Η νεράιδα και ο δράκος
Ήταν κάποτε ένας δράκος.
Ποτέ δεν είχε τη συντροφιά κάποιου και περιπλανιόταν σε βουνά και σε σπηλιές. Άλλωστε το μόνο που ήξερε να κάνει, ήταν να πετά από το ένα βουνό στο άλλο, να σκίζει τα βράχια με τα νύχια του, να φυσά φλόγες και καμιά φορά να συλλογίζεται για την ύπαρξή του!
Μια μέρα λοιπόν μια Νεράιδα ήρθε και κάθισε στη μύτη του. Ο δράκος ξαφνιάστηκε.
Την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε:
– Δε φοβάσαι μήπως σε φάω;
– Όχι, είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις.
– Δε φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα;
– Όχι, όποτε θέλω εξαφανίζομαι.
– Δε φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω;
Η Νεράιδα σάστισε, δεν περίμενε αυτή την ερώτηση, όμως του απάντησε:
– Όχι, όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.
Ο δράκος ένιωσε έντονα την επιθυμία να την αγκαλιάσει, όμως τα νύχια του κάρφωσαν τη μικρή Νεράιδα.
Θέλησε να τη φιλήσει, η καυτή ανάσα του έκαψε τα φτερά της.
Ο δράκος δάκρυσε, όμως τα δάκρυά του την έπνιγαν.
Η μικρή Νεράιδα πέθαινε στην αγκαλιά του, ψιθυρίζοντας στα αυτιά του:
Δε φτάνει να θέλεις να αγαπήσεις, πρέπει και να μπορείς!
