Ο δάσκαλος του μουσικού
Ένας πολύ σπουδαίος μουσικός ήταν στην αυλή του βασιλιά. Ο βασιλιάς θαύμαζε την μουσική του ευφυΐα και το μουσικό του ταλέντο και σε κάποια στιγμή του είπε :
«Δεν μπορώ να φανταστώ, ότι υπάρχει κάποιος, που μπορεί να είναι καλύτερος από εσένα. Μου φαίνεται αδύνατον, να συμβαίνει αυτό. Όποτε όμως το συλλογίζομαι, μπαίνει στο νου μου η σκέψη, ότι πρέπει να έχεις μαθητεύσει σε ένα δάσκαλο, από τον οποίο έμαθες αυτά που γνωρίζεις. Αναρωτιέμαι λοιπόν, μήπως ο δάσκαλός σου μπορεί και σε ξεπερνάει στις μουσικές γνώσεις και δεξιότητες. Ποιος είναι ο δάσκαλος σου; Είναι ακόμη ζωντανός; Αν είναι ζωντανός, θα χαιρόμουν πολύ να το προσκαλέσω και να τον φιλοξενήσω στην αυλή.»
Ο μουσικός απάντησε:
«Ναι ο δάσκαλός μου είναι απείρως καλύτερος από εμένα και ναι είναι ζωντανός. Δεν γνωρίζω όμως που βρίσκεται, επειδή είναι σαν τον μοναχικό λύκο. Δεν είναι άνθρωπος της κοινωνίας, είναι σαν τους ανέμους, σαν τα σύννεφα. Δεν έχει ρίζες μέσα στην κοινωνία. Είναι ένας περιπλανώμενος άστεγος. Και επιπλέον, δεν μπορείς να του ζητήσεις να τραγουδήσει ή να παίξει. Αυτό είναι αδύνατον. Τραγουδάει όποτε το νιώθει, χορεύει όποτε το νιώθει. Για να τον δεις να χορεύει και για να τον ακούσεις να τραγουδάει, θα πρέπει να τον αναζητήσεις, να τον βρεις και να πας εσύ ο ίδιος σ' εκείνον και να περιμένεις υπομονετικά, μέχρι να βρεθεί εκείνος σε θέση , που να θέλει να χορέψει και να τραγουδήσει.»
Ο βασιλιάς γοητεύτηκε.
«Αξίζει τον κόπο! Θα βάλω να τον ψάξουν, θα τον βρω και όπου κι αν βρίσκεται, θα πάω να παραφυλάξω.»
Κάποτε αυτοί που έστειλε ο βασιλιάς προς αναζήτηση του δασκάλου, φανήκανε τυχεροί και βρήκαν, πως αυτός βρισκότανε σε μια καλύβα στην όχθη ενός ποταμού. Ο βασιλιάς πήρε μαζί του τον μουσικό και πήγαν να τον συναντήσουν. Σταμάτησαν σε ένα χωριό κοντά στην καλύβα και ζήτησαν πληροφορίες από τους χωρικούς.
Οι χωρικοί είπαν:
«Μερικές φορές, γύρω στις τρεις τη νύχτα, τραγουδάει και χορεύει, όλη μέρα όμως κάθεται σιωπηλός.»
Έτσι, μέσα στη νύχτα, ο βασιλιάς και ο μουσικός, κρυμμένοι σαν τους κλέφτες, περίμεναν καλά προφυλαγμένοι παρακολουθώντας τις κινήσεις του δάσκαλου , ώστε να μην μπορεί να τους αντιληφθεί εκείνος , επειδή είχαν τον φόβο, μήπως αν τους έβλεπε, αρνιότανε να τραγουδήσει και να χορέψει.
Ο δάσκαλος όμως ξαφνικά άρχισε να τραγουδάει κι ύστερα, άρχισε να χορεύει. Ο βασιλιάς παρακολουθούσε σαν υπνωτισμένος. Δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε λέξη, επειδή δεν είχε λόγια, για να εκφράσει το θαυμασμό και όλα τα συναισθήματα που ένιωθε. Έκλαιγε συνεχώς. Κι όταν το τραγούδι σταμάτησε και πήραν το δρόμο του γυρισμού, παρέμενε σιωπηλός. Από τα μάτια του συνέχιζαν να κυλάνε δάκρια.
Όταν φθάσανε στο παλάτι είπε ο βασιλιάς στον μουσικό:
«Νόμιζα ότι κανένας δεν μπορούσε να σε ξεπεράσει, νόμιζα πως είσαι μοναδικός, τώρα όμως, τώρα όμως πρέπει να πω, πως δεν είσαι τίποτα, συγκρινόμενος με το δάσκαλο σου. Αναρωτιέμαι αλήθεια, που οφείλεται αυτή η χαώδης διαφορά;»
Ο μουσικός της αυλής απάντησε:
«Η εξήγηση είναι απλή. Εγώ τραγουδάω και παίζω, με απώτερο σκοπό να κερδίσω κάτι άλλο, χρήματα, κύρος, σεβασμό. Όσο καλή και να είναι η μουσική μου, εξακολουθεί να είναι ένα μέσο για έναν άλλο σκοπό. Για τον δάσκαλό μου όμως η μουσική είναι ο σκοπός της ζωής του, ο δάσκαλός μου τραγουδάει, επειδή εκείνη τη στιγμή αναβλύζει κάτι μέσα στα σωθικά του, που πρέπει να το εξωτερικεύσει , να το βγάλει από μέσα του και ο μοναδικός τρόπος που υπάρχει, είναι να τραγουδήσει και να χορέψει. Αυτή είναι η διαφορά. Εκείνος τραγουδάει μόνο, όταν έχει κάτι μέσα του. Τότε ρέει το τραγούδι, τότε χορεύει. Όταν είναι γεμάτος με το θεϊκό και δεν μπορεί να το χωρέσει μέσα του, τότε μόνο τραγουδάει και χορεύει. Το τραγούδι είναι για τον δάσκαλό μου, από μόνο του ένας σκοπός!»
