Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

Ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου


Ήμουν στον μανάβη της γειτονειάς.
Αγοράζοντας πατάτες πρόσεξα ένα αγοράκι λεπτεπίλεπτο, ντυμένο φτωχικά αλλά καθαρό, να κοιτάει με λαχτάρα το πανέρι με τα φρέσκα φασολάκια.
Είχα ήδη πληρώσει τις πατάτες, αλλά βλέποντας τα φασολάκια , σταμάτησα στο πανέρι και άθελά μου άκουσα τη συζήτηση του κου Μύλλερ (μανάβης) και του Μπάρι (το φτωχό αγοράκι).
'' Γεια σου Μπάρι, πως είσαι σήμερα; ''
'' Καλά κε Μύλλερ, μόλις θαύμαζα τα φασολάκια σας, φαίνονται πολύ νόστιμα. ''
'' Όντως, είναι. Πώς είναι η μητέρα σου; ''
'' Καλά, κάθε μέρα καλύτερα. ''
'' Ωραία, τι μπορώ να κάνω για σένα; ''
'' Τίποτα κύριε, απλώς κοίταζα και θαύμαζα τα φασολάκια σας. ''
'' Θα ήθελες κάποια για το σπίτι; ''
'' Όχι κύριε , δεν έχω λεφτά για να πληρώσω. ''
'' Τι το αξιόλογο θα μπορούσες να μου δώσεις 

έναντι; ''
'' Το μόνο που έχω είναι αυτή η πολύτιμη μπίλια, μπορείτε να τη δείτε. ''
'' Είναι γνήσια; Για να δω. ''
'' Ορίστε δείτε κύριε, είναι πολύ καλής ποιότητας. ''
'' Μάλιστα, το βλέπω. Μόνο που αυτή είναι μπλε και εγώ ψάχνω για μια σε έντονο κόκκινο χρώμα. Μήπως έχεις σπίτι σου καμιά τέτοια; ''
'' Έχω μια αλλά δεν είναι πολύ έντονο κόκκινο.''
'' Να σου πω τι θα κάνουμε. Πάρε αυτή τη σακούλα με φασολάκια και όταν περάσεις ξανά από δω, μου δείχνεις τη μπίλια. ''
'' Βεβαίως κύριε Μύλλερ. Ευχαριστώ πολύ. ''
Η κυρία Μύλλερ, που με εξυπηρετούσε, χαμογέλασε.
'' Έχουμε άλλα 2 τέτοια αγοράκια στη γειτονιά μας. Βρίσκονται σε πολύ δεινή κατάσταση. Ο άντρας μου τρελαίνεται να ''παζαρεύει'' μαζί τους μια για φασολάκια, την άλλη για μήλα ή ντομάτες ή ότι άλλο έχει στο μανάβικο.
Μόλις έρχονται με τη κόκκινη μπίλια τους και έρχονται πάντα, ο Τζιμ, ο άντρας μου, αποφασίζει ότι τελικά δε θέλει κόκκινη και τους στέλνει σπίτι με μια καινούργια σακούλα λαχανικά, γυρεύοντας να του φέρουν μια πράσινη, κίτρινη ή μπλε μπίλια την επόμενη φορά. ''
Έφυγα από το κατάστημα με ένα χαμόγελο στη ψυχή,
μαγεμένος απ' αυτόν τον άνθρωπο.
Μετά από λίγο καιρό μετακόμισα στο Κολοράντο, αλλά ποτέ δεν ξέχασα αυτή την ιστορία, τον μανάβη, τα αγοράκια και τις αγοροπωλησίες τους.
Μετά από αρκετά χρόνια βρέθηκα ξανά στη παλιά μου γειτονιά. Μόλις είχε πεθάνει ο κύριος Μύλλερ. Το βράδυ βρέθηκα με φίλους στην κηδεία.
Μπροστά μου ήταν 3 νεαροί, ο ένας φορούσε στρατιωτική στολή, οι άλλοι 2 ήταν καλοντυμένοι.
Φαινόντουσαν πραγματικοί κύριοι.
Πλησίασαν την Κα Μύλλερ, όρθια, ήρεμη και χαμογελαστή δίπλα στο φέρετρο, τη φίλησαν στο μάγουλο, της δώσανε ένα χάδι και είπαν μερικές κουβέντες, πλησιάζοντας το φέρετρο.
Τώρα, που δεν μπορούσε πια να αλλάζει γνώμη για το χρώμα της μπίλιας ο κύριος Μύλλερ, ήρθαν να ξεπληρώσουν το χρέος τους, τα 3 αγοράκια που είχα γνωρίσει τότε, βάζοντας ο καθένας μια μπίλια στο κρύο χέρι του.
Ο κύριος Μύλλερ έφυγε σαν ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου.