Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

Αντίμετρα στις προσπάθειες μαζικής χειραγώγησης



Οι παρακάτω επισημάνσεις – προτροπές βοηθάνε στο να αμυνθούμε απέναντι σε αυτούς , που  επιχειρούν να μας χειραγωγήσουν μαζικά.

1ο: Χρησιμοποιούμε ενσυνείδητα  τα μάτια και τα αυτιά μας. Αυτό σημαίνει, ότι παρατηρούμε και κατανοούμε όσα συμβαίνουν γύρω μας και δεν καθόμαστε απλώς να τα κοιτάζουμε. Προσπαθούμε να αντιληφθούμε τους αντιπερισπασμούς και αναζητούμε εκείνο, που μπορεί να βρίσκεται πίσω από αυτό, που εκτυλίσσεται μπροστά μας. Προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε  "νόμιμα" ψέματα, μισές αλήθειες, παραπλανητικές ερμηνείες, ανυποστήρικτα δεδομένα και "αποδείξεις", σενάρια προκατασκευασμένα. Επειδή κάποια πράγματα επαναλαμβάνονται συνεχώς με μοτίβα συνήθειας δεν σημαίνει :
α) ότι είναι αλήθεια
β) ότι είναι αδύνατο να αλλάξουν και
γ) ότι πρέπει να τα δεχθούμε.

2ο: Επαγρυπνούμε και δεν εφησυχάζουμε. Ελέγχουμε και  αντιμετωπίζουμε με επιφύλαξη  οτιδήποτε νέο και διαφορετικό αντιλαμβανόμαστε γύρω μας.

3ο: Χρησιμοποιούμε τη λογική μας , σκεφτόμαστε με το δικό μας νου, επικεντρώνοντας τη προσοχή μας, σε ότι είναι χρήσιμο και ωφέλιμο στην επιβίωση και ασφάλεια τη δική μας και του περιβάλλοντός μας, αποφεύγουμε τις παγίδες και αναγνωρίζουμε τις τεχνικές εξαπάτησης . 

4ο: Προσπαθούμε να παραμένουμε  ήρεμοι και 
γαλήνιοι. Ο πανικός είναι ο χειρότερος σύντροφος. 
Ήδη κάποιοι από εμάς αντιμετωπίζουν ακραίες 
συνθήκες, τις οποίες ενδεχομένως  όλοι, αργά ή 
γρήγορα, θα αντιμετωπίσουμε σε αυτούς τους 
προβληματικούς καιρούς. Πρέπει να διατηρήσουμε το 
νου μας ψυχρό σαν πάγο και κοφτερό σαν ξυράφι. 
Αυτό θα το κατορθώσουμε όταν κατανοήσουμε τα 
πράγματα προτού τα δούμε να συμβαίνουν. Ο 
πανικός είναι πάντοτε το αποτέλεσμα ενός ξαφνικού και ακραίου κινδύνου, τον οποίο δεν αναμέναμε. Με άλλα λόγια, το αποτέλεσμα ενός κινδύνου, που δεν προβλέψαμε.

5ο: Ενεργούμε μεθοδικά και διεξοδικά. Όταν 
διακινδυνεύονται πολλά, η καλύτερη σκέψη μας, να 
δράσουμε πάση θυσία, είναι πάντα καλύτερη από το 
να μην ενεργήσουμε καθόλου, ακόμα και αν αυτό 
προϋποθέτει κάποιο ρίσκο. Σε δύσκολες καταστάσεις 
το ρίσκο είναι αναπόφευκτο.

6ο: Παραμένουμε αισιόδοξοι με θετική σκέψη , 
επιμένουμε πως είναι καλύτερο να βλέπουμε, πως 
δεν είναι άδειο ένα ποτήρι , μέσα στο οποίο υπάρχει έστω και ελάχιστη ποσότητα υγρού , επειδή πάντοτε είναι καλύτερη έστω η ελάχιστη ποσότητα από τη μηδενική ποσότητα. Δεν εγκαταλείπουμε ποτέ , όσο σκεφτόμαστε και έχουμε δυνατότητες δράσης και ανταπόκρισης .
Και κάτι σημαντικό, όταν έχουμε πίστη μέσα μας, τότε ξέρουμε, ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Είναι απλά το κλείσιμο ενός κεφαλαίου ενός πολύ μεγάλου βιβλίου. Εξάλλου, αν το δούμε πιο μακροπρόθεσμα, ο κόσμος μας έτσι κι αλλιώς κάποτε θα τελειώσει.

7ο: Μοιραζόμαστε τις γνώσεις και πληροφορίες με συγγενείς, φίλους, συναδέλφους και γείτονες. Στον παράξενο και επικίνδυνο κόσμο που ζούμε σήμερα, μια από τις καλύτερες μορφές αλληλεγγύης με τους συνανθρώπους μας συνίσταται, στο να τους βοηθήσουμε να αφυπνιστούν. Όσο πιο πολλοί συνάνθρωποί μας έχουν αφυπνιστεί, τόσο το καλύτερο για αυτούς ως άτομα, αλλά επίσης τόσο το γρηγορότερο θα διαμορφώσουμε την απαραίτητη εκείνη μάζα ανθρώπων, που θα σκέφτεται ελεύθερα και ανεξάρτητα.

8ο: Κρατάμε ψηλά στις προτεραιότητές μας και υπερασπιζόμαστε τις αξίες μας, την οικογένεια, τους φίλους, την πατρίδα μας , την πίστη μας στον Θεό. Αντιμαχόμαστε  τη σημερινή σκοτεινή, καταθλιπτική, αποκαρδιωτική, απελπιστική μηδενιστική θεώρηση του κόσμου.
Παρατηρούμε το Σύμπαν και όλα τα θαυμαστά πράγματα που περιέχει. Ερχόμαστε σε επαφή και γνωρίζουμε  τα καλύτερα έργα, που δημιούργησε ο Άνθρωπος .
Διαβάζουμε καταξιωμένους συγγραφείς , ερχόμαστε σε επαφή με πνευματικούς μύστες , μελετάμε ιερά βιβλία , ακούμε συνθέσεις κλασικών συνθετών , βλέπουμε εικαστικά αριστουργήματα.
Συνεχίζουμε σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας, να αναζητάμε το Άγιο Δισκοπότηρο. Δεν δεχόμαστε από κανέναν, να δηλώνει πως μας παραχωρεί τα δικαιώματά μας , επειδή αν το δεχτούμε αυτό, τότε θα δεχτούμε πως ο ίδιος έχει τη αρμοδιότητα, να μας τα αφαιρέσει. Σαν παιδιά του επίγειου Σύμπαντος, τα δικαιώματά μας είναι αναφαίρετα και δωρισμένα από τον Θεό.

9ο: Υπερασπιζόμαστε την περιουσία μας, το σπίτι μας και το εισόδημά μας. Μια πολλή πρακτική πρόταση. Το σπίτι μας και το χώμα που πατάμε είναι δικά μας. Η οικογένεια και τα αγαπημένα μας πρόσωπα είναι το πιο ανεκτίμητο πράγμα, που έχουμε. Η υπεράσπισή τους με όλα τα μέσα που διαθέτουμε, την οποιαδήποτε στιγμή που ο οποιοσδήποτε, όσο ισχυρός και αν είναι, προσπαθήσει να μας τα αρπάξει με τη βία, δεν παύει να είναι πάντα μια πράξη νόμιμης αυτοάμυνας, ανεξάρτητα από οτιδήποτε ενδεχόμενα αντίθετο επιτάσσει ο ανθρώπινος Νόμος. Η υπεράσπιση αυτή αντιπροσωπεύει μια εκδήλωση της βούλησής μας, να ασκούμε τη δική μας ατομική κυριαρχία.

Η επιταγή


Ένας επιχειρηματίας ήταν βαθιά χρεωμένος και δεν έβλεπε, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να βρει μια διέξοδο στα οικονομικά του προβλήματα.
Καθόταν μόνος και απελπισμένος σε ένα παγκάκι, όταν τον πλησίασε ένας ηλικιωμένος άνδρας.

" Βλέπω, ότι σε απασχολεί κάτι, " τού είπε ο ηλικιωμένος.
Αφού άκουσε την ιστορία και τα προβλήματά του, τού είπε:

"Πιστεύω, ότι μπορώ να σε βοηθήσω. "
Τον ρώτησε πώς τον λένε και του υπέγραψε μια επιταγή, που την έβαλε στο χέρι του λέγοντας :
" Πάρε αυτά τα χρήματα. Χρησιμοποίησέ τα όσο μπορείς περισσότερο παραγωγικά , για να καταφέρεις να ορθοποδήσεις οικονομικά. Πιστεύω, πως μέσα σε ένα χρόνο, θα τα έχεις καταφέρει. Θέλω λοιπόν, να με συναντήσεις εδώ ακριβώς σε ένα χρόνο από σήμερα και να μου επιστρέψεις τα χρήματά μου. Η διαίσθησή μου λέει, πως μπορώ να σε εμπιστευτώ και πως δεν θα με απογοητεύσεις ! "
Αμέσως μετά ο ηλικιωμένος άνδρας σηκώθηκε και έφυγε με γρήγορα βήματα, αφήνοντας αποσβολωμένο τον επιχειρηματία , που δεν μπορούσε να πιστέψει στην καλοτυχία του !
Ακόμη περισσότερο όταν είδε έκπληκτος το ποσό των $500,000, να είναι γραμμένο στην επιταγή και από κάτω να φαίνεται ξεκάθαρο το ονοματεπώνυμο John D. Rockefeller. Γνώριζε πως η οικογένεια Ροκφέλλερ ήταν από τις πλουσιότερες οικογένειες στον κόσμο !
Σκέφτηκε, ότι θα μπορούσε να εξαφανίσει όλες του τις οικονομικές έγνοιες με αυτή την επιταγή. Παρόλα αυτά αποφάσισε να μη ξοδέψει ούτε ένα σεντ από τα χρήματα της επιταγής , αλλά να την φυλάξει στο χρηματοκιβώτιό του και να χρησιμοποιήσει τα χρήματά της μόνο στην περίπτωση , που δεν είχε διαφορετική εναλλακτική επιλογή.
Η γνώση και μόνο ότι τα χρήματα υπήρχαν, του έδωσε τη δύναμη να σκεφτεί τρόπους και να σώσει την επιχείρησή του από τους δανειστές και τα χρέη. Είχε υψηλό ηθικό, περισσότερη αυτοπεποίθηση και έτσι, κατάφερε να διαπραγματευτεί καλύτερες συμφωνίες και να επεκτείνει τη διάρκεια των δανείων και των υποχρεώσεών του. Στη συνέχεια, κατάφερε να κλείσει νέες δουλειές, να αυξήσει τις πωλήσεις του και σταδιακά, κατάφερε να αποπληρώσει και να εξοφλήσει όλους του τους δανειστές.
Ακριβώς μετά από ένα χρόνο, επέστρεψε στο παγκάκι που είχε συναντήσει τον ηλικιωμένο, έχοντας μαζί του την επιταγή, που δεν είχε εξαργυρώσει. Την ώρα που είχαν συμφωνήσει, εμφανίστηκε ο γέροντας.
Τη στιγμή που ο επιχειρηματίας ετοιμαζόταν να του επιστρέψει την επιταγή και να του διηγηθεί την επιτυχία του, μια νοσοκόμα τρέχοντας ήρθε και άρπαξε τον γέροντα.
" Χαίρομαι που τον πρόλαβα, " φώναξε στον επιχειρηματία η νοσοκόμα. " Ελπίζω να μην σας ενόχλησε. Συνηθίζει να φεύγει από το άσυλο ηλικιωμένων, που τον φιλοξενούμε και πηγαίνει και λέει στον κόσμο, ότι είναι ο John D. Rockefeller! "
Και με αυτά τα λόγια, πήρε η νοσοκόμα τον ηλικιωμένο από το μπράτσο και απομακρύνθηκαν.

Νίκος Τσιφόρος – Ελληνική Μυθολογία


Κάποιος είπε ότι σήμερα οι Έλληνες είναι ένας λαός μεταπρατών. Ίσως να τον ενόχλησε η ναυτιλία μας, δυσανάλογα μεγάλη για τη χώρα τούτη δω, τη μικρή και ασήμαντη. Ε, λοιπόν, πάντα ήτανε ένας λαός μεταπρατών οι Έλληνες.
Η γη της Ελλάδας , σκουπιδαριό του Θεού, που πέταξε 
όσα βράχια του περισσεύανε άμα κι έφτιασε την Ευρώπη, φτωχιά, ντούρα και περήφανη, δεν έδινε απλόχερα τον καρπό της για να θρέψει τον κόσμο της.
Η ελιά φύτρωνε πάνω στις απότομες πλαγιές, για να καλύψει το έλλειμμα από τα αραιά κοπάδια με λίπος φυτικό. Ίσως νάτανε και το κλίμα, που την ανάγκασε να φυτρώνει σε τούτες τις Μεσογειακές άκρες. Μπόλικο το σταφύλι, λιγοστό το σιτάρι.
Όμως κανένας Έλληνας δεν σκοτίστηκε για την φτώχεια της γης του. Τη γλέντησε τούτη τη φτώχεια. Στη μεγάλη, τη δυνατή Αθηναϊκή Δημοκρατία, τότε τον χρυσό καιρό της, οι « ελεύθεροι πολίτες » περνάγανε κοτσάνι με φακή, κρασάκι και κριθαρένιο ψωμί. Αραιή και γιορταστική ήτανε η καλοφαγία.
Το μόνο που δούλευε άφθονα και πληθωρικά ήτανε 
« ο νους », η σκέψη, το πνεύμα. Και το αντριλίκι, που αντιμετώπιζε νικηφόρα ορδές από Ασιάτες επιδρομείς, σε δυσανάλογους αλλά νικηφόρους αγώνες.
Αντίθετα με τη Ρώμη, την Ελλάδα δεν την έφαγε ο πλούτος. Την έφαγε το μυαλό της. Που δημιούργησε διαμάχες ανάμεσα στους Έλληνες και τους έβαλε να μαλώνουνε μεταξύ τους. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος ήτανε η αρχή του τέλους της. Οι τέσσερις σταθμοί της καταστροφής της: Πόλεμος Αθήνας – Σπάρτης, πρόωρος θάνατος του Αλέξανδρου, Βυζαντινή παπαδοκρατία, Μικρασιατική καταστροφή. Ένα από τα τέσσερα ήτανε ικανό να την βουλιάξει. Ήρθανε και τα τέσσερα ακριβώς τη στιγμή που σηκώναμε κεφάλι.
«Καλημέρα μεγάλοι και εντιμότατοι ημών σύμμαχοι και προστάτες», αλλά φταίμε κι εμείς. Έχουμε, βλέπεις, πολύ ανεπτυγμένη την ανεξαρτησία, την πρωτοβουλία και το πνεύμα της αρχομανίας. Και δεν πρόκειται να διορθωθούμε ποτέ. Αυτό είναι το δράμα μας.
Ν. Τσιφόρος - Το κοροϊδιλίκι των θρησκειών

Το κοροϊδιλίκι των ανθρώπων, πάνω στο οποίο βασίζεται κάθε θρησκεία, είναι πανομοιότυπο από την πρώτη μέρα μέχρι σήμερα. 
Σε φωνάζει: « Άνθρωπε, σου λέει, εσύ είσαι το κέντρο της γης, έτσι;» Και συ είσαι το κέντρο της γης. Μάλιστα. Από σένα ξεκινάει το βλέμμα και φτάνει μέχρι απάνω στα ακίνητα παγωμένα αστέρια, από σένα ξεκινάει η ακοή, που πιάνει το τραγούδι των φύλλων και τη μουσική τού Τσαϊκόφσκυ, από σένα ξεκινάνε οι πόθοι, ο φόβος τού αύριο, τα γενετήσια ένστικτα, η απληστία, το μίσος να καταστρέψεις, η λαχτάρα να δημιουργήσεις, ο αγώνας να διατηρηθείς, όλα από σένα, κι εδώ μέσα στο στήθος σου, δεξιότερα από την καρδιά, νιώθεις ένα τόσο δα πραματάκι, που είναι κάποιο πουλάκι από άνεμο και το λένε ψυχή, να θέλεις και να μη θέλεις, το πιστεύεις στο τέλος, ότι εσύ είσαι το κέντρο της δημιουργίας του Σύμπαντος και την ψωνίζεις, ότι είσαι σπουδαίος και μέγας, και το σκέφτεσαι μέσα σε κείνο το μυστήριο ραντάρ που λέγεται «υποσυνείδητο».
– Ναι, ρε, εγώ είμαι. Μάλιστα, εγώ. Βεβαίως. Πώς; Τι;
Σου ΄δωσε το χρυσό χάπι η θρησκεία, η όποια θρησκεία και να ΄ναι και γελάει μέσα της και σου κάνει απ΄ όξω της:
– Τα βλέπεις, ρε μπαγάσικο;
Και ξαφνικά, εκεί που είσαι καταυχαριστημένος γιατί έγινες κέντρο, σου ρίχνει ένα φάσκελο:
– Να, κόπανε.
Απορείς, το λοιπόν. « Παρακαλώ, πώς φασκελώνετε ένα κέντρον της δημιουργίας; Να έχετε και 
ανατροφή. »
Η θρησκεία ξεκαρδίζεται αναιδέστατα μέσα στα μούτρα σου.
– Θα πεθάνεις, ρε κόπανε.
Εδώ σου κόβονται τα ποδάρια. Κιτρινίζεις.
– Ορίστε;
– Θα πεθάνεις, ρε.
Κακιά η κουβέντα, να φας τη γλώσσα σου και κουνήσου από τη θέση σου, έλα όμως που ‘ναι κι αλήθεια…
– Μάλιστα, θα πεθάνεις, λέει η θρησκεία, και τα λουλούδια θ΄ ανθίζουνε την άνοιξη και θα κυλάνε ασημόνερα τα ρυάκια και θα γυρίζουνε τα ντονέρια να σπάνε μύτες και θα φοράνε τα κορίτσια λιλά φορέματα. Όλα θα είναι όμορφα, φωτεινές ρεκλάμες, αυτοκίνητα, πικνίκια, πεταλούδες που χορεύουνε γύρω από το φως.
Διάλος τον πατέρα του! Για σκέψου! Πάλι θα υπάρχουνε αυτά και συ τίποτα, θα σ΄ έχουνε χώσει στη γη, κει πέρα σε κάνα αχάριστο νεκροταφείο, στην αρχή θα ΄ρχεται η στοργή να σ΄ ανάψει κάνα παλιοκάντηλο και να σου πούνε τρισάγιο, μετά θα σε ξεχάσουνε, και οι κοντινές σου στοργές θ΄ αρχίσουνε να χαμογελάνε δειλά για να το φτάσουνε αργότερα στο μπασαδούρικο χάχανο, τίποτις κοπρόσκυλα μπορεί να κατουράνε τον τάφο σου, και πιομετά, σε δυο γενεές, κανένας δεν θα σε μελετάει -ποιος μελετάει τον προπάππο του;- και δεν θα μείνεις, βλάκα μου, ούτε καν «σποδός αναμνήσεων» στον κόσμο.
Τώρα σε μαγγώνουνε οι κρυάδες.
– Ωχού! Ρε, τι πάθαμε.
Εδώ σε περιμένει η θρησκεία. Να σε ρίξει, μέσα στη στέρνα με την απελπισία και τώρα σου δίνει το χέρι.
– Έλα.
– Τι;
– Έλα, ρε κορόιδο, δεν θα πεθάνεις, δεν σ΄ αφήνω εγώ.
– Σοβαρά;
Και σ΄ ανοίγει μια πόρτα και σε μπάζει ο Χριστιανός σ΄ έναν παράδεισο γαλαζοπεριβολάτον, και ο Μουσουλμάνος σ΄ έναν παράδεισο μελοπιλαφάτο, και ο Ινδουιστής σε μια νιρβάνα τής απόλυτης γαλήνης, και το κάθε κέρατο τον έχει φτιάξει τον παράδεισο με δικό του σκηνογράφο και τον ρεκλαμάρει πια σαν τουριστικό γραφείο « Βιζιτέ λε Καναρί, » τέτοια ωραία πράματα.
Εσένα δεν σου πάει, κύριε, να χαθείς εσύ και να γίνεις χώμα και, σύμφωνα με το νόμο τής αφθαρσίας τής ύλης, να γυρίσουνε τα υλικά σου στη γη, « πωλούνται παλαιά υλικά εκ κατεδαφίσεως » και η ψυχή σου να ενωθεί και πάλι μέσα στο μεγάλο ρευστό του Σύμπαντος και να χαρμανιάσει με δαύτο και να χάσει το εγώ της. Γιατί θάνατος τούτο θα πει: « Να χάσεις το εγώ σου. » Και επειδή θέλεις να υπάρχεις μέσα σε όλα τούτα, που ξέρεις ότι υπάρχουνε, το δίνεις το ξερό σου.
– Αμάν, βγάλε με και ότι θέλεις.
Σε κέρδισε η θρησκεία τώρα που είσαι ζωντανός, γιατί πεθαμένο σ΄ έχει δια βίου. Κι από δω και πέρα, σε κουμαντάρει όπως τη συμφέρει αυτήνε. Άμα είναι ζόρικα, δεν έχει μονάχα λουλουδοπερίβολα. Έχει και κλιβάνους. Σε χώνει μέσα και γκιουβετσιάζεις εις τους αιώνας των αιώνων. Και σε τρομάζει:
– Πρόσεχε τώρα. που είσαι ζωντανός κι είναι καιρός να κάνεις κείνα που λέω γω, αλλιώς σε βλέπω με σκορδάκι στο φούρνο.
Κι άμα σου βαστάει, κάνε κι αλλιώς.
Αυτό είναι. Κάποιος είπε: « Η θρησκεία είναι μια εταιρία, που εκδίδει μετοχές επί ανύπαρκτων μεταλλείων. » Δεν θυμάμαι ποιος το είπε, αλλά θαρρώ, πως το είπα εγώ. Και κανένας δεν παίρνει μερίσματα από τούτες τις μετοχές, αλλά μόνο το διοικητικό συμβούλιο τούτης τής εταιρίας τρώει καλά. Κι αυτό θαρρώ, πως το είπα πάλι εγώ και είμαι κολασμένος, το ξέρω !