Ο υφαντής
Ήταν κάποτε ένας νεαρός υφαντής, ο οποίος ονομαζόταν Ατζίμπ και ο όποιος ζούσε μια μέτρια ζωή φτιάχνοντας χαλιά, αλλά ποθούσε να γευτεί τις πολυτέλειες που απολάμβαναν οι πλούσιοι. βρίσκοντας τυχαία μια μηχανή του χρόνου, αναζήτησε τον γηραιότερο εαυτό του, για τον οποίο θεωρούσε βέβαιο ότι θα ήταν πλούσιος και γενναιόδωρος.
Φτάνοντας στην πόλη, που ζούσε αλλά στο μέλλον, πήγε στην πλούσια συνοικία της πόλης και άρχισε να ρωτάει για να βρει την κατοικία του Ατζίμπ . Κανένας από αυτούς τους οποίους ρώτησε δεν αναγνώρισε το όνομα!
Τελικά αποφάσισε να επιστρέψει στην παλιά του γειτονιά και σταμάτησε ένα αγόρι και το ρώτησε, εάν ήξερε πού θα μπορούσε να βρει έναν άνθρωπο με το όνομα Ατζίμπ. Το αγόρι τον οδήγησε στο παλιό σπίτι του Ατζίμπ.
Ο Ατζίμπ ήταν δύσπιστος. Ήταν δυνατόν ο γηραιότερος εαυτός του να μένει ακόμη στο ίδιο σπίτι 20 χρόνια αργότερα; Αυτό θα σήμαινε ότι δεν είχε γίνει ποτέ πλούσιος και ότι ο γηραιότερος εαυτός του δεν θα είχε να του δώσει καμιά συμβουλή ή τουλάχιστον καμία την οποία αν ακολουθούσε θα γινόταν πλούσιος. Ελπίζοντας ότι το αγόρι έκανε λάθος, περίμενε έξω από το σπίτι και παρακολουθούσε.
Τελικά είδε έναν άνθρωπο να φεύγει από το σπίτι και με λυπημένη καρδιά αναγνώρισε σ’ αυτόν τον γηραιότερο εαυτό του. Ο γηραιότερος Ατζίμπ ακολουθούνταν από μια γυναίκα, που υπέθεσε ότι ήταν η σύζυγός του, αλλά την οποία πρόσεξε ελάχιστα, γιατί όλη του η προσοχή ήταν συγκεντρωμένη στη δική του αποτυχία να βελτιώσει τον εαυτό του. Κοιτούσε με περιφρόνηση τα απλά ρούχα που το γηραιό ζευγάρι φορούσε, έως ότου εκείνοι βγήκαν από το οπτικό του πεδίο.
Οδηγημένος από μια περιέργεια , ο Ατζίμπ πήγε στην πόρτα του δικού του σπιτιού. Το κλειδί του ακόμα ταίριαζε στην κλειδαριά και έτσι κατόρθωσε να μπει. Τα έπιπλα είχαν αλλάξει, αλλά ήταν απλά και φθαρμένα και ο Ατζίμπ στεναχωρήθηκε βλέποντάς τα.
Από ένστικτο πήγε προς την ξύλινη κασέλα, όπου συνήθως φύλαγε τις οικονομίες του και την ξεκλείδωσε. Σήκωσε το καπάκι και είδε, ότι η κασέλα ήταν γεμάτη με χρυσά δηνάρια. Ο Ατζίμπ ήταν έκπληκτος. Ο γηραιότερος εαυτός του είχε μια κασέλα με χρυσάφι κι ωστόσο φορούσε τέτοια απλά ρούχα και ζούσε στο ίδιο μικρό σπίτι για 20 χρόνια! Τι τσιγκούνης, άχαρος άνθρωπος πρέπει να ήταν ο γηραιότερος εαυτός του, σκέφτηκε ο Ατζίμπ. Να έχει τόσο πλούτο και να μην τον απολαμβάνει! Ο ίδιος γνώριζε από καιρό ότι κανείς δεν μπορεί να πάρει τα πλούτη του στον τάφο. Ήταν δυνατόν να το ξέχασε αυτό γερνώντας;
Αποφάσισε ότι αυτά τα πλούτη ανήκουν σε κάποιον ο οποίος θα μπορούσε να τα εκτιμήσει και αυτός ο κάποιος ήταν ο ίδιος. Το να κλέψει τον πλούτο τού γηραιότερου εαυτού του δεν αποτελούσε κλοπή, σκέφτηκε λογικά, αφού θα ήταν ο ίδιος, που θα παραλάμβανε τα κλοπιμαία. Φόρτωσε την κασέλα στον ώμο του και χρησιμοποιώντας πάλι την μηχανή του χρόνου, επέστρεψε στην εποχή του.
Με τα χρήματα που έκλεψε από τον γηραιότερο εαυτό του ο Ατζίμπ μετακόμισε στην πλουσιότερη συνοικία της πόλης του, νοικιάζοντας ένα σπίτι, που το επίπλωσε με κάθε πολυτέλεια. Κυκλοφορούσε με γεμάτο πορτοφόλι και ξόδευε αγοράζοντας, ότι επιθυμούσε.
Στη συνέχεια αναζήτησε τον αδερφό μιας γυναίκας, που επιθυμούσε από καιρό αλλά από μακριά, και η οποία ονομαζόταν Ταχίρα. Ζήτησε την Ταχίρα σε γάμο και φυσικά ο αδελφός της συμφώνησε και η ίδια αμέσως έδωσε τη συγκατάθεσή της, γιατί και αυτή ποθούσε επίσης τον Ατζίμπ. Ο γάμος έγινε με κάθε πολυτέλεια και έδωσε τροφή για συζητήσεις σε όλο τον καλό κύκλο της πόλης.
Κάποια μέρα ο Ατζίμπ επιστρέφοντας στο σπίτι, βρήκε την πόρτα σπασμένη και ανοιχτή και το εσωτερικό λεηλατημένο από όλα τα ασημένια και χρυσά αντικείμενα. Ο τρομοκρατημένος μάγειρας βγήκε από εκεί όπου κρυβόταν και του είπε ότι οι ληστές είχαν αρπάξει την Ταχίρα.
Την επόμενη μέρα επισκέφτηκε τον Ατζίμπ κάποιος, που του είπε πως η γυναίκα του είναι ασφαλής, αλλά για να μπορέσει να την πάρει πίσω, θα πρέπει να πληρώσει λύτρα. Ο Ατζίμπ συμφώνησε και κατέβαλε στους απαγωγείς, όσα χρήματα είχε και η Ταχίρα επέστρεψε στο σπίτι. Αφού αγκάλιασαν ο ένας τον άλλον, η Ταχίρα είπε:
- Δεν πίστευα ότι θα πληρώσεις τόσα πολλά χρήματα για μένα.
-Δεν θα μπορούσα να σκεφτώ τη ζωή δίχως εσένα, είπε ο Ατζίμπ. Τώρα όμως δεν μπορώ να σου αγοράσω ότι σου αξίζει.
-Δεν χρειάζεται να μου αγοράσεις ξανά τίποτα, είπε εκείνη.
Ο Ατζίμπ έσκυψε το κεφάλι του.
- Νιώθω σαν να τιμωρήθηκα για τις αμαρτίες μου.
- Ποιες αμαρτίες; ρώτησε η Ταχίρα, αλλά εκείνος δεν είπε τίποτα.
-Δεν σου το ρώτησα αυτό πριν, είπε εκείνη, αλλά ξέρω ότι δεν κληρονόμησες όλα αυτά τα χρήματα που κέρδισες. Πες μου. Μήπως τα έκλεψες;
- Όχι, είπε εκείνος, αρνούμενος να παραδεχτεί την αλήθεια σ’ εκείνη ή στον εαυτό του. Μου δόθηκαν.
- Ήταν λοιπόν ένα δάνειο;
- Όχι, δεν υπήρχε ανάγκη να τα επιστρέψω.
-Και δεν επιθυμείς να τα επιστρέψεις πίσω; ρώτησε έκπληκτη η Ταχίρα.. Είσαι λοιπόν ικανοποιημένος ότι εκείνος ο άλλος άνθρωπος πλήρωσε για το γάμο μας; Ότι πλήρωσε για τα λύτρα μου; Έμοιαζε έτοιμη να κλάψει.. Είμαι λοιπόν δική σου γυναίκα ή αυτού του άλλου ανθρώπου;
- Δική μου γυναίκα είσαι.
- Πώς μπορεί να είμαι, όταν χρωστώ την ίδια μου τη ζωή σε κάποιον άλλον;
- Δεν περίμενα πως θα αμφέβαλες για την αγάπη μου. Σου ορκίζομαι ότι θα πληρώσω πίσω τα χρήματα ως το τελευταίο δηνάριο.
Έτσι οι δυο τους επέστρεψαν στο παλιό του σπίτι και άρχισαν να κάνουν οικονομίες στα χρήματα που κέρδιζαν δουλεύοντας. Οι δουλειές τους τούς προσέφεραν καλό εισόδημα, αλλά ξόδευαν όσο λιγότερα μπορούσαν, ζώντας μέτρια και επιδιορθώνοντας τα χαλασμένα έπιπλα, αντί να αγοράσουν καινούργια. Για χρόνια ο Ατζίμπ χαμογελούσε κάθε φορά που έριχνε ένα νόμισμα στην κασέλα, λέγοντας στη σύζυγό του ότι αποτελούσε μια υπενθύμιση του πόσο πολύ αξίζει γι’ αυτόν.
Ωστόσο δεν είναι εύκολο να γεμίσεις μια κασέλα, προσθέτοντας μερικά μόνο νομίσματα κάθε φορά και έτσι αυτό που ξεκίνησε ως αποταμίευση σταδιακά, κατέληξε σε ένα είδος μιζέριας και οι συνετές αποφάσεις αντικαταστάθηκαν με την τσιγκουνιά.
Ακόμη χειρότερα, η αγάπη μεταξύ τους έσβησε με το πέρασμα του χρόνου και ο καθένας από τους δύο άρχισε να κατηγορεί τον άλλον, για τα χρήματα που δεν μπορούσαν να ξοδέψουν. Έτσι τα χρόνια πέρασαν και ο Ατζίμπ γέρασε και είδε για δεύτερη φορά να του κλέβουν από το σπίτι του όλα τα χρήματα του!
