Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

Η αποδοχή


Ο όρος "αποδοχή" χρησιμοποιείται ευρέως στο χώρο της αυτογνωσίας. Πολλοί δάσκαλοι λένε "αποδέξου μια κατάσταση", "αποδέξου το παρόν" ή "αποδέξου αυτά που συμβαίνουν μέσα σου", αλλά εύκολα παρερμηνεύονται αυτές οι συμβουλές.
Τι σημαίνει λοιπόν "αποδέχομαι"; Αν κάποιος ζει σε ένα περιβάλλον όπου οι άλλοι τον κακομεταχειρίζονται και τον κακοποιούν, πρέπει να αποδεχτεί την κακοποίηση; Αν ένα παιδί ζει σε ένα σπίτι όπου οι γονείς τσακώνονται καθημερινά και το περιβάλλον τού δημιουργεί άγχος και ανασφάλεια, πρέπει να μάθει να ζει σ' αυτό το περιβάλλον και να το αποδεχτεί; Φυσικά και όχι.
Πρακτικά, αποδοχή σημαίνει ότι η όποια αντίδραση στα εξωτερικά ή εσωτερικά φαινόμενα, δεν προέρχεται από τον αυτόματο προγραμματισμό μας, αλλά από συνειδητή δράση.
Π.χ. στην περίπτωση που κάποιος βιώνει κάποιου είδους ψυχολογική κακοποίηση στο σπίτι, η αυτόματη αντίδραση μπορεί να του υποδεικνύει να καταπιέζεται ή να αρχίσει να κάνει κακό στον εαυτό του. Η συνειδητή δράση μπορεί όμως να του υποδείξει μια άλλη στάση: αν είναι παιδί μπορεί να απευθυνθεί σε κάποιον που μπορεί να το βοηθήσει ή να εκφράσει τη δυσφορία που νιώθει (σε περίπτωση που δεν εισακουστεί η ανάγκη του για ένα ήρεμο περιβάλλον, μπορεί πάλι να επιλέξει να δράσει διαφορετικά). Αν είναι ενήλικας μπορεί αντί να συμμετέχει στην αρνητική κατάσταση, να επιλέξει να φύγει από το σπίτι.
Αποδοχή δεν σημαίνει κάθομαι και ανέχομαι μια κατάσταση που μου προκαλεί δυσφορία. Όταν βλέπεις να συμβαίνει μπροστά σου (ή σε σένα) μια αδικία, δεν θα σκεφτείς "πρέπει να το αποδεχτώ και γι' αυτό δεν θα κάνω τίποτα". Αλλά η αποδοχή του γεγονότος θα διαμορφώσει μια διαφορετική στάση και δράση, πέρα από την αυτόματη αντίδραση του προγραμματισμού.
Στα εσωτερικά φαινόμενα ισχύει το ίδιο. Μπορεί κάποιος να έχει μάθει να αντιμετωπίζει το άγχος τρώγοντας. Για να ξεπεράσει αυτή την αυτόματη αντίδραση, πρέπει πρώτα να μάθει να αποδέχεται το άγχος ως φαινόμενο αποκόπτοντάς το από την αυτόματη αντίδραση της αναζήτησης φαγητού. Δηλαδή, πρέπει να μάθει να μένει μόνος του με το φαινόμενο που λέγεται "άγχος" (αφού πρώτα το αναγνωρίσει), χωρίς να προσπαθεί να το αποφύγει ή να το καταπιέσει. Στη συνέχεια, όποια δράση ακολουθήσει θα προέρχεται από τη συνειδητή αυτή στάση, κάτι που θα έχει μακροπρόθεσμα ως αποτέλεσμα το σπάσιμο της αλυσιδωτής αυτόματης αντίδρασης. Το να πει κάποιος "αποδέχομαι ότι για να νιώσω καλύτερα πρέπει να φάω", δεν δηλώνει αποδοχή αλλά αποφυγή.
Ποιος είναι ο πραγματικά «φτωχός»


Ένας πλούσιος πατέρας με οικονομική άνεση, θέλοντας να δείξει στο γιο του, πώς είναι η αθλιότητα της φτώχειας, τον πήρε μαζί του, για να περάσουν λίγες μέρες στο χωριό, σε μια οικογένεια που ζούσε στο βουνό.
Πέρασαν τρεις μέρες και δυο νύχτες στην αγροικία. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι, μέσα στο αυτοκίνητο, ο πατέρας ρώτησε το γιο του:
«Πώς σου φάνηκε η εμπειρία;»
«Ωραία» απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
«Και τι έμαθες;» συνέχισε με επιμονή ο πατέρας.
Ο γιος απάντησε:
«Εμείς έχουμε έναν σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις.
Εμείς διαθέτουμε μια πισίνα, που φτάνει μέχρι τη μέση του κήπου, ενώ αυτοί χρησιμοποιούν ένα ποτάμι δίχως τέλος, με κρυστάλλινο νερό, μέσα και γύρω από το οποίο υπάρχουν και άλλες ομορφιές.
Εμείς χρησιμοποιούμε φαναράκια, για να φωτίζουμε τον κήπο μας, ενώ αυτοί λούζονται στο φως του φεγγαριού και των αστεριών.
Η αυλή μας περιορίζεται από τον φράχτη, ενώ η δική τους φθάνει μέχρι εκεί, που βλέπει το μάτι.
Εμείς αγοράζουμε την τροφή μας τυποποιημένη και επεξεργασμένη, αυτοί πάλι τρώνε φρέσκα φρούτα και λαχανικά από τον κήπο τους.
Εμείς ακούμε μουσική κονσερβαρισμένη. Αυτοί απολαμβάνουν μια θεσπέσια μουσική συμφωνία από πουλιά, βατράχια, έντομα και άλλα ζωντανά.
Εμείς μαγειρεύουμε με ηλεκτρική κουζίνα. Αυτοί ότι τρώνε, έχει αυτήν τη αξεπέραστη γεύση, μιας και μαγειρεύουν σε φούρνο με ξύλα.
Εμείς, για να προστατευθούμε, ζούμε περικυκλωμένοι από έναν τοίχο με συναγερμό. Αυτοί ζουν με τις ορθάνοιχτες πόρτες τους, προστατευμένοι από την «φτώχεια» τους...
Εμείς ζούμε «καλωδιωμένοι» με το κινητό, τον υπολογιστή, την τηλεόραση. Αυτοί, αντίθετα, συνδέονται με τη ζωή, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό, το πράσινο του βουνού, τα ζώα τους, τους καρπούς της γης τους, την οικογένεια τους».
Ο πατέρας έμεινε έκθαμβος από τις απαντήσεις του γιου του...
Και ο γιος ολοκλήρωσε με τη φράση:
«Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά, που μου έδειξες πόσο φτωχοί είμαστε!»
Ο θαμμένος θησαυρός


Μια φορά, σε κάποια πόλη μιας χώρας, ζούσε ένας φιλεύσπλαχνος και αλτρουιστής γέροντας. Για πολλές νύχτες συνέχεια ο γέροντας ονειρευόταν, ότι ταξίδευε στην πρωτεύουσα της χώρας του κι έφτανε στη γέφυρα ενός ποταμού. Στο όνειρό του έβλεπε κάτω από την γέφυρα να βρίσκεται ένα δασύφυλλο δέντρο, τον εαυτό του να σκάβει έναν λάκκο δίπλα στο δέντρο αυτό και να ξεθάβει έναν σεντούκι με κοσμήματα , λίρες και πολύτιμους λίθους , έναν ολόκληρο θησαυρό ικανό να του προσφέρει ευημερία και ηρεμία για όλη την υπόλοιπη ζωή του!
Στην αρχή, ο γέροντας δεν έδωσε σημασία. Όταν, όμως, το όνειρο επαναλήφθηκε επί αρκετές εβδομάδες, υπέθεσε ότι έκρυβε κάποιο μήνυμα και αποφάσισε να μην αγνοήσει αυτή την πληροφορία, αλλά να προσπαθήσει να ερευνήσει μήπως είναι αλήθεια.
Ακολουθώντας, λοιπόν, τη διαίσθηση του, φόρτωσε το μουλάρι του για ένα μεγάλο ταξίδι κι έφυγε για την Πρωτεύουσα της χώρας.
Ύστερα από έξι μέρες πορεία, ο γέροντας έφτασε στην Πρωτεύουσα κι άρχισε να ερευνά τις γέφυρες των ποταμιών της Πρωτεύουσας , μήπως και δει κάποια, που να έμοιαζε με αυτήν, που έβλεπε στο όνειρό του.
Δεν υπήρχαν πολλά ποτάμια ούτε πολλές γέφυρες κι έτσι βρήκε γρήγορα το μέρος που γύρευε. Όλα ήταν όπως στο όνειρό του. Το ποτάμι, η γέφυρα και στη μια πλευρά του ποταμού το δέντρο, κάτω από το οποίο έπρεπε να σκάψει.
Υπήρχε όμως μια λεπτομέρεια, που δεν εμφανιζόταν στο όνειρο. Τη γέφυρα τη φρουρούσε μέρα-νύχτα ένας στρατιώτης της αυτοκρατορικής φρουράς.
Ο γέροντας δεν τολμούσε να σκάψει, όσο ο στρατιώτης βρισκόταν εκεί. Κατασκήνωσε κοντά στη γέφυρα και περίμενε. Τη δεύτερη νύχτα, ο στρατιώτης υποπτεύθηκε τον άνθρωπο, που είχε κατασκηνώσει κοντά στη γέφυρα και πλησίασε να τον ανακρίνει.
Ο γέρος δεν βρήκε λόγο να του πει ψέματα. Του εξήγησε, ότι είχε έρθει από μια πολύ μακρινή πόλη, γιατί είχε ονειρευτεί ότι στην Πρωτεύουσα, κάτω από μια γέφυρα σαν κι αυτή, υπήρχε θαμμένος ένας θησαυρός.
Ο φρουρός μόλις τον άκουσε, ξέσπασε σε δυνατά γέλια.
«Έκανες τόσο μεγάλο ταξίδι για μια βλακεία» του είπε.
«Εδώ και τρία χρόνια εγώ ονειρεύομαι κάθε νύχτα, ότι στην κουζίνα του σπιτιού ενός γέροντα, που ομολογώ σου μοιάζει πάρα πολύ, είναι φτυστός εσύ, υπάρχει θαμμένος ένας θησαυρός. Χα, χα, χα! Νομίζεις ότι πρέπει να ψάξω να βρω το σπίτι με την κουζίνα , που βλέπω στον ύπνο μου και να πάω να σκάψω, για να βρω τον θησαυρό; Χα, χα, χα!»
Ο γέροντα ευχαρίστησε ευγενικά τον στρατιώτη και γύρισε στο σπίτι του. Μόλις έφτασε, έσκαψε στην κουζίνα του και βρήκε το θησαυρό του ονείρου του στρατιώτη. Ο θησαυρός ήταν πάντα εκεί θαμμένος.
Άραγε ποιος ξέρει, μήπως μετά την αναχώρηση του γέροντα από την Πρωτεύουσα , σκέφτηκε ο στρατιώτης να σκάψει κάτω από το δασύφυλλο δέντρο στην όχθη του ποταμού και αν βρήκε εκεί θαμμένο τον θησαυρό του ονείρου του γέροντα!
Ο ζητιάνος και ο πλούσιος



Κάποτε ένας ζητιάνος τριγυρνούσε στους δρόμους της πόλης ντυμένος με κουρέλια και κοιμόταν στα κατώφλια των σπιτιών.
Ένα πρωί, όταν ο ζητιάνος ακόμα ήταν μισοκοιμισμένος μπροστά σε μια πόρτα, όπου είχε περάσει τη νύχτα του, πέρασε από εκεί ένας πλούσιος επιχειρηματίας.
«Καλημέρα» είπε ο επιχειρηματίας.
«Καλημέρα» αποκρίθηκε ο ζητιάνος.
«Αυτή η εβδομάδα μου πήγε πολύ καλά κι ήρθα να σου δώσω αυτό το πορτοφόλι με τα χρήματα.»
Ο ζητιάνος τον κοίταξε αμίλητος και συνέχισε να κάθεται ακίνητος.
«Κράτησε το πορτοφόλι. Δεν είναι παγίδα. Δικά μου είναι τα χρήματα και σου τα δίνω. Ξέρω ότι τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα.»
«Εσύ έχεις κι άλλα;» ρώτησε ο ζητιάνος.
«Και βέβαια έχω» αποκρίθηκε ο πλούσιος επιχειρηματίας.
«Έχω κι άλλα πολλά.»
«Και δεν θα ήθελες να είχες περισσότερα απ' όσα έχεις;» συνέχισε ο ζητιάνος.
«Ναι, και βέβαια θα ήθελα.»
«Τότε κράτησε αυτά τα χρήματα, γιατί εσύ τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα.»
«Ναι, όμως εσύ χρειάζεσαι φαγητό, κι αυτό απαιτεί χρήματα...»
«Έχω ήδη ένα κέρμα» είπε ο ζητιάνος και του το έδειξε, «και θα μου φτάσει για ένα πιάτο φακές με ψωμί και ίσως και για μερικές ελιές.»
«Σύμφωνοι, όμως θα πρέπει να φας κι αύριο, και μεθαύριο και την επόμενη μέρα. Αύριο πού θα βρεις λεφτά;»
«Αν εσύ με διαβεβαιώσεις, χωρίς κανένα ενδεχόμενο λάθους, ότι θα είμαι ζωντανός αύριο, τότε ίσως να πάρω τα χρήματα σου...» έκλεισε τη συζήτηση ο ζητιάνος.
Ο πελάτης της τράπεζας


Κάποιος μπαίνει μέσα μια τράπεζα στην Νέα Υόρκη και ζητά να μιλήσει με κάποιον υπάλληλο, προκειμένου να πάρει ένα δάνειο. Λέει στον υπάλληλο ότι πηγαίνει στην Ευρώπη για δουλειές για δύο εβδομάδες και χρειάζεται να δανειστεί 5.000 δολάρια. Ο υπάλληλος του λέει, ότι η τράπεζα θα χρειαστεί κάποια μορφή εγγύησης για το δάνειο, έτσι ο πελάτης παραδίδει τα κλειδιά μιας ολοκαίνουριας Ferrari.
Ο υπάλληλος ζητά να δει το αμάξι. Το αυτοκίνητο είναι πράγματι σταθμευμένο έξω από την τράπεζα. Ο πελάτης δείχνει τα χαρτιά και τον τίτλο ιδιοκτησίας. Ο υπάλληλος φυσικά και συμφωνεί, να δεχτεί το αυτοκίνητο ως εγγύηση για το δάνειο. Ο διευθυντής και όλοι οι υπάλληλοι της τράπεζας αρχίζουν να κρυφογελούν με τον πελάτη, που έβαλε ως εγγύηση μια Ferrari $250.000 για ένα δάνειο $5.000! Τέλος ένας υπάλληλος της τράπεζας οδηγεί τη Ferrari στο υπόγειο γκαράζ της τράπεζας και την σταθμεύει εκεί.
Δύο εβδομάδες αργότερα, ο πελάτης επιστρέφει στην τράπεζα και ζητάει να εξοφλήσει το δάνειο, που πήρε. Του ζητάνε να πληρώσει συνολικά $5.015,41, μαζί με τα έξοδα και τον αναλογούντα τόκο.
Αφού πληρώνει στο ταμείο , επιστρέφει στον υπάλληλο, που τον είχε εξυπηρετήσει, για να τον ενημερώσει. Ο υπάλληλος πριν τον αποχαιρετήσει, του λέει διστακτικά:
«Κύριε, είμαστε πολύ ευτυχείς που συνεργαστήκαμε μαζί σας, αλλά είμαστε και λίγο μπερδεμένοι. Ενώ ήσασταν στην Ευρώπη, ελέγξαμε τα περιουσιακά σας στοιχεία και διαπιστώσαμε, ότι είστε πολύ εύπορος οικονομικά! Γιατί λοιπόν χρειάστηκε, να δανειστείτε $5.000;»
Και ο πελάτης χαμογελώντας απαντά στον υπάλληλο:
«Πού αλλού στη Νέα Υόρκη μπορεί κανείς να παρκάρει το αυτοκίνητο του για δυο εβδομάδες με $15.41 μόνο;»