Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Μικροί διάλογοι με τον Δάσκαλο ( συνέχεια )


Ένας μαθητής ενοχλούσε τον Δάσκαλο με τις αμέτρητες ερωτήσεις του.
Ο Δάσκαλος του είπε:
– Μες στην καρδιά σου θα βρεις όλες τις απαντήσεις και μόνο εσύ ξέρεις, πώς να τις βρεις.
Και μετά συμπλήρωσε:
– Ο δρόμος σου προς την αλήθεια δε μπορεί να φωτιστεί από κάποιον άλλον. Εσύ θέλεις να δανειστείς το δικό μου φανάρι. Εγώ όμως θέλω να σου μάθω, πώς να φτιάξεις το δικό σου!


Μεταξύ των μαθητών άναψε η λογομαχία, για τα αίτια των ανθρώπινων βασάνων.
Μερικοί έλεγαν, πως η αιτία είναι ο εγωισμός. Οι άλλοι θεωρούσαν, πως φταίει η έλλειψη γνώσεων. Οι τρίτοι έλεγαν, ότι ο άνθρωπος υποφέρει, γιατί δεν είναι ικανός να ξεχωρίζει το ψέμα από την αλήθεια.
Στο τέλος πήγαν στον Δάσκαλο, ο οποίος είπε:
– Ο άνθρωπος υποφέρει, γιατί δεν έμαθε να μένει μόνος μέσα στη σιγή.


Ο Δάσκαλος ισχυριζόταν πως οι περισσότεροι άνθρωποι ζούνε όχι στον Πραγματικό Κόσμο, αλλά στον κόσμο που δημιούργησε ο νους τους. Ένας επιστήμονας ήρθε να λογομαχήσει πάνω σ’ αυτό το θέμα. Ο Δάσκαλος τοποθέτησε πάνω στο πάτωμα δυο μικρές βέργες σε μορφή του γράμματός «Τ» και ρώτησε:
– Τι βλέπεις εδώ;
– Το γράμμα «ταυ», είπε ο επιστήμονας.
– Αυτήν την απάντηση περίμενα, είπε ο Δάσκαλος, στη φύση δεν υπάρχει γράμμα «ταυ»! Υπάρχει μόνο τέτοιο σύμβολο στο νου σου. Εδώ υπάρχουν μόνο δυο μικρές βέργες!


– Μερικές φορές , είπε ο Δάσκαλος, οι γονείς άθελα γίνονται οι μεγάλοι εχθροί των παιδιών!
Και τους διηγήθηκε, πως μια φορά έξω από το σουπερμάρκετ μίλησε σε μια γυναίκα, που κυλούσε το καροτσάκι με τα δυο παιδιά της.
– Τι όμορφα παιδιά! Πόσο χρονών είναι!
– Ο γιατρός τρία, και ο δικηγόρος πέντε, απάντησε η κυρία.
Τα δώρα στον μαχαραγιά


Μια φορά, ένας μαχαραγιάς, που ήταν διάσημος για τη μεγάλη σοφία του, έκλεινε τα εκατό χρόνια. Το γεγονός έγινε δεκτό με μεγάλη χαρά, διότι όλοι αγαπούσαν πολύ τον κυβερνήτη τους.
Στο παλάτι οργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή για τη βραδιά εκείνη και προσκάλεσαν τους ισχυρούς άλλων βασιλείων.
Ήρθε η μέρα κι ένα βουνό από δώρα στήθηκε στην είσοδο της σάλας, όπου ο μαχαραγιάς θα πήγαινε να χαιρετήσει τους καλεσμένους του.
Στο δείπνο, ο μαχαραγιάς ζήτησε από τους υπηρέτες του, να ξεχωρίσουν τα δώρα σε δύο ομάδες. Σ’ αυτά που έγραφαν αποστολέα και σ’ αυτά, που κανένας δεν ήξερε, ποιος τα είχε στείλει.
Την ώρα του επιδορπίου, ο μαχαραγιάς ζήτησε να φέρουν τις δύο στοίβες με τα δώρα. Από τη μια, αυτά στα οποία αναγραφόταν ο αποστολέας, ήταν εκατοντάδες μεγάλα και ακριβά δώρα κι από την άλλη καμιά δεκαριά.
Ο μαχαραγιάς άρχισε να ανοίγει τα δώρα, που είχαν αποστολέα και καλούσε αυτούς, που τα είχαν στείλει. Έναν-έναν, τον έβαζε ν’ ανέβει στο θρόνο και του έλεγε:
«Σ’ ευχαριστώ για το δώρο σου. Σου το επιστρέφω και είμαστε όπως πριν».
Και του έδινε πίσω το δώρο, ότι κι αν ήταν αυτό!
Όταν τελείωσε με την πρώτη στοίβα, πήγε στη δεύτερη και είπε:
«Αυτά τα δώρα, που δεν έχουν αποστολέα θα τα δεχτώ, γιατί δεν μου δημιουργούν καμία υποχρέωση και στην ηλικία μου δεν είναι καλό, να δημιουργείς χρέη».
Κάθε φορά που δέχεσαι κάτι, μπορεί στη διάθεσή σου ή στη διάθεση του άλλου, αυτό να μετατραπεί σε χρέος. Σ’ αυτή την περίπτωση, καλύτερα να μην δέχεσαι τίποτα. Αν, όμως, νιώθεις ικανός να δίνεις, χωρίς να περιμένεις πληρωμή και να παίρνεις, δίχως να νιώθεις υποχρέωση, τότε μπορείς να δίνεις ή όχι, να παίρνεις ή όχι, αλλά ποτέ δεν θα αισθανθείς ούτε υποχρεωμένος, αλλά ούτε θλιμμένος, επειδή κάποιος που ευεργετήθηκες από εσένα αμέλησε να σου εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Και το πιο σημαντικό, ποτέ κανένας δεν θα σου αφήσει αξεπλήρωτο χρέος, γιατί κανένας ποτέ δεν θα σου χρωστάει τίποτα!