Αν έχεις τύχη, διάβαινε
Μια φορά υπήρχε κάποιος άνθρωπος, που ήταν πολύ άτυχος. Μια μέρα, έχοντας πια κουραστεί να υποφέρει από τις αδικίες της μοίρας, πήγε να συμβουλευτεί έναν ερημίτη, που ζούσε στο δάσος πίσω από το χωριό του. Ο ερημίτης του πρότεινε, να πάει να συναντήσει τον Θεό, επειδή μόνο Αυτός μπορεί να του δώσει καλοτυχία.
Ξεκίνησε λοιπόν ο άτυχος άνθρωπος, να πάει να συναντήσει τον Θεό, ο οποίος τον καιρό εκείνο ζούσε μέσα σε μιαν άσπρη σπηλιά, ψηλά σε ένα βουνό, πάνω από τα σύννεφα.
Στο δρόμο σε ένα δάσος, συνάντησε μια τίγρη μπροστά του, η οποία μόλις τον είδε φοβισμένο, του είπε να ησυχάσει, επειδή η τίγρη έχει ένα πρόβλημα υγείας, που την κάνει να μην έχει καθόλου όρεξη, για να φάει. Όταν η τίγρη έμαθε από τον άνθρωπο, για το που πηγαίνει, τον παρακάλεσε να ρωτήσει τον Θεό, γιατί δεν έχει όρεξη, φοβούμενη πως δεν θα ζούσε για πολύ, εφόσον δεν έτρωγε! Ο οδοιπόρος το υποσχέθηκε και ξαναπήρε το δρόμο του.
Το βραδάκι της ίδιας μέρας έφτασε σε μια πράσινη πεδιάδα κι άναψε φωτιά κάτω από μια καχεκτική βελανιδιά. Ξαφνικά, σαν να άκουσε ομιλία και αντιλήφθηκε. πως η βελανιδιά ήταν αυτή που του μιλούσε. Του παραπονέθηκε επειδή ήταν πολύ καχεκτική και δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και όταν έμαθε, πως πήγαινε να συναντήσει τον Θεό, παρακάλεσε η βελανιδιά τον άτυχο άνθρωπο, να ρωτήσει και για αυτήν, τι χρειάζεται να γίνει, για να αρχίσει να αναπτύσσεται πάλι ! Ο οδοιπόρος υποσχέθηκε να το κάνει και αποκοιμήθηκε ήσυχος.
Το πρωί, ο άνθρωπος μας τράβηξε πάλι το δρόμο του. Στην πορεία του στους πρόποδες του βουνού, συνάντησε ένα σχεδόν ερειπωμένο σπίτι ανάμεσα στα βράχια, χωρίς πόρτες και παράθυρα. Διέκρινε μέσα καθισμένη μια νεαρή γυναίκα και την παρακάλεσε ο άτυχος άνθρωπος να τον φιλοξενήσει, επειδή ήρθε ήδη το βράδυ. Η γυναίκα του έγνεψε θλιμμένα να περάσει μέσα. Ο άνθρωπος βλέποντας την στενοχωρημένη, την ρώτησε γιατί συμβαίνει αυτό και αυτή απάντησε πως μόνο ο Θεός το ξέρει! Αμέσως ο άνθρωπός μας προθυμοποιήθηκε να ρωτήσει τον Θεό, όποτε Τον συναντούσε και στον γυρισμό να έλεγε στην νεαρή γυναίκα την απάντηση του Θεού!
Την επόμενη μέρα, ο ταξιδιώτης έφτασε στη σπηλιά του Θεού. Ήτανε στρογγυλή και έρημη. Στη μέση της οροφής είχε ένα άνοιγμα, από όπου έπεφτε το φως τ’ ουρανού. Ο άνθρωπος πήγε και στάθηκε από κάτω. Αμέσως άκουσε μια φωνή:
- Τι με θέλεις, τέκνο μου;
- Κύριε, θέλω την τύχη μου.
- Κάνε μου τρεις ερωτήσεις, τέκνο μου και η τύχη σου θα σε περιμένει στον τόπο σου.
- Ευχαριστώ, Κύριε. Στους πρόποδες του βουνού είναι μια γυναίκα θλιμμένη κι όλο κλαίει. Γιατί;
- Είναι όμορφη, είναι νέα, της χρειάζεται ένας άντρας.
- Κύριε, στο δρόμο μου συνάντησα ένα δέντρο πολύ άρρωστο. Από τι, άραγε, να υποφέρει;
- Μια κασέλα από χρυσάφι, δεν αφήνει τις ρίζες του να προχωρήσουν βαθιά και να βρουν το χώμα, που χρειάζεται για να ζήσει.
- Κύριε, μέσα στο δάσος είναι μια παράξενη τίγρη. Της έχει κοπεί η όρεξη.
- Να κατασπαράξει τον πιο τρελό άνθρωπο του κόσμου και θα ξαναβρεί την υγειά της.
- Κύριε, την καλημέρα μου!
O άνθρωπος κατηφόρισε ευχαριστημένος προς την πεδιάδα. Είδε τη γυναίκα δακρυσμένη μπρος στο κατώφλι της και της έκανε νόημα.
- Καλή μου γυναίκα, έναν άντρα χρειάζεσαι!
Κι εκείνη του απάντησε:
- Κόπιασε, λοιπόν, ταξιδιώτη. Η κοψιά σου μ’ αρέσει. Ας ζήσουμε μαζί ευτυχισμένοι!
- Α, δεν προλαβαίνω, πάω ν’ ανταμώσω την τύχη μου. Ο Θεός μού είπε, πως με περιμένει στον τόπο μου!
Την αποχαιρέτησε και σύντομα έφτασε κοντά στο άρρωστο δέντρο στον κάμπο. Του φώναξε από μακριά:
- Μια κασέλα γεμάτη χρυσάφι κάνει τις ρίζες σου να υποφέρουν. Ο Θεός ο ίδιος μου το είπε!
- Άνθρωπε, ξέθαψε τη. Εσύ θα γίνεις πλούσιος κι εγώ θα ξαλαφρώσω!
- Εε, δεν προλαβαίνω, πάω να ανταμώσω την τύχη μου, με περιμένει, με περιμένει!
Ο άνθρωπός μας γρήγορα περπάτησε και μπήκε στο δάσος, πριν πέσει η νύχτα. Η τίγρη τον περίμενε:
- Καλό μου θηρίο, ο Θεός είπε, πως για να λυθεί το πρόβλημά σου, πρέπει να φας έναν άνθρωπο. Όχι όμως οποιονδήποτε, αλλά τον πιο παλαβό, τον πιο τρελό, που υπάρχει στον κόσμο!
- Και πώς θα τον αναγνωρίσω;
- Α, δεν έχω ιδέα, αποκρίθηκε ο άλλος. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να σου επαναλάβω τα λόγια του Θεού, έτσι όπως το έκανα για τη γυναίκα και το δέντρο.
- Την γυναίκα;
- Ναι, τη γυναίκα. Δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα. Ήτανε νέα κι όμορφη. Της χρειαζόταν ένας άντρας. Εκείνη ήθελε εμένα. Εγώ, όμως, δεν πρόφταινα.
- Και το δέντρο;
- Ένας θησαυρός δεν το άφηνε να μεγαλώσει. Ήθελε να το απαλλάξω απ’ αυτόν. Όμως, το ξαναείπα, δεν είχα χρόνο κι εξακολουθώ να μην έχω. Άντε, λοιπόν, σε χαιρετώ γιατί βιάζομαι.
- Μα, για πού το έχεις βάλει;
- Πάω πίσω στον τόπο μου. Έχω ν’ ανταμώσω την τύχη μου. Με περιμένει, με περιμένει!
- Για μισό λεπτό, του λέει η τίγρη. Τι είναι, τέλος πάντων, ένας ταξιδιώτης, που κυνηγά την τύχη του και στο δρόμο του παραμερίζει μια καλή γυναίκα κι έναν κρυμμένο θησαυρό;
- Θέλει και ρώτημα, καλό μου θηρίο; αποκρίθηκε ο άνθρωπος αφηρημένος. Είναι παλαβός. Αν μάλιστα το καλοσκεφτείς, είναι να απορείς, αν μπορεί να υπάρχει κανείς στον κόσμο πιο τρελός από αυτόν!
Αυτή ήταν κι η τελευταία του κουβέντα. Η τίγρη, κατάφερε, επιτέλους, να γευματίσει με όρεξη περισσή κι ευχαρίστησε το Θεό, για το καλό που της έκανε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.