Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Κοινή λογική


Επισκέπτεται κάποιος έναν σοφό και του λέει:
- Θέλω να μου διδάξεις τη σοφία σου, θέλω να γίνω σοφός. Θέλω κάθε στιγμή να μπορώ να παίρνω τη σωστή απόφαση. Τι πρέπει να κάνω, για να ξέρω ποια είναι η κατάλληλη αντίδραση σε κάθε κατάσταση;
Απαντάει ο σοφός:
- Πριν σου απαντήσω σ’ αυτό που ρωτάς, φαντάσου πως από μια καμινάδα βγαίνουν δύο άντρες. Το πρόσωπο του ενός είναι μουντζουρωμένο, του άλλου το πρόσωπο είναι καθαρό. Ποιος από τους δύο θα πάει να πλύνει το πρόσωπό του;
- Ε, καλά, είναι ολοφάνερο θα πάει να πλυθεί εκείνος, που το πρόσωπό του είναι βρώμικο.
- Το προφανές δεν είναι πάντοτε η κατάλληλη αντίδραση. Πήγαινε και ξανασκέψου το, του λέει ο σοφός.
Φεύγει ο άντρας, συλλογίζεται επί δεκαπέντε μέρες κι επιστρέφει ικανοποιημένος, για να πει στον σοφό:
- Τι ανόητος που ήμουν! Τώρα κατάλαβα, πως θα πάει να πλυθεί αυτός, που το πρόσωπό του είναι καθαρό. Γιατί αυτός που έχει καθαρό πρόσωπο, βλέπει ότι το πρόσωπο του άλλου είναι βρώμικο, οπότε συμπεραίνει, ότι και το δικό του θα είναι βρώμικο. Αντίθετα, αυτός που έχει βρώμικο πρόσωπο, βλέπει ότι το πρόσωπο του άλλου είναι καθαρό και θεωρεί πως και το δικό του πρέπει να είναι καθαρό. Γι’ αυτό δεν θα πάει να πλυθεί!
- Πολύ ωραία, ωστόσο, η εξυπνάδα και η λογική δεν μπορούν πάντοτε, να σου δώσουν μια συνετή απάντηση σχετικά με κάποια κατάσταση. Πήγαινε και ξανασκέψου το.
Φεύγει ο άντρας και πηγαίνει στο σπίτι του, για να σκεφτεί. Αφού περνούν άλλες δεκαπέντε μέρες, επιστρέφει και λέει στον σοφό:
- Τώρα ξέρω! Και οι δύο θα πλύνουν τα πρόσωπά τους! Αυτός που έχει καθαρό πρόσωπο, βλέποντας ότι το πρόσωπο του άλλου είναι βρώμικο, νομίζει ότι και το δικό του είναι βρώμικο και γι’ αυτό πάει να πλυθεί. Από την άλλη, αυτός που έχει βρώμικο πρόσωπο, βλέποντας τον άλλο να πλένει το πρόσωπό του, καταλαβαίνει πως το κάνει, επειδή είδε το βρώμικο πρόσωπο του συντρόφου του, οπότε συνειδητοποιεί, πως το πρόσωπό του είναι βρώμικο και πάει κι αυτός να πλυθεί!
Ο σοφός συλλογίζεται για λίγο και μετά λέει:
- Η αναλογία και η αντιστοιχία δεν σε βοηθάνε πάντοτε, να φτάσεις στην σωστή απάντηση.
- Δεν καταλαβαίνω, λέει ο άντρας.
Ο σοφός τον κοιτάζει καλοσυνάτα και προσθέτει:
- Πώς γίνεται, να βγουν δύο άντρες από την καμινάδα και ο ένας να βγει με βρώμικο πρόσωπο, ενώ ο άλλος με το πρόσωπο καθαρό;
Τις περισσότερες φορές, για να βρούμε τη σωστή απάντηση, το μόνο που χρειάζεται είναι κοινή λογική. Είναι η κοινή λογική που, χωρίς αμφιβολία, μας φωνάζει από το εσωτερικό μας εγώ, που είναι πιο σοφό, να χρησιμοποιήσουμε αυτό που έχουμε, για να ενισχύσουμε την δυνατότητά μας να φτάσουμε εκεί που θέλουμε.
Αν η κοινή λογική δεν μας διευκολύνει, να αποφασίσουμε τι χρειάζεται να κάνουμε, αν έχουμε την επιλογή, δεν κάνουμε τίποτε, μέχρι οι συνθήκες να επιτρέψουν. Αν το ζήτημα επείγει και δεν είναι στον δικό μας έλεγχο, να έχουμε τον απαραίτητο χρόνο, τότε την απόφασή μας θα την υπαγορεύσει η καρδιά μας!
Ο οδηγός και η γηραιά κυρία


Μόλις έφτασε στην διεύθυνση, που του είπε το κέντρο επικοινωνίας, ο οδηγός ταξί πάτησε την κόρνα του αυτοκινήτου του. Περίμενε υπομονετικά λίγα λεπτά και μη βλέποντας καμία κίνηση, κορνάρησε επανειλημμένα. Περίμενα μερικά λεπτά και κόρναρα ξανά. Μη βλέποντας πάλι καμία αντίδραση σκέφτηκε μήπως ήταν φάρσα η κλήση του ταξί, αλλά αντί να φύγει, κατέβηκε από το όχημα και περπάτησε μέχρι τη πόρτα του σπιτιού και χτύπησε το κουδούνι.
- Μισό λεπτό, απάντησε μια αδύναμη, ηλικιωμένη φωνή. Ακουγόταν σαν να σέρνει κάτι στο πάτωμα. Μετά από μια μικρή παύση, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε μια κυρία ηλικίας γύρω στα 90. Φορούσε ένα φόρεμα και ένα καπέλο με πέπλο, έμοιαζε με χαρακτήρα από παλιά ταινία. Είχε δίπλα της μια μικρή παλαιομοδίτικη βαλιτσούλα.
- Θα μπορούσες να πας την βαλίτσα μου στο αυτοκίνητο; Ο οδηγός πήρε την βαλίτσα , την πήγε μέχρι το ταξί και γύρισε για να βοηθήσει την κυρία. Σιγά-σιγά την οδήγησε στο ταξί, ακούγοντας συνεχώς την κυρία να τον ευχαριστεί, για την καλοσύνη του.
- Δεν κάνει τίποτα, προσπαθώ απλώς να συμπεριφέρομαι στους επιβάτες μου, όπως θα ήθελα να συμπεριφέρονται στην μητέρα μου, είπε ο οδηγός.
- Είσαι τόσο καλό παιδί! Σίγουρα η μητέρα σου είναι υπερήφανη για εσένα.
Μπαίνοντας στο ταξί η γηραιά κυρία έδωσε μια διεύθυνση στον οδηγό και τον παρακάλεσε να την πάει, οδηγώντας μέσω του κέντρου της πόλης.
- Δεν είναι η γρηγορότερη διαδρομή και φοβάμαι πως θα καθυστερήσουμε αρκετά, είπε ο οδηγός.
- Δεν βιάζομαι, η διεύθυνση που σας έδωσα, είναι η διεύθυνση ενός ασύλου, ενός γηροκομείου , απάντησε η κυρία με τρεμάμενη φωνή. Έχω χάσει όλη μου την οικογένεια, τα προβλήματα υγείας μου είναι σοβαρά, όλο και δυσκολότερα μπορώ να εξυπηρετήσω τον εαυτό μου και ο γιατρός μου συνέστησε , πως είναι καλύτερα να αφήσω το μοναχικό μου σπίτι και να πάω σε έναν χώρο, που θα υπάρχει η δυνατότητα να με προσέχουν. Εξ άλλου καταλαβαίνω πως δεν μου έμεινε και πολύς χρόνος! Ακούγοντάς την ο οδηγός ταξί έκλεισε διακριτικά το ταξίμετρο:
- Ποια διαδρομή θα θέλατε να ακολουθήσω;
Για τις επόμενες δύο ώρες η κίνηση του οχήματος ήταν στους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Στη διαδρομή η κυρία έδειξε στον οδηγό το κτήριο , που κάποτε ήταν ο χώρος εργασία της, την παλιά πολυκατοικία, στη μικρή γκαρσονιέρα της οποίας αυτή και ο σύζυγός της έμεναν όσο ήταν νιόπαντροι, ένα κατάστημα επίπλων, που παλαιότερα ήταν σχολή χορού, όπου έκανε μαθήματα όσο ήταν νέα.
Πολλές φορές παρακάλεσε τον οδηγό να επιβραδύνει μπροστά από κάποιο κτήριο ή κάποια γωνία, ενώ εκείνη κοιτούσε μέσα από το σκοτάδι, χωρίς να λέει κουβέντα!
- Κουράστηκα, ας πάμε τώρα στον προορισμό μας , είπε η κυρία καθώς η πρώτη αχτίδα του ήλιου γεννιόταν από τον ορίζοντα.
Όταν φθάσαμε στο κτήριο του γηροκομείου δύο νοσηλευτές βγήκαν έξω και ήρθαν προς το μέρος του οχήματος. Προφανώς ανέμεναν την άφιξή της.
Ο ταξιτζής πήρε από πορτμπαγκάζ και πήγε την βαλίτσα της κυρίας μέχρι την κεντρική είσοδο του γηροκομείου.
- Πόσο σας οφείλω;
- Τίποτα.
- Μα αυτή είναι η δουλειά σας, δεν μπορεί να την κάνετε χωρίς να πληρώνεστε!
Ο ταξιτζής αυθόρμητα έσκυψε και την αγκάλιασε. Σαν να το περίμενε η κυρία , τον αγκάλιασε σφιχτά:
- Σε ευχαριστώ για όλα του είπε.
Ο οδηγός πήρε τα δυο της χέρια στα δικά του χέρια και απαλά ακούμπησε τα χείλη του επάνω τους κι έφυγε μέσα στο αμυδρό πρωινό φως, με συντροφιά τις σκέψεις του:
- Τι θα συνέβαινε αν είχα αρνηθεί την κούρσα ή είχα κορνάρει άλλη μια φορά και είχα φύγει;
Κάνοντας μια φευγαλέα αναδρομή, συνειδητοποίησε ο οδηγός, πως αυτή η κούρσα ήταν, ότι από τα πιο σημαντικά, που είχε κάνει στη ζωή του!
Είμαστε προγραμματισμένοι να πιστεύουμε πως οι ζωές μας περιστρέφονται γύρω από τις μεγάλες μας στιγμές. Οι μεγαλύτερες στιγμές μας όμως, συνήθως έρχονται όταν δεν τις περιμένουμε!