Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Μια ιστορία θα σας πω


Μια ιστορία θα σας πω που μου τύχε μια μέρα.....

Μία γιαγιά συνάντησα και μου πιάσε τη χέρα.....

Παιδάκι μου..σε σταματώ όχι να ζητιανέψω....

Μα λίγη αγάπη πεθυμώ και βγήκα να γυρέψω.....

Πέντε παιδιά μεγάλωσα μου λέει δακρυσμένη....

Τα σπούδασα..τα πάντρεψα κι ας ήμουν στερημένη.....

Τα πρώτα εγγόνια ήρθανε Θεέ μου..τι ευτυχία......

Μα η χαρά δε κράτησε κι ήρθε η δυστυχία........

Μου είπανε ότι μαζί δε πρέπει πια να ζούμε.....

Θα μπεις σε ένα ίδρυμα και εκεί θα σε θωρρούμε.....

Δεν έφερα αντίρρηση και ας πόναγε η καρδιά μου....

Χίλια κομμάτια γίνηκαν όλα τα όνειρα μου.......

Εσείς να ήσαστε καλά παιδάκια μου τους λέω.....

Και σκύβω για να μη θωρρούν ότι για 'κείνο κλαίω.....

Χρόνοι πολλοί περάσανε παιδί μου συνεχίζει......

Απού δεν ήρθαν να με δουν και η καρδιά ραγίζει.......

Γι' αυτό κι εγώ σταμάτησα σε ξένο να μιλήσω.......

Να πω παραπονέματα προτού να ξεψυχήσω.......

Άφωνος εγώ την άκουγα για όλα αυτά να λέει.....

Και δε σταμάτησε στιγμή η άμοιρη να κλαίει......

Σώπασε ΜΑΝΑ και εγώ είμαι ε δα για σένα.....

Μου γέλασε και έκλεισε τα μάτια ευτυχισμένα.......

ΛΕΩ ΛΟΙΠΟΝ.
Όποιος ξεχνά τα γονικά άνθρωπος δε λογάται...... κι ότι κι αν κάνει θα το βρει μπροστά του....ΝΑ ΘΥΜΑΤΑΙ
Μια συνηθισμένη καθημερινότητα


Σήμερα σε ένα λεωφορείο, είδα μία όμορφη κοπέλα με χρυσαφένια μαλλιά. Τη ζήλεψα...Φαινόταν τόσο χαρούμενη...Και ευχήθηκα να ήμουν και εγώ τόσο όμορφος.
Όταν σηκώθηκε να κατέβει, την είδα να περπατάει κουτσαίνοντας στο διάδρομο, της έλειπε το ένα πόδι και περπατούσε με δεκανίκι. Αλλά καθώς περπατούσε...τι χαμόγελο!
Εαυτέ μου συγχώρεσε με όταν κλαίγομαι, εγώ έχω δύο πόδια. Ο κόσμος είναι δικός μου.
Σταμάτησα να αγοράσω καραμέλες. Το παιδί που τις πουλούσε, ήταν τόσο χαριτωμένο. Μίλησα μαζί του και ήταν πολύ χαρούμενο. Δεν είχε σημασία, αν θα αργούσα στην δουλειά. Καθώς έφευγα μου είπε:
« Σας ευχαριστώ. Είστε τόσο ευγενικός. Μου αρέσει να μιλώ με ανθρώπους σαν εσάς. Βλέπετε, πρόσθεσε είμαι τυφλός! »
Εαυτέ μου συγχώρεσε με όταν κλαίγομαι, εγώ έχω δύο μάτια που βλέπουν .Ο κόσμος είναι δικός μου.
Αργότερα καθώς περπατούσα στον δρόμο, είδα ένα παιδί με γαλανά μάτια. Στεκόταν και κοίταζε τα άλλα παιδιά που έπαιζαν . Δεν ήξερε τι να κάνει. Σταμάτησα και του είπα:
« Γιατί δεν πας να παίξεις κι εσύ; »
Το παιδί συνέχισε να κοιτάζει μπροστά του, χωρίς να μιλήσει και τότε κατάλαβα, ότι δεν άκουγε.
Εαυτέ μου συγχώρεσε με όταν κλαίγομαι. Με πόδια να με πηγαίνουν όπου θέλω, με μάτια για να βλέπω το ηλιοβασίλεμα με αυτιά για να ακούω τα πάντα, ο κόσμος όλος είναι δικός μου.
Είμαι πραγματικά ευλογημένος.

Το δώρο στον ξυλουργό


Ένας ηλικιωμένος ξυλουργός κόντευε να βγει στη σύνταξη και είπε στο αφεντικό του τα σχέδια του, για να φύγει και να ζήσει πιο ξεκούραστα μαζί με τη γυναίκα του. Βέβαια δεν θα συνέχιζε να βγάζει τόσα λεφτά, όμως έπρεπε να βγει στη σύνταξη. Θα τα κατάφερναν.
Ο εργοδότης του στεναχωρήθηκε, που θα έφευγε ένας τόσο καλός μάστορας. Ζήτησε από τον ξυλουργό σαν αποχαιρετιστήρια χάρη, να του χτίσει ένα τελευταίο σπίτι , πριν συνταξιοδοτηθεί.
Ο ξυλουργός είπε ναι, όμως όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν δύσκολο να παρατηρήσει κάποιος, πως δεν δούλευε με όλη του τη καρδιά. Χρησιμοποιούσε υλικά κατώτερης ποιότητας και έκανε επιπόλαιη δουλειά. Ήταν ο χειρότερος τρόπος για να τελειώσει μια καριέρα, που ήταν γεμάτη αφοσίωση και επιτυχίες.
Όταν ο ξυλουργός τελείωσε το έργο, ήρθε ο εργοδότης του για να επιθεωρήσει το σπίτι. Έδωσε το κλειδί της εισόδου στον ξυλουργό και του είπε:
« Αυτό το σπίτι είναι δικό σου, ένα δώρο από μένα για σένα. »
Ο ξυλουργός έμεινε άναυδος!
Τι κρίμα!
Αν ήξερε πως έχτιζε το δικό του σπίτι, θα το είχε κάνει εντελώς διαφορετικά.
Το ίδιο συμβαίνει και με μας. Χτίζουμε τη ζωή μας, μέρα με την μέρα, πολύ συχνά μη κάνοντας το καλύτερο μας σε αυτό που κτίζουμε και μετά μένουμε εμβρόντητοι, όταν αντιλαμβανόμαστε, ότι πρέπει να κατοικήσουμε στο σπίτι που κτίσαμε.
Αν μπορούσαμε να το κάνουμε ξανά, θα το χτίζαμε εντελώς διαφορετικά. Να όμως που δεν μπορούμε, να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω !
Εμείς είμαστε ο ξυλουργός στη ζωή μας. Κάθε μέρα βάζουμε μια πρόκα, τοποθετούμε άλλη μια τάβλα, ή ορθώνουμε ένα τοίχο.
Οι προθέσεις και οι επιλογές που κάνουμε σήμερα, χτίζουν το αυριανό μας «σπίτι»…
Γι’ αυτό ας προσπαθήσουμε να χτίζουμε με σοφία κάνοντας το καλύτερο, που μας επιτρέπει ο εαυτός μας και οι συνθήκες να κάνουμε !

Απαντήσεις σε ένα απλό ερώτημα


ΓΕΓΟΝΟΣ: Ένα κοτόπουλο διασχίζει το δρόμο.

ΕΡΩΤΗΜΑ: Γιατί διέσχισε το δρόμο;

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ:

ΠΛΑΤΩΝ: Για το καλό του. Στην άλλη πλευρά του δρόμου βρίσκεται η αλήθεια.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Είναι στη φύση του κοτόπουλου να διασχίζει τους δρόμους.

ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ: Κι όμως τον διέσχισε

ΜΑΚΙΑΒΕΛΙ: Ο σκοπός, να περάσει το κοτόπουλο το δρόμο, αγιάζει τα μέσα , όποια κι αν είναι αυτά.

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ: Ήταν ιστορικά αναπόφευκτο.

ΔΑΡΒΙΝΟΣ: Τα κοτόπουλα στο πέρασμα των αιώνων επιλέχτηκαν από τη φύση με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι σήμερα γενετικώς ικανά, να διασχίζουν δρόμους.

ΜΑΡΤΙΝ ΛΟΥΘΕΡ ΚΙΝΓΚ: Ονειρεύομαι έναν κόσμο, όπου κάθε κοτόπουλο θα είναι ελεύθερο να διασχίζει το δρόμο, χωρίς να δίνει λογαριασμό για την πράξη του.

ΓΙΟΥΡΙ ΓΚΑΓΚΑΡΙΝ: Για να πάει εκεί, όπου κανένα άλλο κοτόπουλο δεν έχει πάει πριν.

ΜΠΙΛ ΓΚΕΙΤΣ: Είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας αναγγείλουμε ότι μόλις κυκλοφόρησε το νέο Chicken Office 2020, που δεν διασχίζει μόνο το δρόμο, αλλά κάνει και άλλα ενδιαφέροντα πράγματα.

ΕΝΑΣ ΙΝΔΟΣ: Εμείς έχουμε αγελάδες, που και αυτές διασχίζουν τον δρόμο.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΤΗΣ Ν..Α.Σ.Α.: Στείλαμε πρώτα το κοτόπουλο, για να μελετήσουμε τις συνθήκες διάβασης του δρόμου, πριν στείλουμε κάποιον άνθρωπο.

Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ : Πιάσ 'το γρήγορα, πριν περάσει απέναντι.

Αν σε ένα τόσο απλό γεγονός, θα μπορούσαν αν διατυπωθούν τόσο διαφορετικές απόψεις, από τόσους ανθρώπους, που τους θεωρούμε όλους τους σπουδαίους, τι θα συνέβαινε άραγε σε θέματα μεγάλα, σε θέματα ζωής;
Που βρίσκεται τελικά η αλήθεια; Σε ποιου τη γνώμη να βασιστεί κανείς; Μήπως τελικά είναι καλύτερα, να αποκτήσουμε δική μας γνώμη και να ακολουθήσουμε τη δική μας αλήθεια , τουλάχιστον εφόσον δεν προξενείται καμία αντικειμενική βλάβη σε εμάς και στο περιβάλλον μας ;

Ο γιος του επιστήμονα


Ένας επιστήμονας, που τον απασχολούσαν τα προβλήματα της ανθρωπότητας, ήταν αποφασισμένος να βρει τρόπους για να τα μειώσει. Περνούσε τις ημέρες του στο εργαστήριο, ψάχνοντας απαντήσεις στα ερωτήματά του και λύσεις στα προβλήματα.
Μια μέρα ο επτάχρονος γιος του μπήκε στο εργαστήριό του και διέκοψε την εργασία του πατέρα του , θέλοντας να περάσει λίγο χρόνο μαζί του. Ο επιστήμονας, εκνευρισμένος από τη διακοπή, ζήτησε από το αγόρι, να πάει να παίξει κάπου αλλού. Βλέποντας ότι ήταν αδύνατο να το πετύχει, ο πατέρας σκέφτηκε κάτι άλλο, που θα μπορούσε να διασκεδάσει τον γιο του. Βρήκε τυχαία ένα περιοδικό, το οποίο είχε ένα χάρτη του κόσμου. Με ένα ψαλίδι έκοψε τον χάρτη σε πολλά κομμάτια και τα έδωσε στον γιο του λέγοντας:
« Καθώς σου αρέσει να παίζεις με τα παζλ, θα σου δώσω έναν χάρτη του κόσμου όλο χωρισμένο σε κομμάτια, για να τον συναρμολογήσεις, χωρίς τη βοήθεια κανενός. »
Υπολόγιζε ότι ο μικρός θα χρειαζόταν πολλές ημέρες για να συνθέσει το χάρτη, αλλά δεν έγινε έτσι. Είχαν περάσει μόνο λίγες ώρες , όταν άκουσε τη φωνή του γιου του να τον φωνάζει ήρεμα:
« Μπαμπά, μπαμπά, έκανα τα πάντα, κατάφερα να το τελειώσω. »
Στην αρχή ο πατέρας δεν πίστεψε στο παιδί. Σκέφτηκε ότι ήταν αδύνατο στην ηλικία του, να έχει καταφέρει να συνθέσει ένα χάρτη, που δεν είχε δει ποτέ του. Δύσπιστος ο επιστήμονας σήκωσε το βλέμμα του από τις σημειώσεις του με τη βεβαιότητα, ότι μικρός λανθασμένα ανασύνθεσε τον χάρτη. Προς έκπληξή του, ο χάρτης ήταν ολοκληρωμένος χωρίς κανένα λάθος. Όλα τα κομμάτια είχαν τοποθετηθεί στην κατάλληλη θέση .
Πώς ήταν δυνατό; Πώς το παιδί τα κατάφερε;
-Παιδί μου, δεν ήξερες πώς ήταν ο κόσμος, πώς τα κατάφερες;
-Μπαμπά, δεν ήξερα πώς ήταν ο κόσμος, αλλά όταν έβγαλες το χάρτη του περιοδικού για να τον κόψεις, είδα στην πίσω σελίδα ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι γύρισα τα κομμάτια ανάποδα και άρχισα να συνθέτω τη μορφή του ανθρώπου, που ήξερα πως είναι. Όταν κατάφερα να ανασυνθέσω τον άνθρωπο, γύρισα τη σελίδα και είδα ότι είχα ανασυνθέσει τον κόσμο.
Υπάρχει πάντα η άλλη όψη, σε ότι βιώνουμε σε αυτόν τον κόσμο. Κάθε φορά που συναντάμε μια πρόκληση ή μια αινιγματική κατάσταση, ας κοιτάξουμε μήπως βλέποντάς την από άλλη οπτική γωνία (« από την πίσω σελίδα » ), ανακαλύψουμε έναν εύκολο τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος.
Ο ιερέας στο ταχυφαγείο


Ο ιερέας μόλις είχε τελειώσει το συμβούλιο με την εκκλησιαστική επιτροπή. Είχε βραδιάσει πια. Μπήκε στο αμάξι του και πήρε τον δρόμο για το σπιτικό του. Ήταν πολύ κουρασμένος. Σωματικά αλλά και ψυχικά. Όλη την ημέρα άκουγε τα προβλήματα του κόσμου προσπαθώντας να καθοδηγήσει, προσπαθώντας να μην αποκάμει ο ίδιος με αυτά που άκουγε, δίνοντας συγχρόνως συγχώρεση και ελπίδα.
Καθώς είχε διασχίσει σχεδόν όλη την διαδρομή για το σπίτι του, ξαφνικά πάτησε φρένο μπροστά σε ένα μαγαζί, που πουλούσε σάντουιτς. Κατέβηκε και με δυο-τρία γρήγορα βήματα, μπήκε μέσα στο κατάστημα. Στο κατάστημα δεν υπήρχε άλλος πελάτης. Δύο κοπέλες πίσω από τον γκισέ και ένας νεαρός, ο οποίος μάλλον πήγαινε τις παραγγελίες στα σπίτια.
«Θα ήθελα παρακαλώ, δύο σάντουιτς με γύρο και δύο με σουβλάκι…» είπε ο ιερέας. Οι δύο κοπέλες κοιτάχτηκαν στα μάτια, με διάθεση να αστειευτούν. Ο ιερέας κατευθύνθηκε προς το ψυγείο με τα αναψυκτικά και πήρε δύο. Τα τοποθέτησε δίπλα στην ταμειακή μηχανή. Σε λίγο ετοιμάστηκε κι η παραγγελία του.
«Τι οφείλω παρακαλώ…», απευθύνθηκε στην κοπέλα που κτυπούσε τα πλήκτρα τις ταμειακής βαριεστημένα. Αντί όμως για την τιμή της παραγγελίας ο ιερέας δέχτηκε μία ερώτηση :
« Πάτερ, ξέρετε τι ημέρα είναι σήμερα; Μήπως ξεχάσατε; »
Ο ιερέας παραξενεύτηκε :

« Τι ημέρα είναι; »
« Είναι Παρασκευή πάτερ, δεν είναι νηστεία; Εσείς δήθεν πρέπει να μας δείχνεται το καλό παράδειγμα και όχι να τρώτε κρέατα τέτοια ημέρα. »
Ο ιερέας χαμήλωσε το κεφάλι του. Έβγαλε από το πορτοφόλι του το ποσό, που είδε να αναγράφεται πάνω στην ταμειακή μηχανή.
« Κρατήστε τα ρέστα. Θα ήθελα να προσεύχεστε για μένα, είμαι ένας ταλαίπωρος άνθρωπος γεμάτος 

πάθη, » είπε και βγήκε από το μαγαζί.
Η κοπέλα παρατήρησε, ότι ο ιερέας βγαίνοντας από το μαγαζί τους, δεν κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του. Γεμάτη ικανοποίηση για την παρατήρηση που έκανε προηγουμένως η ταμίας , ακολούθησε με το βλέμμα τον ιερέα και αναρωτήθηκε φωναχτά : 

« Μα που πάει; » κοιτώντας την άλλη κοπέλα, η οποία είχε σαστίσει με το όλο σκηνικό.
Ο ιερέας με γοργό βήμα σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκε, στο σημείο που ήθελε. Δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών.
« Αδελφέ, μπορώ να σε απασχολήσω λίγο ; » ήταν τα λόγια του ιερέως προς τον μελαψό άνδρα, ο οποίος έψαχνε μέσα στα σκουπίδια. Ο άνδρας άφησε τις σακούλες που είχε στο χέρι του. Κατευθύνθηκε προς τον ιερέα. Στάθηκε ακριβώς μπροστά του. Ο ιερέας δεν είπε κάτι άλλο. Άπλωσε τα χέρια του, προτείνοντας τις σακούλες με τα σάντουιτς και τα αναψυκτικά.
Ο μελαψός άνδρας δεν άπλωσε τα δικά του. Μάλλον δεν πίστευε, ότι αυτό του συμβαίνει. Ένα μικρό παιδάκι, μάλλον ο γιος του, το οποίο στεκόταν δίπλα του άπλωσε τα μικρά και αδύνατα χεράκια του και πήρε τις σακούλες και άρχισε να τις περιεργάζεται. Ο ιερέας με ένα νεύμα συγκατάβασης γύρισε και απομακρύνθηκε. Φτάνοντας στο αυτοκίνητό του, το οποίο το είχε αφήσει μπροστά στο σαντουιτσάδικο, τον περίμενε μια έκπληξη. Η ταμίας , η οποία του είχε κάνει την παρατήρηση, είχε βγει έξω για να δει που πήγε και φυσικά τα είχε δει όλα.
« Πάτερ….συγνώμη… » 

Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει. Ο ιερέας της έπιασε τα χέρια και διακόπτοντάς την είπε: 
« Μην στεναχωριέσαι, να προσεύχεσαι για μένα, καλό σου βράδυ. »
Τα μάτια της κοπέλας βούρκωσαν, δύο τρία δάκρυα κύλισαν στα μάγουλά της, καθώς έβλεπε το αυτοκίνητο του ιερέως, να χάνεται μέσα στην βροχερή νύχτα.
Από το απέναντι πεζοδρόμιο περνούσαν τώρα ο μελαψός άνδρας με το μικρό παιδάκι του, γελώντας και τρώγοντας αυτά, που τους πρόσφερε ο ιερέας. Η κοπέλα μπήκε μέσα στο μαγαζί.
« Είσαι καλά; » την ρώτησε η συνάδελφός της.
« Μεγάλο κακό το να κρίνουμε γρήγορα και επιπόλαια, μόνο από αυτά που βλέπουμε, » είπε με τρεμάμενη φωνή !