Η συμβουλή

Κάποτε υπήρξε ένας πολύ σοφός δάσκαλος. Από πολύ μακριά έρχονταν άνθρωποι, για ν’ ακούσουν τη συμβουλή του και τον σοφό του λόγο.
Μια φορά, τον επισκέφτηκε μια γειτόνισσα με το αγοράκι της:
– Ο γιος μου τρώει πάρα πολύ ζάχαρη. Προσπάθησα με πολλούς τρόπους να τον πείσω, ότι βλάπτει την υγεία του, ότι θα αρρωστήσει, αλλά αυτός δε μ’ ακούει. Σας παρακαλώ, πέστε του, πως κάνει κακό στον εαυτό του. Θα σας ακούσει, γιατί σας σέβεται πολύ.
Ο δάσκαλος κοίταξε το παιδί, είδε την αγάπη και την εμπιστοσύνη στα μάτια του και είπε:
– Πρέπει να έρθετε μετά από τρεις βδομάδες.
Η γυναίκα αμήχανη έφυγε με το παιδί της. Περίμενε, πως ο δάσκαλος θα έκανε αμέσως αυτό, που τον παρακάλεσε.
Πέρασαν οι τρεις βδομάδες, αλλά πάλι ο δάσκαλος δεν ήταν σε θέση να συμβουλέψει το παιδί και ζήτησε πάλι από την γειτόνισσα, να τον επισκεφτούν μετά από τρεις βδομάδες! Παρ' όλη την τόλμη της μητέρας να ρωτήσει, για ποιον λόγο δεν μπορεί να κάνει κάτι τόσο απλό ο δάσκαλος, εκείνος επανέλαβε την προτροπή του, να τον επισκεφτούν μετά από τρεις βδομάδες.
Όταν ήρθαν την τρίτη φορά, ο δάσκαλος είπε στο παιδί:
– Αγόρι μου, άκουσε τη συμβουλή μου. Μην τρως πολύ ζάχαρη, θα σε βλάψει.
– Δε θα το κάνω, σας το υπόσχομαι, απάντησε το παιδί.
Μετά απ’ αυτή τη συζήτηση η μητέρα είπε στο γιο της να την περιμένει έξω και όταν το παιδί έφυγε, ρώτησε τον δάσκαλο, γιατί δεν έδωσε από την πρώτη στιγμή τη συμβουλή, αλλά περίμενε να περάσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο δάσκαλος απάντησε:
- Καταλαβαίνω πως θεωρείς, πως ήταν πολύ εύκολο να δώσω τη συμβουλή στον γιο σου, αλλά σου ομολογώ πως δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να το κάνω, επειδή κι εμένα μου αρέσει πολύ η ζάχαρη και χρειάστηκαν έξι εβδομάδες για να μπορέσω να περιορίσω δραστικά, την ποσότητα που έτρωγα πριν. Χρειάστηκε λοιπόν πρώτα να απαλλαχθώ ο ίδιος, από την αδυναμία που είχα και μετά να συμβουλεύσω ανάλογα, για να το κάνουν κι οι άλλοι. Νόμιζα πως τρεις εβδομάδες ήταν αρκετός χρόνος, για να το κάνω, αλλά χρειάστηκε τελικά χρόνος διπλάσιος για να τα καταφέρω!
Ένα από τα γνωρίσματα του αληθινού Δάσκαλου είναι, ότι ποτέ δε θα συμβουλέψει κάτι, αν ο ίδιος δεν έχει περάσει μέσα από αυτό.
Ο Δάσκαλος είναι τίμιος πρώτα από όλα με τον εαυτό του. Τα λόγια του προέρχονται από την εμπειρία του και η σοφία ζει μέσα του, όχι στα γραπτά!
Οι δυο χτίστες

Κάποτε ένα μικρό αγόρι, γονατιστό μάζευε την άμμο με ένα πλαστικό φτυαράκι και την έβαζε μέσα σε ένα μπλε φανταχτερό κουβά. Μετά γύριζε ανάποδα τον κουβά και τον σήκωνε σιγά - σιγά. Προς μεγάλη χαρά του μικρού αρχιτέκτονα το αποτέλεσμα ήταν ένας μικρός πύργος.
Εργαζόταν όλο το απόγευμα, χτίζοντας τείχη, πολεμίστρες, γέφυρες. Στο τέλος είχε κατασκευάσει ένα πανέμορφο κάστρο.
Σε μια μεγάλη πόλη την ίδια ώρα με πολυσύχναστους δρόμους και κίνηση, ένας άνδρας κάθεται στο γραφείο του. Ανακατεύει χαρτιά επάνω στο γραφείο του, τα τακτοποιεί και τα χωρίζει σε εργασίες. Έχει το ακουστικό στον ώμο και όλη μέρα πατά τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο. Νούμερα ξεπηδούν από παντού και συμβόλαια υπογράφονται και για μεγάλη ικανοποίηση του άνδρα, δημιουργούνται κέρδη.
Όλη του τη ζωή θα εργάζεται. Τακτοποιώντας τα πλάνα. Προβλέποντας το μέλλον. Οι υποχρεώσεις θα είναι οι πύργοι. Το κεφάλαιο θα είναι οι γέφυρες. Μια ολόκληρη αυτοκρατορία θα κτιστεί.
Δύο κτίστες δύο κάστρων. Έχουν πολλά κοινά. Σχηματοποιούν κομμάτια σε έργα. Από το τίποτα δημιουργούν κάτι. Είναι επιμελείς και αποφασιστικοί.
Όμως ακριβώς εκεί τελειώνουν και οι ομοιότητες. Το αγόρι βλέπει το έργο ολοκληρωμένο, ενώ ο άνδρας το αγνοεί.
Καθώς πλησίαζε η πλημμύρα, το σοφό αγόρι σηκώθηκε όρθιο και άρχισε να χειροκροτεί. Δεν υπήρχε λύπη. Δεν υπήρχε φόβος. Δεν υπήρχε μετάνοια. Γνώριζε ότι αυτό θα συμβεί. Δεν εξεπλάγη. Κάθε φορά που το μεγάλο κύμα έσκαγε επάνω στο κάστρο και η θάλασσα απορροφούσε το έργο τέχνης, χαμογελούσε. Έπειτα, μάζεψε τα εργαλεία, έπιασε το χέρι του πατέρα του και πήγε στο σπίτι.
Από την άλλη ο άνθρωπος στο γραφείο, δεν είναι τόσο σοφός. Καθώς τα κύματα των ετών καταστρέφουν το κάστρο του, τρομοκρατείται. Σκύβει επάνω από το αμμώδες μνημείο για να το προστατέψει. Σταματά τα κύματα χτίζοντας αγωνιωδώς τείχη γύρω από το κάστρο του.
Μουσκεμένος από τις δυσκολίες και τρέμοντας σέρνεται στην ερχόμενη παλίρροια φωνάζοντας:
- Όχι στο δικό μου Κάστρο!
Ο ωκεανός όμως δεν απαντά. Τον αψηφά και συνεχίζει.
Τα παιδιά γνωρίζουν για τα κάστρα στην άμμο. Αν τα παρακολουθήσουμε ίσως κάτι μάθουμε κι εμείς. Ας συνεχίζουμε να χτίζουμε, αλλά ας το κάνουμε με την καρδιά του μικρού παιδιού. Όταν ο ήλιος πάει προς τη δύση του και η θάλασσα φουσκώσει, ας χειροκροτήσουμε αντί να λυπηθούμε, που τα κάστρα που χτίσαμε, γίνανε πάλι άμμος!
Αποδεχόμενοι την διαδικασία της ζωής , ας πάμε στο σπίτι μας, ας συνεχίσουμε την πορεία μας!