Η Συζήτηση των Κυμάτων

Ήταν ένα μικρό κύμα, που πολύ λυπημένα μονολογούσε:
«Πόσο δυστυχισμένο είμαι, τα άλλα κύματα είναι τόσο μεγάλα και δυνατά και εγώ είμαι τόσο μικρό και ασήμαντο, γιατί να είναι η ζωή τόσο σκληρή;»
Ένα μεγάλο κύμα που βρισκόταν εκεί κοντά, το άκουσε και αποφάσισε να του απαντήσει: «Τα λες αυτά, διότι δεν έχεις κατανοήσει την πραγματική σου φύση. Νομίζεις ότι είσαι ένα κύμα και νομίζεις ότι είσαι μικρό και ασήμαντο, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα από αυτά τα δύο!»
Ξαφνιασμένο το μικρό κύμα απαντά:
«Πως;! Δεν είμαι κύμα;! Μα, δεν βλέπεις τον κυματισμό μου; Δεν βλέπεις τα απόνερά μου; Αν και μικρό, είμαι κύμα! Τι εννοείς λέγοντας ότι δεν είμαι κύμα;»
Ήρεμα το μεγάλο κύμα αποκρίνεται:
«Αυτό που καλείς ʽκύμαʼ δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσωρινή μορφή σου. Στην πραγματικότητα, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά νερό! Όταν κατανοήσεις την βάση της φύσης σου, θα απαλλαχθείς από την μιζέρια σου και θα δεις ότι εγώ είμαι εσύ, εσύ είσαι εγώ, και οι δύο είμαστε κομμάτι του ιδίου Όλου!»
Ο Βασιλιάς και το αλάτι

(Λιβυκό Λαϊκό Παραμύθι)
Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που ζήτησε από τις τρεις κόρες του, να του πουν, πόσο τον αγαπούν. Η μεγαλύτερη απάντησε πως τον αγαπάει, όσο αγαπάει το χρυσάφι, η μεσαία όσο αγαπάει τον ήλιο και το φεγγάρι, ενώ η μικρότερη , πως τον αγαπάει όσο αγαπάει το αλάτι.
Ο βασιλιάς έγινε έξαλλος με την τρίτη του κόρη, καθώς πίστευε, πως το μέγεθος της αγάπης της κόρης του προς αυτόν ήταν ασήμαντο!
Την έδιωξε λοιπόν από το παλάτι, λέγοντάς της, πως δε θέλει να την δει ποτέ ξανά..
Η κοπέλα περιπλανήθηκε για χρόνια παραπονούμενη, που τόσο άδικα την έδιωξε ο πατέρας της. Ένας πρίγκιπας που την συνάντησε, την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε.
Μετά από πολλά χρόνια έμαθε πως, στο δικό της βασίλειο, θα έδιναν γεύμα προς τιμήν του πατέρα της.
Διέταξε, όλα τα φαγητά που θα σερβιριστούν, να είναι ανάλατα και να μη δοθεί αλάτι, όσο και αν επιμένουν να το ζητούν οι μετέχοντες στο γεύμα!
Όταν ο πατέρας της άρχισε να τρώει, πέταξε θυμωμένος το κουτάλι και είπε, πως είναι όλα άνοστα. Ζήτησε να του δώσουν αλάτι. Αρνήθηκαν και θύμωσε ακόμα πιο πολύ.
«Θα φύγω», φώναζε, «αφού δε μπορείτε να μου δώσετε, κάτι τόσο σημαντικό όσο το αλάτι». Και τότε, η κοπέλα μίλησε:
«Μα εσείς κάποτε διώξετε την κόρη σας, επειδή σας είπε, πως σας αγαπάει σαν το αλάτι και εσείς θεωρήσατε πως το αλάτι είναι ασήμαντο. Πως γίνεται σήμερα να έχετε άλλη γνώμη;».
Ο βασιλιάς την αναγνώρισε και έπεσε στα πόδια της με κλάματα, παρακαλώντας να τον συγχωρέσει. Η κοπέλα τον συγχώρεσε. Του τόνισε πως από δω και πέρα δεν πρέπει, να υποτιμάει τα απλά πράγματα στη ζωή, όπως είναι το αλάτι.