουσα.
Στις τέσσερις το απόγευμα ο σουφιστής Δάσκαλος δεν είχε ακόμη κάνει την εμφάνισή του και οι άνθρωποι σιγά-σιγά έφευγαν, παίρνοντας πίσω τα χρήματά τους. Άλλωστε πλησίαζε η προκαθορισμένη ώρα λήξης της διάλεξης και είχε έρθει η στιγμή, που υπολογίζανε να γυρίσουν στα σπίτια τους. Όταν χτύπησε έξι, οι περίπου χίλιοι εφτακόσιοι αρχικοί ακροατές είχαν μειωθεί σε λιγότερους από εκατό.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Δάσκαλος μέσα στην αίθουσα. Φαινόταν τελείως μεθυσμένος και άρχισε να λέει αστειάκια σε μια όμορφη κοπέλα, που καθόταν στην πρώτη σειρά.
Αφού πέρασε η πρώτη έκπληξη, οι ακροατές άρχισαν να αγανακτούν. Πως ήταν δυνατόν, αφού περίμεναν τέσσερις ώρες συνέχεια, να φέρεται έτσι αυτός ο άνθρωπος; Ακούστηκαν ορισμένα μουρμουρητά αποδοκιμασίας, αλλά ο σουφιστής Δάσκαλος δεν τους έδωσε καμιά σημασία. Συνέχισε να φωνάζει, ότι η κοπέλα ήταν σέξι και την κάλεσε να ταξιδέψει μαζί του στη Γαλλία.
Αφού βλαστήμησε όσους διαμαρτύρονταν, ο Δάσκαλος επιχείρησε να σηκωθεί και έπεσε βαρύς στο πάτωμα. Εξοργισμένοι οι ακροατές αποφάσισαν να φύγουν, λέγοντας ότι όλα αυτά ήταν αγυρτείες και ότι θα απευθύνονταν στις εφημερίδες, για να καταγγείλουν αυτό το εξευτελιστικό θέαμα.
Εννέα άνθρωποι έμειναν στην αίθουσα. Μόλις οι αγανακτισμένοι εγκατέλειψαν το χώρο, ο Δάσκαλος σηκώθηκε μεταμορφωμένος. Ήταν νηφάλιος, τα μάτια του έλαμπαν και απέπνεε έναν αέρα αξιοπρέπειας και σοφίας.
'' Εσείς που βρίσκεστε εδώ, είστε αυτοί που πρέπει να με ακούσουν, '' είπε. '' Περάσατε επιτυχώς τις δυο πιο δύσκολες δοκιμασίες στο δρόμο του πνεύματος, την υπομονή για να περιμένετε τη σωστή στιγμή και το θάρρος να μην απογοητεύεστε, από αυτό που βρήκατε. Εσάς θα διδάξω. ''
Και ο Δάσκαλος μοιράστηκε μαζί τους μερικές σουφιστικές τεχνικές.
Ο παπάς κι ο ταξιτζής


Ήταν κάποτε σε ένα χωριό δυο άνδρες με το ίδιο όνομα. Τους έλεγαν Χοακίν Γκονζάλες. Ο ένας ήταν ο παπάς της ενορίας και ο άλλος ήταν ταξιτζής. Έτσι το ήθελε η μοίρα, να πεθάνουν και οι δύο την ίδια μέρα. Και πάνε στον ουρανό, όπου τους περιμένει ο Άγιος Πέτρος.
« Το όνομά σου; » ρωτάει τον πρώτο ο Άγιος Πέτρος.
« Χοακίν Γκονζάλες. »
« Ο παπάς; »
« Όχι, όχι, ο ταξιτζής. »
Ο Άγιος Πέτρος συμβουλεύεται τις σημειώσεις του και του λέει:
« Ωραία, έχεις κερδίσει τον παράδεισο. Σου ανήκουν αυτοί οι χιτώνες, που είναι φτιαγμένοι με χρυσή κλωστή κι αυτή η πλατινένια ράβδος, η στολισμένη με ρουμπίνια. Μπορείς να περάσεις μέσα. »
« Ευχαριστώ, ευχαριστώ, » λέει ο ταξιτζής.
Περνάνε και δυο-τρεις άλλοι, ώσπου έρχεται η σειρά του παπά.
« Το όνομά σου; »
« Χοακίν Γκονζάλες. »
« Ο παπάς. »
« Μάλιστα. »
« Πολύ καλά, τέκνο μου. Έχεις κερδίσει τον παράδεισο. Σου ανήκει αυτός ο λινός χιτώνας κι αυτό το ξύλινο ραβδί, το διακοσμημένο με γρανίτη. »
Λέει ο παπάς:
« Συγγνώμη, δεν είναι ότι κάνω διακρίσεις, αλλά πρέπει να έχει γίνει κάποιο λάθος. Εγώ είμαι ο Χοακίν Γκονζάλες, ο παπάς! »
« Ναι, τέκνο μου, κέρδισες τον παράδεισο, σου ανήκει ο λινός χιτώνας. »
« Όχι, δεν είναι δυνατόν! Τον γνωρίζω τον άλλο κύριο. Δούλευε ταξιτζής, ζούσε στο χωριό μου και ήταν σκέτη συμφορά! Ανέβαινε στα πεζοδρόμια, τρακάριζε κάθε μέρα, μια φορά έπεσε πάνω σε ένα σπίτι, οδηγούσε απαίσια, έριχνε κάτω τα φανάρια, παρέσυρε τα πάντα στο δρόμο του. Κι εγώ πέρασα εβδομήντα πέντε χρόνια από τη ζωή μου, κηρύττοντας κάθε Κυριακή στην ενορία μου. Πως γίνεται, να δίνεται σ’ εκείνον τον χιτώνα με τη χρυσή κλωστή και την πλατινένια ράβδο και σ’ εμένα αυτό εδώ; Πρέπει να έχει γίνει λάθος! »
« Όχι, δεν υπάρχει κανένα λάθος, » λέει ο Άγιος Πέτρος. « Απλώς, κι εμείς εδώ στον ουρανό συνηθίσαμε να κάνουμε μια αποτίμηση, όπως κάνετε κι εσείς στη γήινη ζωή σας. »
« Πως; Δεν καταλαβαίνω. »
« Φυσικά, τώρα λειτουργούμε με βάση τα αποτελέσματα. Κοίτα, θα σου εξηγήσω τι έγινε στη δική σου περίπτωση και θα το καταλάβεις αμέσως: Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, κάθε φορά που έκανες κήρυγμα, ο κόσμος κοιμόταν, ενώ κάθε φορά που εκείνος οδηγούσε το ταξί, ο κόσμος προσευχόταν. Αποτελέσματα!!! Κατάλαβες τώρα; »
Η αποτίμηση της ζωής με βάση τα αποτελέσματα είναι μια θέση υπερβολικά ασήμαντη, για να την πάρουμε στα σοβαρά.
Δίνοντας προτεραιότητα στο αποτέλεσμα μπορώ, αν είμαι τυχερός, να κατακτήσω στιγμές δόξας.
Δίνοντας προτεραιότητα στο σχέδιο και κάνοντάς το δρόμο, μπορώ να ανταλλάξω αυτές τις ένδοξες στιγμές με την ευτυχία!
Η αποτίμηση της ζωής γίνεται με βάση τη διαδρομή , όχι με το που έφτασε κανείς.
Η αποτίμηση της ζωής γίνεται με βάση το πέρασμα μου , όχι με τα πόσα κατάφερα να μαζέψω στο δρόμο.
Τα πόσα μάζεψα είναι θέμα ματαιοδοξίας , να ευχαριστήσω τη μαμά, να γίνω κάποιος, να διακριθώ.
Κι αυτός δεν είναι ο δρόμος.
Ο δρόμος δεν είναι να ικανοποιήσουμε, όσους θα ήθελαν να γίνουμε τούτο ή το άλλο.
Αν αποβλέπουμε μόνο στο αποτέλεσμα, δεν πρόκειται να καταφέρουμε σχεδόν τίποτα.
Η επιδίωξη του αποτελέσματος και μόνο, δεν έχει νόημα. Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, φτάνει κανείς σε λάθος συμπεράσματα για την πραγματικότητα.
Ο δρόμος δείχνει την κατεύθυνση.
Και η κατεύθυνση είναι κάτι πολύ σπουδαιότερο από το αποτέλεσμα.
Οι δυο ναυαγοί


Ένα κρουαζιερόπλοιο κατά τη διάρκεια μιας σφοδρότατης καταιγίδας βυθίστηκε και μόνο δύο από τους επιβάτες του κατάφεραν να κολυμπήσουν μέχρι ένα μικρό ερημονήσι. Οι δυο ναυαγοί μη ξέροντας τι άλλο να κάνουν, συμφώνησαν ότι δεν είχαν άλλη διέξοδο, από το να προσευχηθούν στο Θεό. Ωστόσο για να εξακριβώσουν ποιανού η προσευχή είναι ισχυρότερη, αποφάσισαν να χωρίσουν την περιοχή στα δύο και να μείνουν στις αντίθετες πλευρές του νησιού.
Το πρώτο πράγμα για το οποίο προσευχήθηκαν, ήταν τροφή. Το επόμενο πρωινό ο πρώτος άνδρας είδε ένα δέντρο γεμάτο φρούτα στην πλευρά του και ικανοποίησε την πείνα του. Η άλλη πλευρά του νησιού παρέμεινε άγονη.
Μετά από μια εβδομάδα ο πρώτος άνδρας ένοιωθε μοναξιά και αποφάσισε να προσευχηθεί για μια σύζυγο. Την επόμενη μέρα, μια γυναίκα βγήκε κολυμπώντας στη δική του πλευρά του νησιού. Στην άλλη πλευρά δεν έγινε τίποτα.
Σύντομα ο πρώτος άνδρας προσευχήθηκε για ένα σπίτι, ρούχα, περισσότερη τροφή. Την επόμενη μέρα έγινε το θαύμα ! Ότι προσευχήθηκε του δόθηκε ! Ωστόσο ο δεύτερος άνδρας ακόμη δεν κατάφερε να αποκτήσει τίποτα.
Τελικά, ο πρώτος άνδρας προσευχήθηκε για ένα πλοίο, ώστε αυτός και η σύζυγος του να μπορέσουν να φύγουν από το ερημονήσι. Το πρωί βρήκε ένα πλοίο αραγμένο στη δική του πλευρά του νησιού. Ο πρώτος άνδρας και η σύζυγος του επιβιβάστηκαν στο πλοίο και αποφάσισαν, να αφήσουν τον δεύτερο άνδρα μόνο του στο νησί. Θεώρησαν, ότι ο δεύτερος άνδρας ήταν ανάξιος να λάβει τις ευλογίες του Θεού. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν, επειδή υπέθεσαν, πως καμιά από τις προσευχές του δεύτερου άντρα δεν εισακούστηκε.
Καθώς το καράβι ήταν έτοιμο να σαλπάρει, ο πρώτος άνδρας άκουσε μια φωνή από τον ουρανό να δονεί τον  
αέρα :
« Γιατί παρατάς τον σύντροφό σου στο νησί ; »
« Οι ευλογίες είναι μόνο δικές μου, καθώς εγώ ήμουν αυτός, που προσευχήθηκε για να τις λάβει. Από τις δικές του προσευχές δεν εισακούστηκε καμία και έτσι δεν του αξίζει τίποτα, » απάντησε ο πρώτος άνδρας.
« Κάνεις πολύ μεγάλο λάθος » τον επίπληξε η φωνή.

« Ο άνδρας αυτός προσευχόταν μόνο για ένα πράγμα, το οποίο και εισακούστηκε. Αν δεν γινόταν αυτό, εσύ δεν θα λάμβανες καμιά από τις ευλογίες μου »
« Πες μου, » ρώτησε ο πρώτος άνδρας, « ποια ήταν η προσευχή του, για την οποία του είμαι 

υποχρεωμένος; »
« Προσευχόταν, να εισακουστούν όλες οι προσευχές σου! »
Από όσο γνωρίζουμε, οι ευλογίες μας δεν είναι οι καρποί μόνο των δικών μας προσευχών αλλά και των προσευχών, που άλλοι άνθρωποι κάνουν για μας.
Ότι κάνεις για τους άλλους, είναι σημαντικότερο από ότι κάνεις για σένα.
Μολονότι ο κοινός άνθρωπος αδιάκοπα ζητάει, η φωνή του δεν εισακούγεται, γιατί δεν ζητάει παρά μονάχα με τη διάνοιά του και τα κίνητρα του είναι εγωιστικά.
Η προσευχή για ν' ακουστεί από το Θεό, πρέπει να γίνεται με ταπείνωση και να προέρχεται από την καρδιά, αλλιώς δεν ωφελεί.
Σπόρος για Χρυσή Αχλαδιά


Κάποτε ένας πολύ φτωχός άνθρωπος ζήλεψε και έκλεψε μία πήλινη κούπα.
Τον πιάσανε όμως, την ώρα που έκανε την κλεψιά και τον κλείσανε στη φυλακή.
Έμεινε ξεχασμένος εκεί μέσα για πολλούς μήνες χωρίς δίκη, τόσο, που άρχισε να σκέφτεται, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να βγει.
Να δραπετεύσει δε μπορούσε, γιατί οι φύλακες ήταν πολλοί και τον φυλάγανε καλά. Δεν του έμενε λοιπόν, παρά η πονηριά.
Μια μέρα παρακάλεσε κάποιο φύλακα, να τον πάει στο αυτοκράτορα.
- Και γιατί θες να δεις τον αυτοκράτορα; ρώτησε ο φύλακας.
- Θέλω να του δώσω ένα θησαυρό πολύ σπάνιο, απάντησε ο κλέφτης.
Έτσι, τον οδήγησαν στην αυλή του αυτοκράτορα.
- Τι θέλεις από μένα; τον ρώτησε ο αυτοκράτορας.
- Μεγαλειότατε, θέλω να σας προσφέρω ένα θησαυρό πολύ σπάνιο, απάντησε ο κλέφτης κι έβγαλε από την τσέπη του ένα καλά διπλωμένο κομματάκι χαρτί, το οποίο ανοίγει προσεχτικά και το δίνει στο φρουρό, όπου και εκείνος με την σειρά του το δίνει στον αυτοκράτορα.
- Μα δεν είναι παρά ένα κουκούτσι από αχλάδι! φώναξε ο αυτοκράτορας, μόλις πήρε στα χέρια του και είδε το περιεχόμενο του χαρτιού.
- Ναι, είναι μονάχα ένα κουκούτσι από αχλάδι, απάντησε ο κλέφτης, αλλά ένα σπάνιο είδος! Αν το φυτέψετε, θα γίνει δέντρο, και πάνω σ' αυτό το δέντρο θα ωριμάσουν χρυσά αχλάδια.
- Και τότε γιατί δεν το φύτεψες εσύ;
- Υπάρχει σοβαρός λόγος. Για να βγάλει τα χρυσά αχλάδια, πρέπει να φυτευτεί από κάποιον, που δεν έκλεψε ποτέ και δεν είπε ψέματα σε κανέναν. Διαφορετικά, θα βγάλει τα συνηθισμένα αχλάδια. Γι' αυτό έφερα σε σας αυτό το κουκούτσι, γιατί σίγουρα δεν έχετε κλέψει, ούτε εξαπατήσει ποτέ κανέναν.
- Τι βλακείες… μουρμούρισε ο αυτοκράτορας, ο οποίος θυμήθηκε, ότι είχε κλέψει αρκετές φορές και εξαπατήσει φτωχούς χωριάτες με τη βαριά φορολογία.
- Εντάξει, τότε ας το φυτέψει ο υπουργός σας, αφού εσείς δεν με πιστεύετε.
- Εγώ δεν το πιστεύω και δεν θα το κάνω, είπε ο υπουργός γιατί απλά ο ίδιος είχε δωροδοκηθεί από πολλούς πολίτες.
- Εντάξει, ας το φυτέψει ο στρατηγός του αυτοκρατορικού στρατού, πρότεινε ο κλέφτης.
- Μα εγώ δεν κάνω καθόλου για κηπουρός, είπε ο στρατηγός γιατί απλά κι αυτός είχε εξαπατήσει τους στρατιώτες του στην πληρωμή τους.
- Εντάξει, τότε ας δοκιμάσει ο ανώτατος δικαστής.
Αλλά, ούτε και ο δικαστής δέχτηκε, γιατί συνήθως έβγαζε τις αποφάσεις του ανάλογα με τα λεφτά, που ο κόσμος του έδινε.
- Εντάξει, τότε, ο αυτοκρατορικός γιατρός.
- Εμένα δεν μου επιτρέπει ο όρκος μου να πλουτίσω με τέτοιο τρόπο, είπε ο γιατρός γιατί απλά ο ίδιος πλούτιζε με έναν άλλο τρόπο.
- Ας, το φυτέψει, επιτέλους, ο φύλακας των φυλακών.
- Δεν ασχολούμαι εγώ με τέτοια θέματα, είπε φύλακας γιατί και αυτός με τη σειρά του δεχόταν λεφτά από τους φυλακισμένους και κανόνιζε πόσο αυστηρά θα τους συμπεριφερόταν.
Κι έτσι συνεχίστηκε η ιστορία για κάμποση ώρα.
Οποιονδήποτε και να πρότεινε, αυτός έβρισκε μια δικαιολογία για ν’ αρνηθεί, γιατί δεν είχε καθαρή τη συνείδησή του.
Στο τέλος ο κλέφτης ξέσπασε σε γέλια:
- Όλοι σας, όποιοι και αν είστε και δεν εξαιρώ κανέναν, κλέβετε, εξαπατάτε, λέτε ψέματα, αλλά κανένας δεν μπαίνει γι' αυτά στη φυλακή. Ενώ εγώ, το μόνο που πήρα ήταν μια απλή, πήλινη κούπα, κι όμως έπρεπε να με κλείσουν γι' αυτό μέσα.
Κι έτσι , επειδή είναι παραμύθι και έχει πάντα καλή κατάληξη , ο αυτοκράτορας άφησε ελεύθερο τον «τίμιο» κλέφτη!