Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

 Έκαστος εφ’ ω ετάχθη




Ζούσαν κάποτε στη μακρινή Ανατολή δυο ξαδέλφια. Μεγάλωσαν μαζί από την πρώτη μέρα που γεννήθηκαν, μαζί μπουσούλισαν, μαζί περπάτησαν και έτρεξαν, μαζί κολύμπησαν στο ποτάμι και ανέβηκαν στα δέντρα. Ήταν πάντα μαζί, αχώριστοι και αφοσιωμένοι φίλοι.

Αλλά, όπως συχνά γίνεται στη ζωή, καθώς μεγάλωναν, οι δρόμοι τους άρχισαν να απομακρύνονται. Ο ένας αγαπούσε πολύ το διάβασμα και τα βιβλία και διακρινόταν στο σχολείο του. Ο άλλος δεν έδειχνε συμπάθεια για τη μελέτη, απουσίαζε συχνά από το σχολείο και η επίδοσή του κάθε χρόνο χειροτέρευε.
Όταν μεγάλωσαν ο πρώτος που είχε διακριθεί για τις γνώσεις του, έγινε σύμβουλος του βασιλιά, ενώ ο άλλος έγινε κωπηλάτης στο βασιλικό ποταμόπλοιο.
Κάποια μέρα ο βασιλιάς αποφάσισε να περιηγηθεί τη χώρα με τους συμβούλους του, ακολουθώντας την πορεία προς τις πηγές του Μεγάλου Ποταμού. Κάθονταν σε αναπαυτικές πολυθρόνες κάτω από μια τέντα στην πλώρη του καραβιού, εκεί που φυσούσε πιο δροσερό το αεράκι και συζητούσαν διάφορες κρατικές υποθέσεις.
Την ίδια στιγμή οι κωπηλάτες, κι ανάμεσά τους ο ξάδελφος του συμβούλου, ιδροκοπούσαν παλεύοντας να οδηγήσουν το πλοίο ενάντια στο ρεύμα.
— Δεν είναι ζωή αυτή, ψιθύρισε ο ξάδελφος. Εγώ πνίγομαι στον ιδρώτα και ο τεμπέλης ο ξάδελφός μου την έχει αράξει στη σκιά και στο βοριαδάκι και αερολογεί. Εγώ θα έπρεπε να είμαι σύμβουλος και αυτός βαρκάρης!
Είχε νυχτώσει για καλά, όταν ο βαρκάρης ένιωσε στην πλάτη του κάποιο χέρι. Ήταν ο βασιλιάς:
— Κάποιος θόρυβος ακούγεται από τη μεριά αυτής της όχθης και δεν με αφήνει να κοιμηθώ. Πας να δεις τι συμβαίνει;
Ο κωπηλάτης πήδησε στην ακτή και ανέβηκε τρέχοντας στο γειτονικό λόφο. Σε λίγα λεπτά ξαναγύρισε:
— Δεν είναι τίποτα, Μεγαλειότατε. Μια γάτα έχει γεννήσει και ακούγονται νιαουρίσματα.
— Τι είδους γατάκια είναι; ρώτησε ο βασιλιάς.
Ο ξάδελφος δεν το είχε προσέξει αυτό. Ξαναπήδησε στην όχθη, έτρεξε στον λόφο και σε λίγο ξαναγύρισε:
— Σιαμαία, Μεγαλειότατε.
— Πόσα είναι; ρώτησε ο βασιλιάς.
Ο βαρκάρης ξανάτρεξε στον λόφο και σε λίγο γύρισε πίσω:
— Έξι, είπε λαχανιασμένος.
— Πόσα είναι αρσενικά και πόσα θηλυκά; ξαναρώτησε ο βασιλιάς.
Πάλι έπρεπε να πηδήσει στην όχθη ο κωπηλάτης, να τρέξει στον λόφο και να ξανάρθει:
— Τρία αρσενικά και τρία θηλυκά, είπε με κομμένη την ανάσα, έτοιμος να λιποθυμήσει από την κούραση.
— Και τι χρώμα έχουν; ρώτησε ο βασιλιάς.
— Λυ-λυπήσου με, Με-μεγαλειότατε, είπε εκείνος κοντανασαίνοντας. Θα μείνω στον δρόμο αν πρέπει να ξανανεβώ στον λόφο!
— Καλά, έκανε ο βασιλιάς. Έλα μαζί μου να δεις κάτι.
Πήγαν στην πλώρη και ο βασιλιάς ξύπνησε τον ξάδελφο – σύμβουλο.
— Κάποιος θόρυβος ακούγεται από τη μεριά αυτής της όχθης και δεν με αφήνει να κοιμηθώ. Πας, σε παρακαλώ, να δεις τι συμβαίνει;
Ο σύμβουλος χάθηκε στη νύχτα. Σε λίγα λεπτά ξαναγύρισε:
— Είναι μια γάτα με έξι σιαμαία γατάκια, Μεγαλειότατε. Τρία αρσενικά και τρία θηλυκά. Έχουν το γνωστό χρώμα των σιαμαίων γατιών, εκτός από ένα που είναι πιο σκούρο. Ανήκουν στην πριγκίπισσα της περιοχής, η οποία σας ζητά συγγνώμη για την ενόχληση και λέει ότι θα ευχαριστηθεί πολύ, αν της κάνετε την τιμή να παρευρεθείτε με την ακολουθία σας στο δείπνο, που θα διοργανώσει για σας αύριο. Είπε ακόμα ότι θα σας πληρώσει και τους φόρους, που σας χρωστά για τον τελευταίο χρόνο.
Ο βασιλιάς γύρισε στον κωπηλάτη:
— Κάποιος άνθρωπός μου κρυφάκουσε αυτά που είπες το μεσημέρι. Ναι, η ζωή μοιάζει άδικη πολλές φορές αλλά καθένας πρέπει να κάνει τη δουλειά που ξέρει και που μπορεί να κάνει καλύτερα από τους άλλους. Πήγες τόσες φορές στον λόφο και πάλι δεν τέλειωσες τη δουλειά που σου ζήτησα. Αντίθετα, ο ξάδερφός του χρειάστηκε να πάει μόνο μια φορά και έμαθε πολύ περισσότερα από όσα του ζήτησα. Κατάλαβες τώρα γιατί αυτός είναι σύμβουλός μου και εσύ κωπηλάτης μου;

 Οι πραγματικοί Άγγελοι



— Mαμά, υπάρχουν αληθινά άγγελοι; ρώτησε η Λενιώ.
— Δεν ξέρω, μωρό μου. Ίσως ναι, αλλά μάλλον δεν μοιάζουν όπως τους δείχνει αυτό το βιβλίο, είπε η μαμά δείχνοντας το βιβλίο που ξεφύλλιζε η τετράχρονη Λενιώ.
— Εγώ θα πάω να ψάξω για να δω αν υπάρχουν και πώς είναι, είπε με παιδικό πείσμα η μικρή.
— Δεν είναι άσχημη ιδέα. Τι θα έλεγες να έρθω κι εγώ μαζί σου, μωρό μου;
— Δεν είμαι μωρό πια! Κοίτα πόσο ψηλή είμαι!
— Έχεις δίκιο, αλλά είναι τόσο ωραία μέρα, που θα ήθελα κι εγώ να κάνω μια βόλτα.
Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί, το κοριτσάκι τρέχοντας και πηδώντας, κι η μαμά σέρνοντας το κουτσό πόδι της.
Ξαφνικά βλέπουν να έρχεται ένα άλογο, που το ίππευε μια πεντάμορφη κοπέλα με ξανθά μαλλιά, φορτωμένη με διαμάντια και κοσμήματα στον λαιμό και στα μπράτσα.
— Είσαι άγγελος; την ρώτησε η Λενιώ όταν πλησίασε.
Η κοπέλα δεν απάντησε, αλλά κοίταξε λοξά και παγωμένα το παιδί. Ύστερα έδωσε μια στα σπιρούνια του αλόγου και αυτό τινάχτηκε μπροστά σαν αστραπή γεμίζοντας με σκόνη την κακόμοιρη τη Λενιώ.
Η μαμά της την πήρε αγκαλιά και της καθάρισε τα χείλη, το πρόσωπο και τα ρούχα από τη σκόνη.
— Δεν ήταν άγγελος, είπε η Λενιώ.
— Μάλλον όχι, συμφώνησε η μητέρα.
Συνέχισαν τον δρόμο τους, το κορίτσι πηδώντας και τρέχοντας και η μητέρα σέρνοντας το κουτσό πόδι της.
Στη στροφή του δρόμου αντάμωσαν μια όμορφη κοπέλα ντυμένη στα ολόλευκα. Τα μάτια της ήταν φωτεινά σαν αστέρια και το πρόσωπό της λευκό σαν το χιόνι.
Η Λενιώ έτρεξε και την αγκάλιασε:
— Εσύ είσαι πραγματικά άγγελος, της είπε. Τώρα είμαι σίγουρη.
— Παλιόπαιδο! έκανε αυτή θυμωμένη. Μου λέρωσες το ολόλευκο φόρεμά μου! Πώς θα συναντήσω τώρα τον πρίγκιπα;
Πραγματικά εκείνη τη στιγμή φάνηκε από μακριά ένας πρίγκιπας καβάλα στο άσπρο άλογό του. Η κοπέλα έσπρωξε βίαια τη μικρή από την αγκαλιά της, χωρίς καν να της περνά από το μυαλό πόσο πιο ελκυστική θα ήταν στα μάτια του νέου με ένα παιδί στην αγκαλιά.
Η Λενιώ βρέθηκε για άλλη μια φορά χάμω, με σκόνη στα χείλη, στο πρόσωπο και στο φόρεμά της. Έβαλε τα κλάματα. Η μητέρα της την πήρε αγκαλιά και της σκούπισε τα ρούχα και τα δακρυσμένα μάτια.
— Ούτε αυτή ήταν άγγελος! έβγαλε το συμπέρασμα.
— Μάλλον όχι, ξανάπε η μητέρα. Ας βαδίσουμε όμως ακόμα λίγο. Μπορεί να βρούμε κάπου ένα πραγματικό άγγελο.
— Όχι, μαμά. Νιώθω τόσο κουρασμένη! Πώς θα γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι μας;
— Γιατί νομίζεις ότι ήρθα μαζί σου; Θα σε πάω εγώ αγκαλιά!
Με το κοριτσάκι σφιχτά στην αγκαλιά της η μητέρα πήρε τον δρόμο της επιστροφής, τραγουδώντας του με χαμηλή φωνή τα αγαπημένα του τραγούδια.
Ξαφνικά η Λενιώ σήκωσε το κεφαλάκι της από τον ώμο της μάνας της και την κοίταξε στα μάτια:
— Μανούλα, μήπως είσαι εσύ ο άγγελος;
— Τι σκέψη κι αυτή, Λενιώ! Πού ακούστηκε άγγελος με μάλλινο φουστάνι; απάντησε η μητέρα γελώντας καλόκαρδα!

 Στον ζωολογικό κήπο


Ένας άντρας και η σύζυγός του πήγαν στο ζωολογικό κήπο. Εκεί είδαν έναν αρσενικό πίθηκο να αγκαλιάζει με πάθος τη σύντροφό του. Η γυναίκα νοσταλγικά, είπε:
- Τι ρομαντικό!
Τότε είδαν ένα λιοντάρι και τη λιονταρίνα του να είναι απόμακρα μεταξύ τους. Το λιοντάρι ήταν σιωπηλό και μόνο στη γωνία του σαν να μην υπήρχε η λέαινα.
Η σύζυγός γυρνάει και λέει στον άντρα της:
- Τι θλιβερή σκηνή χωρίς αγάπη! Τότε ο σύζυγός της λέει:
- Ρίξε αυτή την πέτρα στη λιονταρίνα και πρόσεξε!
Μόλις η γυναίκα πέταξε την πέτρα, το αρσενικό λιοντάρι πήδηξε για να υπερασπιστεί τη λιονταρίνα του!
Αμέσως μετά παίρνει μια πέτρα ο άντρας και την πετάει προς το μέρος της θηλυκής πιθήκου. Αντιλαμβανόμενος την πέτρα ο αρσενικός πίθηκος παρατάει την σύντροφό του και τρέχει μακριά φοβισμένος.
Ο σύζυγος γυρνάει και λέει:
- Μην ξεγελιέσαι από αυτό που βλέπεις ως ρομαντισμό σε μερικούς. Είναι συχνά μια παραπλανητική πτυχή, που κρύβει μια κενή καρδιά. Υπάρχουν άλλοι αντίθετα που δεν δείχνουν τίποτα, αλλά οι καρδιές τους είναι γεμάτες ειλικρινή αγάπη!
Δυστυχώς μάλλον οι περισσότεροι από εμάς μοιάζουμε με τον πίθηκο περισσότερο, παρά με το λιοντάρι.