Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Η ένωση με τον Θεό


Κάποτε κάποιος ασκητής, εγκατέλειψε τους υπόλοιπους συνασκητές του και πήγε στην έρημο, για να γίνει ησυχαστής. Ο λογισμός του απαιτούσε να αφοσιωθεί μέρα νύχτα στη μελέτη και θεωρία του Θεού, επειδή πίστευε, ότι θα μπορούσε μέσα στην ερημιά και στη γαλήνη της ησυχίας, να ενωθεί με τον Θεό χωρίς μέριμνες και χωρίς σκοτούρες.
Ύστερα όμως από δύο τρεις ημέρες, δεν μπορεί κανένας να αντέξει και παραπάνω εδώ που τα λέμε, σε κάποια στιγμή των ιερών του στοχασμών, ο ασκητής αισθάνθηκε κοντά του κάποια παρουσία.
Ένα μικρό ποντίκι είχε ανεβεί στην μπαλωμένη και τρύπια παντούφλα του και περιεργαζόταν το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του ασκητή. Έτσι αποσπάσθηκε η προσοχή του και ήταν αδύνατον να κρατήσει σταθερό το νου του, στην ενθύμηση του Θεού και στην προσευχή του. Ο ασκητής σκέφτηκε, «εγώ άφησα τα πάντα για να επικοινωνώ αμέριμνα και σωστά με τον Θεό και να έρχεται τώρα, να μου κάνει χαλάστρα ένας ποντικός!».
Αμέσως μετά φωνάζει νευριασμένος στο ποντίκι:
- Γιατί βρε σιχαμένο διακόπτεις την προσευχή μου;
- Γιατί πεινάω, απαντάει το ποντίκι!
Ο ησυχαστής, δίχως να αναρωτηθεί, πως γίνεται και μιλάει το ποντίκι με ανθρώπινη φωνή, ανταπαντάει εκνευρισμένα:
- Φύγε από δω βρε μαγαρισμένο, εγώ προσπαθώ με χίλιους κόπους να δω, πως θα ενωθώ με τον Θεό και συ έρχεσαι να μου ζητήσεις, να ασχοληθώ με την κοιλιά σου; Συγχρόνως κλωτσάει δυνατά το ποντίκι ο ησυχαστής και το πετάει στην απέναντι γωνία της σπηλιάς του.
Τότε το ποντίκι γυρίζει και με πολύ ηρεμία, αφού κοιτάει στα μάτια τον ασκητή, του λέει με ανθρώπινη φωνή:
– Μάθε το μια για πάντα, αν δεν μπορείς να συναναστραφείς με τους γύρω σου, δηλαδή με τον πλησίον σου, ειδικότερα αν δεν μπορείς να του σταθείς στα προβλήματά του, να τον συμπονέσεις και να τον παρηγορήσεις στις κακοτυχίες του, να απαλύνεις τον πόνο του, αν πονάει, να του δώσεις τροφή, νερό και στέγη, αν πεινάει, διψάει, ή είναι άστεγος, τότε, ποτέ μα ποτέ δεν θα μπορέσεις να ενωθείς με τον Θεό της αγάπης και του ελέους. »
Αμέσως μετά εξαφανίστηκε ο ποντικός από τα μάτια του ησυχαστή!
Η ελεημοσύνη του Ντοστογιέφσκι


Κάποτε ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκι βγήκε για τον απογευματινό του περίπατο. Ενώ κόντευε να νυχτώσει, ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι του και του ζήτησε βοήθεια.
Ο Ντοστογιέφσκι ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.
Ο μεγάλος συγγραφέας κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε:
- Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα, να σου προσφέρω!
Και ο γέρο ζητιάνος απαντά:
- Ευχαριστώ πολύ. Αυτό που μου δίνεις, δύσκολα μου το δίνουν άλλοι. Ελάχιστες φορές βάλανε στα χέρια μου το νόμισμα της καλοσύνης. Το παίρνω και σε ευγνωμονώ για αυτό!
Ας αναζητήσουμε τα νομίσματα της καλοσύνης και της αγάπης και αντί να τα αποθησαυρίσουμε, ας τα μοιράσουμε στους γύρω μας!