Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

Όλα δεν αγοράζονται με χρήματα


Ο Βίκτωρ ήταν ένας πολύ επιτυχημένος επαγγελματίας, που είχε δική του αλυσίδα καταστημάτων γυναικείας μόδας. Είχε σπίτια σε δυο χώρες, έκανε συλλογή από αυτοκίνητα αντίκες και ταξίδευε τακτικά. Φαινόταν, ότι ζούσε την τέλεια ζωή.
Θεωρούσε, πως η σκληρή δουλειά και η αφοσίωση ήταν αυτά, που μετρούσαν στην ζωή. Επειδή στάθηκε πολύ τυχερός οικονομικά, θεωρούσε πως ήξερε τα πάντα για την αφθονία. Μέχρι που κάποτε προσγειώθηκε απότομα.
Ο Βίκτωρ ήταν παντρεμένος και είχε δυο δίδυμα αγόρια.
Από την αρχή τους συμπεριφερότανε πολύ σκληρά, επειδή πίστευε πως όπως αυτός έμαθε να δουλεύει σκληρά από μικρός, έτσι έπρεπε και εκείνοι να μάθουν να δουλεύουν σκληρά. Αλλά ότι και να κάνανε οι γιοι του, αυτός δεν ήταν ευχαριστημένος και συνεχώς τους παρατηρούσε και τους μάλωνε, ξεχνώντας πολλές φορές ότι ήταν παιδιά! Παρά το γεγονός πως δεν τα στέρησε από υλικά αγαθά, απέφυγε να τους δείξει πως τους αγαπάει και τους εκτιμάει. Ήταν τόσο σίγουρος πως έτσι έπρεπε να κάνει, που όταν τολμούσε η γυναίκα του, να του επισημάνει την σκληρή και τυραννική πολλές φορές συμπεριφορά του, εκείνος την διέκοπτε, λέγοντάς της, πως ήξερε καλά τι κάνει!
Όταν τα αγόρια έγιναν 19 χρονών, εξαφανίστηκαν! Σπούδαζαν και οι δυο σε κολέγιο και διέμεναν στο πατρικό σπίτι. Τη μια νύχτα ήταν σπίτι, το επόμενο πρωί είχανε φύγει. Στην μητέρα τους είπαν πως έφυγαν, επειδή δεν άντεχαν την συμπεριφορά του πατέρα τους και θεωρούσαν, ότι δεν τους αγαπούσε. Είχαν κρατήσει επαφή με την μητέρα τους και την ενημέρωναν τακτικά, πως ήταν καλά.
Όταν ο Βίκτορας έμαθε για ποιο λόγο έφυγαν οι δίδυμοι, λύγισε. Βεβαίως και τους αγαπούσε, αλλά όσο κι αν έψαξε στη μνήμη του δεν βρήκε ούτε μια φορά, που να τους το είπε. Μόνο σκληρά λόγια και παρατηρήσεις μπορούσε να θυμηθεί!
Τα αγόρια έμεναν μαζί. Ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο, δουλεύοντας από δω και από κει, συνήθως όπου υπήρχαν παραλίες με ιστιοσανίδες.
Η μητέρα τους πήγαινε και τους έβλεπε στα διάφορα μέρη που βρίσκονταν. Αρνιότανε να συναντηθούν με τον πατέρα τους, όπως και να πάρουν χρήματα από αυτόν ή την μητέρα τους. Ο Βίκτορας έδινε στη γυναίκα του γράμματα για να τους τα δώσει, αλλά ποτέ δεν του απάντησαν, σε όσα αυτός τους έγραψε!
Έξι χρόνια είχαν ήδη περάσει. Κάποια μέρα η γυναίκα του είπε στον Βίκτορα, πως οι γιοι τους βρισκόταν σε ένα εξωτικό νησί στην νοτιοανατολική Ασία και υποσχέθηκε να μην τους πει, αν ο Βίκτορας ήθελε να πάει να τους συναντήσει.
Όταν ο Βίκτορας πήγε στο νησί, έμαθε πως οι γιοι του είχαν ένα μικρό σκάφος, το οποίο μετέφερε τουρίστες στα ανοικτά, για να ψαρέψουν. Ναύλωσε το σκάφος για μια ολόκληρη μέρα και οι γιοι του έκπληκτοι αντίκρισαν τον πατέρα τους σαν πελάτη!
Ανοιχτήκανε στα βαθιά με την βάρκα, ο Βίκτωρ και οι δυο γιοι του, αλλά δεν ψαρέψανε καθόλου. Απλώς πλέανε ολόγυρα με τη βάρκα και μιλούσανε συνεχώς. Ο Βίκτωρ για πρώτη φορά τους είπε όλα αυτά, που τόσα χρόνια δεν τους ανέφερε, ότι είναι ότι πολυτιμότερο έχει στη ζωή του και πως τους αγαπάει βαθιά.
Αγκαλιαστήκανε και κλάψανε.
Πέρασε τις επόμενες δυο βδομάδες μαζί τους και του υποσχεθήκανε, πως τα Χριστούγεννα θα γύριζαν στο πατρικό, για να γιορτάσουνε μετά από τόσα χρόνια πάλι μαζί. Όταν γεμάτος χαρά το ανακοίνωσε τηλεφωνικά ο Βίκτωρ στην γυναίκα του, εκείνη πονηρά του είπε, πως ήδη το γνώριζε κι άρχισε κιόλας και ετοιμασίες γι’ αυτό.
Ο Βίκτωρ επιτέλους κατάλαβε, πως δεν είναι το παν να κερδίσει κάποιος χρήματα, επειδή η αφθονία δεν βρίσκεται στα λεφτά, επειδή ουσιαστικά αφθονία έχεις, όταν δεν στερείσαι όλα αυτά, που δεν μπορείς να αγοράσεις με όλα τα χρήματα του κόσμου, επειδή στην ζωή προσφέρονται δωρεάν, όπως η αγάπη, η εκτίμηση, ο σεβασμός, η συντροφικότητα, ο χρόνος και όλα, που αντιστοιχούν σε αυτά!