Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

Ο σαμουράι και η γάτα


Ένας σαμουράι, άγριος πολεμιστής, ψάρευε πλάι σ’ ένα ποτάμι. Έπιασε ένα ψάρι και ετοιμάζονταν να το ψήσει, όταν ένας γάτος, που ήταν καταχωνιασμένος κάτω από έναν θάμνο, έδωσε ένα σάλτο και του έκλεψε τη λεία του. Οργισμένος ο σαμουράι έβγαλε το σπαθί του, ζύγωσε τον γάτο και τον έκοψε στα δύο. Ο πολεμιστής αυτός ήταν ένθερμος βουδιστής και άρχισε να κατατρύχεται από τύψεις, επειδή είχε σκοτώσει ένα πλάσμα της φύσης.
Στην διαδρομή του σαμουράι προς το σπίτι του, το θρόισμα του ανέμου στα αυτιά του ακουγότανε σαν νιαούρισμα, το ίδιο τού ακουγότανε και ο θόρυβος των βημάτων του στη γη, όποιον άνθρωπο συναντούσε στον δρόμο, νόμιζε πως εκείνος νιαούριζε, στα βλέμματα των παιδιών, που έπαιζαν στις αυλές των σπιτιών τους, ο σαμουράι νόμιζε πως έβλεπε νιαουρίσματα.
Τις άλλες μέρες οι φίλοι του επίσης φαινότανε, πως νιαούριζαν αδιάκοπα, σαν τους πλησίαζε. Σ’ όλους τους τόπους, σε όλες τις περιστάσεις, ακούγονταν σπαραξικάρδια νιάου. Τις νύκτες ο σαμουράι ονειρευόταν μονάχα νιάου. Κάθε ήχος, κάθε σκέψη, κάθε πράξη της ζωής του μεταμορφωνόταν σε νιάου!
Η κατάστασή του ολοένα χειροτέρευε. Η ιδεοληψία του τον καταδίωκε και τον βασάνιζε δίχως ανάπαυλα, ακατάπαυστα. Επειδή δεν μπορούσε να βγάλει πέρα όλα αυτά τα νιάου, πήγε σ’ έναν ναό για να ζητήσει συμβουλή από ένα γέρο δάσκαλο του Ζεν.
- Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, λυτρώστε με, βοηθείστε με, τον ικέτεψε.
Ο δάσκαλος Ζεν του αποκρίθηκε:
- Εσείς, ένας πολεμιστής, πως μπορέσατε να πέσετε τόσο χαμηλά; Αν δεν είστε σε θέση να κατανικήσετε μόνος σας όλα αυτά τα νιάου, τότε σας αξίζει μονάχα ο θάνατος. Δεν έχετε άλλη λύση παρά να κάνετε χαρακίρι. Εδώ και τώρα, μπροστά μου. Παρόλα αυτά, είμαι ταγμένος στο Θεό και σας λυπάμαι. Μόλις αρχίσετε να ανοίγετε την κοιλιά σας, θα σας κόψω το κεφάλι με το σπαθί μου, για να συντομεύσω το μαρτύριό σας!
Ο σαμουράι δέχτηκε και, παρόλο που φοβόταν το θάνατο, ετοιμάστηκε για το τελετουργικό χαρακίρι. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ανακάθισε στα γόνατά του, κράτησε το στιλέτο με τα δυο του χέρια και το έστρεψε προς την κοιλιά του.
Ορθός πίσω του, ο Δάσκαλος κράδαινε το δικό του σπαθί:
- Ήρθε η ώρα, του είπε. Εμπρός.
Αργά ο σαμουράι ακούμπησε τη μύτη του σπαθιού πάνω στην κοιλιά του. Πριν προλάβει να σπρώξει το στιλέτο, για να αρχίσει να τρυπάει την σάρκα του, ο Δάσκαλος πήρε ξανά το λόγο:
- Εξακολουθείτε να ακούτε νιαουρίσματα;
- Μπα, όχι τώρα πια. Στ’ αλήθεια, όχι!
- Τότε, αν δεν υπάρχουν πια νιάου, δε χρειάζεται να πεθάνετε.
Στην πραγματικότητα, όλοι μας είμαστε ίδιοι με τούτον τον σαμουράι. Αγχώδεις, βασανισμένοι, φοβισμένοι και διστακτικοί. Τα πάντα μας ταράζουν, ακόμη και το πιο μικρό. Είναι γιατί προσπαθούμε να τοποθετήσουμε τον ψεύτικο εαυτό μας ψηλά, σε ένα δήθεν επίπεδο κι οτιδήποτε θεωρούμε, πως δεν ταιριάζει με το επίπεδό αυτό, γίνεται ένα νιάου, που μας βασανίζει. Όλα όμως τα αυτά τα φανταστικά προβλήματα που μας ταλαιπωρούν, δεν έχουν τη σπουδαιότητα, που τους αποδίδουμε.
Απέναντι στο θάνατο, τι είναι πραγματικά πιο σημαντικό;