Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Ο μεγάλος Δάσκαλος


Οι γονείς ήταν εργάτες και οι δύο, εργαζόμενοι από την εφηβεία τους. Γνωρίστηκαν στη Γερμανία, διπλοβάρδιες στα εργοστάσια, αιματηρές οικονομίες για να αγοράσουν οικόπεδο, να χτίσουν σπίτι και να επιστρέψουν στην πατρίδα, όπου δεν είχαν τίποτα.
Τα δυο κορίτσια της οικογένειας μεγαλώσανε σχεδόν μόνες τους. Από την πρώτη Δημοτικού φτιάχνανε το πρωινό τους (όχι σαν αυτό το διαφημίσεων), κλειδώνανε το σπίτι, περπατούσανε 15 λεπτά ως τη στάση του λεωφορείου και πηγαίνανε στο σχολείο. Επιστρέφανε, ζεσταίνανε το φαγητό τους και στρωνότανε αμέσως στο διάβασμα. Οι γονείς έλειπαν από τα ξημερώματα και επέστρεφαν αργά το απόγευμα.
Η μητέρα μόλις επέστρεφε, πάντα έκανε την ίδια ερώτηση στις δυο κόρες της:
- Διαβάσατε τα μαθήματά σας;
Ήταν αγράμματη, οπότε δεν μπορούσε και να τις ελέγξει. Αν απαντούσανε τα κορίτσια καταφατικά, τους άφηνε να παίξουνε τον υπόλοιπο χρόνο που έμενε, μέχρι να πάνε για ύπνο. Αν καταλάβαινε, ότι δεν είχανε ακριβώς τελειώσει τα μαθήματα, έλεγε την φράση που έμεινε παροιμιώδης στην οικογένεια:
- Να καθίσετε να τελειώσετε το διάβασμα, εκτός αν θέλετε, να πάω να πλύνω τα κατσαρόλια!
Ο μύθος, που τα κορίτσια σαν παιδιά είχανε πιστέψει, ήταν πως η γονείς είχαν αγοράσει από ένα κατσαρόλι για την κάθε μία τους. Το κατσαρόλι ήταν ένα μεταλλικό σκεύος, στο οποίο οι γονείς έβαζαν το φαγητό τους, για να φάνε το μεσημέρι στο εργοστάσιο. Γιατί βέβαια δεν ξόδευαν δεκάρα, για να αγοράσουν οτιδήποτε από τις καντίνες. Είχαν πει λοιπόν οι γονείς στα κορίτσια, πως αν κάποια στιγμή καταλάβαιναν, πως δεν παίρνανε τα γράμματα, θα έπλεναν τα ωραία κατσαρόλια και την επόμενη μέρα θα πήγαιναν τα κορίτσια για μεροκάματο στο εργοστάσιο!
Τα κορίτσια μπορεί να μην γνώριζαν, τι διαφορά θα είχε η δουλειά, που θα έκαναν τελειώνοντας το σχολείο, από αυτή που έκαναν οι δικοί μου στο εργοστάσιο, αλλά ήξεραν, πως ο πατέρας τους όταν ήταν στο σπίτι, δεν ήταν σε θέση να κάνει τίποτε άλλο, εκτός από το να πέσει για ύπνο. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί όταν δεν μπορούσε να κοιμηθεί, τα νεύρα του ήταν σε τέτοιο χάλι, που τα κορίτσια κρατούσανε την αναπνοή τους, για να μην ακουστεί κιχ. Τα παπούτσια του πατέρα ήταν γεμάτα μεταλλικά ρινίσματα, (γρέζια τα έλεγε) και τα κορίτσια μαζί με τη μητέρα, τα βγάζανε ένα-ένα, για να μη χαλάσουν τα παπούτσια. Τα χέρια της μητέρας είχαν ρόζους και έτριβε κάθε βράδυ τα μπράτσα και τα δάχτυλά της βογκώντας.
Κάθε φορά λοιπόν που ακούγανε τα κορίτσια την απειλή για το κατσαρολάκι, ακόμη κι αν είχαν τελειώσει τα μαθήματά τους, έριχναν άλλη μια ματιά για καλό και για κακό!
Ακόμα κι όταν εκείνο το όνειρο της επιστροφής στην πατρίδα πραγματοποιήθηκε, τα πράγματα δεν άλλαξαν και πολύ. Πάλι η μικρή κόρη φορούσε τα ρούχα της μεγάλης αδελφής, πάλι τρώγανε παγωτό μία φορά την εβδομάδα (από το φτηνό), πάλι οι γονείς δούλευαν όλη μέρα και δεν ξεκουράζονταν ποτέ. Και τα κορίτσια το ίδιο!
Από 12 χρονών τα κορίτσια είχαν μάθει να μαγειρεύουνε, να καλλιεργούνε το περιβολάκι, να φροντίζουνε τα ζώα, να διορθώνουνε τις ελαφριές ηλεκτρικές και υδραυλικές βλάβες, να βάφουνε, μέχρι και να χτίζουνε, όταν ο πατέρας αποφάσισε, να σηκώσει άλλον έναν όροφο. Μόνοι τους. Εργάτης, τεχνίτης δεν πάτησε κανείς.
Στο μικρό, συνοικιακό χρωματοπωλείο, που είχανε οι γονείς , τα κορίτσια μάθανε να ζυγίζουνε, να τιμολογούνε, να συναλλάσσονται με τους πελάτες, να παραλαμβάνουνε από τους προμηθευτές.
Η μοναδική πολυτέλεια των κοριτσιών και στη Γερμανία και στην Ελλάδα ήταν το ποδήλατο. Μόνο που δεν είχανε πολύ χρόνο να το χαρούνε, γιατί ακόμα κάθε απόγευμα η μητέρα κράδαινε το κατσαρόλι! Και τα κορίτσια έπρεπε να είναι εντάξει με το σχολείο. Και λέξεις όπως φροντιστήριο ήταν απαγορευμένες.
- Αν είναι να θες σαράντα πέντε μάστορες κι εξήντα μαθητάδες, άστο! Πάρε το κατσαρόλι σου, να έχεις και το κεφάλι σου ήσυχο, έλεγε η μητέρα
Το κατσαρόλι, λοιπόν, όσο και αν λεγότανε σαν απειλή, έμαθε πολλά πράγματα στα κορίτσια, περισσότερα από όσα μπορούσαν να φανταστούν οι γονείς. Ακόμη κι όταν έφυγαν οι γονείς πρόωρα από την ζωή, τα κορίτσια, γυναίκες πλέον, συνέχιζαν να ακούνε τον μεταλλικό του ήχο!
Το κατσαρολάκι έμαθε στα κορίτσια να εκτιμούν τους ανθρώπους, που εργάζονται καταπονώντας το σώμα τους και να τους σέβονται απεριόριστα. Εξοικείωσε τα κορίτσια με την ιδέα της χειρονακτικής εργασίας και όταν χρειάστηκε να εργαστούν, για να τελειώσουν το σχολείο και να σπουδάσουν, δεν δίστασαν και δεν ένιωσαν άσχημα να κάνουν την μαγείρισσα, την καθαρίστρια, την εργάτρια σε θερμοκήπιο και σε βιοτεχνία.
Η ιδέα του κατσαρολιού κρατούσε το μυαλό των κοριτσιών προσηλωμένο στον στόχο, σε αυτό που ήθελαν να κάνουν και βοήθησε να το πετύχουν, έστω και μερικά χρόνια αργότερα από το κανονικό. Τα έμαθε να εκτιμούν, αυτά που κερδίζει κανείς με τον ιδρώτα του, είτε εργάζεται σωματικά είτε πνευματικά, να μην τα σπαταλούν και να τα διαχειρίζονται ισορροπημένα. Δίδαξε στα κορίτσια να αποφεύγουν τον συγχρωτισμό τους με τους ανέντιμους ανθρώπους, που δεν ντρέπονται να κερδίζουν χρήματα χωρίς να εργάζονται ή που εκμεταλλεύονται την αγνότητα ανθρώπων όπως οι γονείς των κοριτσιών, για να κερδίζουν από τον κόπο τους, παριστάνοντας τους προστάτες τους.
Γέννησε μέσα στα κορίτσια τον έρωτα για την Παιδεία! Όχι την άγρα πτυχίων. Την αληθινή. Την αγάπη για την εργασία και την προσφορά. Την επιδίωξη της αξιοπρέπειας και της αυτάρκειας. Αυτά ονειρεύτηκαν τα κορίτσια να μεταδώσουν, σε όσους θα γινότανε μαθητές τους.
Το κατσαρόλι είναι το σύμβολο της πραγματικής ζωής. Θα νόμιζε κανείς πως ένα παιδί, ακούγοντας με τη φαντασία του τον μεταλλικό του ήχο, θα αποκτούσε φοβίες για τη φτώχεια, την χειρωνακτική εργασία, την ταπεινή καταγωγή. Θα έκανε όμως λάθος!
Για τα κορίτσια το κατσαρόλι είπε αυτά, που οι αγράμματοι γονείς δεν είχαν την ικανότητα, να εκφράσουν. Ο μοναδικός αξιοπρεπής τρόπος ζωής είναι να εργάζεσαι, να παράγεις, να προσφέρεις. Με κάποιον τρόπο χρειάζεται μόνος σου να γεμίζεις το κατσαρόλι σου, να κερδίσεις τη ζωή σου. Καθήκον σου είναι να το γεμίζεις. Δική σου απόφαση αν θα καταπονήσεις το πνεύμα ή το σώμα. Κάθε επιλογή αποδεκτή, αρκεί να είναι αυτό που ταιριάζει στον καθένα!