Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019

Η συμφωνία ανταλλαγής


Ένα αγόρι και ένα κορίτσι έπαιζαν μαζί.
Το αγόρι είχε μικρές πίτες με διαφορετική γέμιση η κάθε μια. Το κορίτσι είχε διαφορετικών ειδών σοκολατάκια μαζί της.
Το αγόρι πρότεινε στο κορίτσι, να ανταλλάξουν μεταξύ τους τις πίτες και τα σοκολατάκια. Το κορίτσι συμφώνησε.
Το αγόρι έκρυψε τη μεγαλύτερη και περισσότερο νόστιμη πίτα και έδωσε τις υπόλοιπες στο κορίτσι . Το κορίτσι του έδωσε όλα τα σοκολατάκια της, όπως είχε υποσχεθεί.
Εκείνη τη νύχτα, το κορίτσι κοιμόταν ήσυχα και ειρηνικά. Αλλά το αγόρι δεν μπόρεσε να κοιμηθεί, καθώς συνέχιζε να αναρωτιέται, αν το κορίτσι είχε κρυμμένα και άλλα σοκολατάκια , που δεν του τα έδωσε , όπως ακριβώς έκανε αυτός , που δεν της έδωσε τη πιο νόστιμη πίτα του !
Κάπως έτσι συμβαίνει και στις σχέσεις. Εάν δεν δίνετε το εκατό τοις εκατό σε μια σχέση, θα έχετε πάντα αμφιβολίες, μήπως και το άλλο πρόσωπο δεν έχει δώσει όλα όσα 

μπορεί !
Οι εγκληματίες λεπροί


Ήταν γιατρός ιεραπόστολος στην Ινδία και δούλευε κυρίως ανάμεσα στους λεπρούς.
Κάποια μέρα του έφεραν τρεις εγκληματίες λεπρούς. Με δική του ευθύνη ζήτησε, να τους βγάλουν τις χειροπέδες και περιποιήθηκε με αγάπη τις πληγές τους.
Λίγο καιρό αργότερα, χρειάστηκε να πάει μέσα στη νύχτα σε έναν ασθενή, που τον κάλεσε. Φοβόταν όμως να αφήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του μόνα τους, γνωρίζοντας ότι αυτοί οι τρεις εγκληματίες ήταν ελεύθεροι. Η γυναίκα του τον παρότρυνε παρ’ όλα αυτά να πάει, λέγοντας, ότι ο Θεός θα τους προστάτευε.
Έτσι λοιπόν έφυγε... Το άλλο πρωί η γυναίκα του έκπληκτη βρήκε τους τρεις άντρες ξαπλωμένους έξω από την πόρτα. Ο ένας της είπε:
-Μάθαμε ότι ο γιατρός έφυγε τη νύχτα. Μείναμε εδώ από έξω, ώστε να μην σας συμβεί τίποτε κακό.
Η μάνα του γιατρού


Ζούσε, κάποτε, σ’ ένα χωριό μία χήρα πολύ φτωχιά με το μοναχογιό της. Για να μεγαλώσει το παιδί της ξενοδούλευε κι επειδή έβαλε σ’ αυτό όλο το μεράκι της, από τον καημό της αποφάσισε να το σπουδάσει.
Πήγε, λοιπόν, κι έπεσε στα γόνατα μπροστά στην Παναγία κι έλεγε:
«Παναγία μου, αξίωσέ με εμένα την αμαρτωλή, να σπουδάσω το μοναχογιό μου».
Έτσι με χίλιες στερήσεις και προσευχές κατάφερε η φτωχή χήρα, να σπουδάσει το γιο της γιατρό.
Κάποια μέρα, με το δίπλωμα στην τσάντα ξεκίνησε ο γιατρός να επισκεφτεί τη μάνα του, που είχε πια γεράσει, για να την ευχαριστήσει. Η μάνα τον υποδέχτηκε με πολλή χαρά και με βαθιά ευγνωμοσύνη στην Παναγία, που την αξίωσε, να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της.
Την άλλη μέρα, Κυριακή, πηγαίνει και ξυπνάει το γιο της και του λέει:
«Σήκω, γιε μου, να πάμε να ευχαριστήσουμε την Παναγία για την προκοπή σου.»
Ο γιατρός όμως αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία, γιατί δεν πίστευε, όπως είπε, στα λόγια της και τα θεωρεί ξεπερασμένα.
Η μάνα φαρμακώθηκε, δεν είπε τίποτε, μόνο πήγε μονάχη της κι έκλαψε μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης με ευχαριστία αλλά και πόνο και μετά έφυγε για την εκκλησία .
Όταν γύρισε στο σπίτι, ο γιος της, ο γιατρός, τη ρώτησε:
« Ε μάνα, τι κατάλαβες απ’ τα λόγια της εκκλησίας, εσύ, αγράμματη γυναίκα; »
Η χήρα δεν απάντησε, μόνο έπιασε ένα καλάθι από την αποθήκη και του λέει:
« Γιε μου, το πρωί δεν με άκουσες, να έρθεις μαζί μου στην εκκλησία. Συγχωρεμένος να είσαι. Τώρα, όμως, θέλω να μου κάνεις μία άλλη χάρη και μη μου την αρνηθείς. Θέλω να πάρεις το καλάθι και να πας στο ποτάμι, να μου φέρεις νερό. »
« Μα με το καλάθι να σου φέρω νερό, μάνα; Τόσο τα ’χεις χαμένα ; » λέει εκείνος.
« Πήγαινε εσύ για το χατίρι μου, 
» του απαντάει εκείνη, « κι ότι θέλει ας γίνει. »
Παραξενεμένος ο γιατρός πηγαίνει στο ποτάμι, βουτάει μέσα το καλάθι, το βγάζει και γυρίζει στο σπίτι με το καλάθι άδειο.
« Να, μάνα, το καλάθι σου, όπως μου το έδωσες. Σου την έκανα την χάρη. Βλέπεις εσύ να έχει νερό μέσα; », λέει ο γιατρός.
« Ευχαριστώ, γιε μου, που μ’ άκουσες. Βλέπεις όμως εσύ το καλάθι να είναι , όπως σου το έδωσα; » απαντάει η μάνα.
« Ε ναι, μόνο που είναι βρεγμένο. »
« Βλέπεις λοιπόν, γιε μου, ότι δεν είναι το ίδιο, όπως σου το έδωσα; Το πήρες στεγνό, κατάξερο και μου το έφερες μουσκεμένο. Έτσι κι εγώ πηγαίνω αγράμματη στην εκκλησία, δεν φέρνω τη σοφία της, αλλά είμαι δροσισμένη από τη χάρη της και αυτό με συντηρεί τόσα χρόνια και κατάφερα με τη χάρη της, να σε σπουδάσω. »
Τότε ο γιατρός συντετριμμένος ζήτησε συγνώμη από τη μάνα του και πήγαν ύστερα μαζί στην εκκλησία κι ευχαρίστησαν την Παναγία.
Γονείς και παιδιά


Ένας δάσκαλος ρώτησε ένα κοριτσάκι:
-Με τι ασχολείται ο μπαμπάς σου ;
Το κορίτσι απάντησε:
-Εργάζεται σε ένα εργοστάσιο σοκολάτας και μου φέρνει πολλές σοκολάτες.. Το βράδυ εργάζεται σε παγωτατζίδικο και όταν σχολάει, μου φέρνει να φάω την αγαπημένη μου γεύση ...Παράλληλα εργάζεται επίσης και σε ένα κατάστημα, που πουλάει παιχνίδια και μου φέρνει πολλές κουκλίτσες και μικρά λούτρινα αρκουδάκια...
Είναι επίσης πολύ καλός δάσκαλος,γιατί με βοηθά καθημερινά στα μαθήματά μου.
Είναι πολύ δυνατός και με σηκώνει στους ώμους του. Δεν ντρέπεται να πέσει στα γόνατα και να κάνει στο άλογο , να με βάλει στις πλάτες του και να με κάνει μια καλή βόλτα στο σπίτι.
Είναι ο αγαπημένος μου κλόουν και με κάνει να γελάω συνεχώς.
Είναι υπέροχος παραμυθάς και με νανουρίζει με παραμύθια, όταν ξαπλώνω το βράδυ στο κρεβάτι, για να κοιμηθώ.
Δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ, ποτέ δεν κουράζεται και όταν επιστρέφει στο σπίτι , πάντοτε έχει την  διάθεση, για να παίξει μαζί μου.
Η απάντηση του μικρού κοριτσιού μας δίνει μια ιδέα, του τι από όσα προσφέρουμε σαν γονείς , αξιολογούν τα παιδιά. Τα παιδιά περισσότερο εκτιμούν, αυτά που κάνουμε, για να τους δείξουμε την αγάπη μας . Λιγότερο τους ενδιαφέρουν τα υλικά αγαθά , που προσφέρουμε σε αυτά , με αντίτιμο την απουσία μας από τη ζωή και τις δραστηριότητές τους.
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν, να τους κάνουμε το χατίρι.
Το χαμένο στον αχυρώνα ρολόι


Κάποτε υπήρχε ένας αγρότης, που ανακάλυψε, ότι είχε χάσει το ρολόι του στον αχυρώνα. Παρά το γεγονός πως δεν κόστιζε πολλά χρήματα, ο αγρότης στενοχωρήθηκε , επειδή είχε συναισθηματική αξία γι' αυτόν.
Αφού έψαξε προσεκτικά ανάμεσα στο σανό, χωρίς να καταφέρει να βρει το ρολόι του , απογοητευμένος παραιτήθηκε και αναζήτησε την βοήθεια μιας ομάδας παιδιών, που έπαιζαν έξω από τον αχυρώνα. Παράλληλα υποσχέθηκε, πως θα ανταμείψει, αυτόν που θα βρει το ρολόι του.
Ακούγοντας αυτό τα παιδιά, μπήκαν μέσα στον αχυρώνα, ανακάτεψαν όλη τη στοίβα του σανού, φέρνοντας τα πάνω κάτω , αλλά μάταια επειδή δεν κατάφεραν, να βρουν το ρολόι.
Βλέποντας ο αγρότης, πως δεν είναι δυνατόν, να βρεθεί το ρολόι του , ζήτησε από τα παιδιά, να σταματήσουν τις προσπάθειές τους . Ένα μικρό αγόρι όμως τον παρακάλεσε, να του επιτρέψει να κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Ο αγρότης παρά την απογοήτευσή του δέχθηκε αυτό, που του πρότεινε το μικρό αγόρι.
Έτσι ο αγρότης έστειλε το μικρό αγόρι πίσω στον αχυρώνα. Μετά από λίγο το μικρό αγόρι βγήκε με το ρολόι στο χέρι του! Ο αγρότης χαρούμενος και έκπληκτος ζήτησε να του πει το αγόρι, πως τα κατάφερε εκεί, που όλοι οι υπόλοιποι απέτυχαν.
Το αγόρι απάντησε:
" Μπήκα μέσα στον αχυρώνα και απλώς κάθισα ήσυχα κάτω και προσπάθησα να ακούσω προσεκτικά τους ήχους γύρω μου. Έτσι άκουσα και το τικ-τακ του ρολογιού , οπότε το μόνο που έκανα, ήταν να ψάξω εκεί, όπου ακουγότανε ο ήχος του ! "
Ένα μυαλό που είναι σε γαλήνη και ηρεμία, μπορεί να συλλογιστεί καλύτερα από ένα ταραγμένο και αλαφιασμένο μυαλό. Το ζητούμενο λοιπόν είναι, το πώς θα καταφέρουμε, να επαναφέρουμε την γαλήνη και ηρεμία του νου.
Η Διαθήκη του Βεδουίνου


Ένας πατέρας Βεδουίνος άφησε 17 καμήλες σαν κληρονομιά στους τρεις γιους του. Στην διαθήκη του είχε καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα γινότανε η μοιρασιά. Σύμφωνα με τη διαθήκη λοιπόν ο μεγαλύτερος γιος θα έπαιρνε το μισό 
( 1/2 ), ο μεσαίος θα έπαιρνε το ένα τρίτο ( 1/3 ) και ο μικρότερος θα έπαιρνε το ένα ένατο ( 1/9 ) από τις 17 καμήλες .
Δεδομένου ότι δεν είναι δυνατό να διαιρέσουμε το 17 δια του δύο , δια του τρία και δια του εννέα , οι τρεις γιοι αδυνατούσαν να κάνουν την μοιρασιά. Για να μην αρχίσουν να μαλώνουν μεταξύ τους , αποφάσισαν να απευθυνθούν σε έναν σοφό άνθρωπο , προκειμένου να τους δώσει λύση στο πρόβλημα, που προέκυψε.
Ο σοφός άκουγε προσεκτικά και με υπομονή τον γρίφο της μοιρασιάς σύμφωνα με τη διαθήκη του πατέρα. Μετά από ώριμη σκέψη ο σοφός έφερε μια δική του καμήλα και την πρόσθεσε στις καμήλες της κληρονομιάς , οπότε ο αριθμός των καμήλων προς μοιρασιά έγινε 18.
Αμέσως μετά ο σοφός άρχισε να εφαρμόζει τις επιταγές της διαθήκης. Στον μεγάλο έδωσε εννέα καμήλες , αφού το μισό του 18 είναι το 9 , στον μεσαίο έδωσε έξι καμήλες , το ένα τρίτο του 18 και στον μικρότερο γιο έδωσε δύο καμήλες , το ένα ένατο του 18. Μετά από την μοιρασιά περίσσεψε μια καμήλα οπότε ο σοφός ξαναπήρε την δική του !
Ανάλογα λοιπόν ισχύουν και στην πραγματική ζωή:
Το ζητούμενο της διαπραγμάτευσης για την επίλυση προβλημάτων είναι να βρεθεί η 18η καμήλα, δηλαδή το κοινό έδαφος. Μερικές φορές είναι δύσκολο να βρεθεί. Ωστόσο, αν πιστέψουμε πως υπάρχει λύση για κάποιο πρόβλημα, η αναζήτηση του κοινού εδάφους γίνεται ευκολότερη. Εάν πιστέψουμε αντίθετα , πως δεν υπάρχει λύση, δεν θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε κανένα κοινό έδαφος!