Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Ο μεγάλος Δάσκαλος


Οι γονείς ήταν εργάτες και οι δύο, εργαζόμενοι από την εφηβεία τους. Γνωρίστηκαν στη Γερμανία, διπλοβάρδιες στα εργοστάσια, αιματηρές οικονομίες για να αγοράσουν οικόπεδο, να χτίσουν σπίτι και να επιστρέψουν στην πατρίδα, όπου δεν είχαν τίποτα.
Τα δυο κορίτσια της οικογένειας μεγαλώσανε σχεδόν μόνες τους. Από την πρώτη Δημοτικού φτιάχνανε το πρωινό τους (όχι σαν αυτό το διαφημίσεων), κλειδώνανε το σπίτι, περπατούσανε 15 λεπτά ως τη στάση του λεωφορείου και πηγαίνανε στο σχολείο. Επιστρέφανε, ζεσταίνανε το φαγητό τους και στρωνότανε αμέσως στο διάβασμα. Οι γονείς έλειπαν από τα ξημερώματα και επέστρεφαν αργά το απόγευμα.
Η μητέρα μόλις επέστρεφε, πάντα έκανε την ίδια ερώτηση στις δυο κόρες της:
- Διαβάσατε τα μαθήματά σας;
Ήταν αγράμματη, οπότε δεν μπορούσε και να τις ελέγξει. Αν απαντούσανε τα κορίτσια καταφατικά, τους άφηνε να παίξουνε τον υπόλοιπο χρόνο που έμενε, μέχρι να πάνε για ύπνο. Αν καταλάβαινε, ότι δεν είχανε ακριβώς τελειώσει τα μαθήματα, έλεγε την φράση που έμεινε παροιμιώδης στην οικογένεια:
- Να καθίσετε να τελειώσετε το διάβασμα, εκτός αν θέλετε, να πάω να πλύνω τα κατσαρόλια!
Ο μύθος, που τα κορίτσια σαν παιδιά είχανε πιστέψει, ήταν πως η γονείς είχαν αγοράσει από ένα κατσαρόλι για την κάθε μία τους. Το κατσαρόλι ήταν ένα μεταλλικό σκεύος, στο οποίο οι γονείς έβαζαν το φαγητό τους, για να φάνε το μεσημέρι στο εργοστάσιο. Γιατί βέβαια δεν ξόδευαν δεκάρα, για να αγοράσουν οτιδήποτε από τις καντίνες. Είχαν πει λοιπόν οι γονείς στα κορίτσια, πως αν κάποια στιγμή καταλάβαιναν, πως δεν παίρνανε τα γράμματα, θα έπλεναν τα ωραία κατσαρόλια και την επόμενη μέρα θα πήγαιναν τα κορίτσια για μεροκάματο στο εργοστάσιο!
Τα κορίτσια μπορεί να μην γνώριζαν, τι διαφορά θα είχε η δουλειά, που θα έκαναν τελειώνοντας το σχολείο, από αυτή που έκαναν οι δικοί μου στο εργοστάσιο, αλλά ήξεραν, πως ο πατέρας τους όταν ήταν στο σπίτι, δεν ήταν σε θέση να κάνει τίποτε άλλο, εκτός από το να πέσει για ύπνο. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί όταν δεν μπορούσε να κοιμηθεί, τα νεύρα του ήταν σε τέτοιο χάλι, που τα κορίτσια κρατούσανε την αναπνοή τους, για να μην ακουστεί κιχ. Τα παπούτσια του πατέρα ήταν γεμάτα μεταλλικά ρινίσματα, (γρέζια τα έλεγε) και τα κορίτσια μαζί με τη μητέρα, τα βγάζανε ένα-ένα, για να μη χαλάσουν τα παπούτσια. Τα χέρια της μητέρας είχαν ρόζους και έτριβε κάθε βράδυ τα μπράτσα και τα δάχτυλά της βογκώντας.
Κάθε φορά λοιπόν που ακούγανε τα κορίτσια την απειλή για το κατσαρολάκι, ακόμη κι αν είχαν τελειώσει τα μαθήματά τους, έριχναν άλλη μια ματιά για καλό και για κακό!
Ακόμα κι όταν εκείνο το όνειρο της επιστροφής στην πατρίδα πραγματοποιήθηκε, τα πράγματα δεν άλλαξαν και πολύ. Πάλι η μικρή κόρη φορούσε τα ρούχα της μεγάλης αδελφής, πάλι τρώγανε παγωτό μία φορά την εβδομάδα (από το φτηνό), πάλι οι γονείς δούλευαν όλη μέρα και δεν ξεκουράζονταν ποτέ. Και τα κορίτσια το ίδιο!
Από 12 χρονών τα κορίτσια είχαν μάθει να μαγειρεύουνε, να καλλιεργούνε το περιβολάκι, να φροντίζουνε τα ζώα, να διορθώνουνε τις ελαφριές ηλεκτρικές και υδραυλικές βλάβες, να βάφουνε, μέχρι και να χτίζουνε, όταν ο πατέρας αποφάσισε, να σηκώσει άλλον έναν όροφο. Μόνοι τους. Εργάτης, τεχνίτης δεν πάτησε κανείς.
Στο μικρό, συνοικιακό χρωματοπωλείο, που είχανε οι γονείς , τα κορίτσια μάθανε να ζυγίζουνε, να τιμολογούνε, να συναλλάσσονται με τους πελάτες, να παραλαμβάνουνε από τους προμηθευτές.
Η μοναδική πολυτέλεια των κοριτσιών και στη Γερμανία και στην Ελλάδα ήταν το ποδήλατο. Μόνο που δεν είχανε πολύ χρόνο να το χαρούνε, γιατί ακόμα κάθε απόγευμα η μητέρα κράδαινε το κατσαρόλι! Και τα κορίτσια έπρεπε να είναι εντάξει με το σχολείο. Και λέξεις όπως φροντιστήριο ήταν απαγορευμένες.
- Αν είναι να θες σαράντα πέντε μάστορες κι εξήντα μαθητάδες, άστο! Πάρε το κατσαρόλι σου, να έχεις και το κεφάλι σου ήσυχο, έλεγε η μητέρα
Το κατσαρόλι, λοιπόν, όσο και αν λεγότανε σαν απειλή, έμαθε πολλά πράγματα στα κορίτσια, περισσότερα από όσα μπορούσαν να φανταστούν οι γονείς. Ακόμη κι όταν έφυγαν οι γονείς πρόωρα από την ζωή, τα κορίτσια, γυναίκες πλέον, συνέχιζαν να ακούνε τον μεταλλικό του ήχο!
Το κατσαρολάκι έμαθε στα κορίτσια να εκτιμούν τους ανθρώπους, που εργάζονται καταπονώντας το σώμα τους και να τους σέβονται απεριόριστα. Εξοικείωσε τα κορίτσια με την ιδέα της χειρονακτικής εργασίας και όταν χρειάστηκε να εργαστούν, για να τελειώσουν το σχολείο και να σπουδάσουν, δεν δίστασαν και δεν ένιωσαν άσχημα να κάνουν την μαγείρισσα, την καθαρίστρια, την εργάτρια σε θερμοκήπιο και σε βιοτεχνία.
Η ιδέα του κατσαρολιού κρατούσε το μυαλό των κοριτσιών προσηλωμένο στον στόχο, σε αυτό που ήθελαν να κάνουν και βοήθησε να το πετύχουν, έστω και μερικά χρόνια αργότερα από το κανονικό. Τα έμαθε να εκτιμούν, αυτά που κερδίζει κανείς με τον ιδρώτα του, είτε εργάζεται σωματικά είτε πνευματικά, να μην τα σπαταλούν και να τα διαχειρίζονται ισορροπημένα. Δίδαξε στα κορίτσια να αποφεύγουν τον συγχρωτισμό τους με τους ανέντιμους ανθρώπους, που δεν ντρέπονται να κερδίζουν χρήματα χωρίς να εργάζονται ή που εκμεταλλεύονται την αγνότητα ανθρώπων όπως οι γονείς των κοριτσιών, για να κερδίζουν από τον κόπο τους, παριστάνοντας τους προστάτες τους.
Γέννησε μέσα στα κορίτσια τον έρωτα για την Παιδεία! Όχι την άγρα πτυχίων. Την αληθινή. Την αγάπη για την εργασία και την προσφορά. Την επιδίωξη της αξιοπρέπειας και της αυτάρκειας. Αυτά ονειρεύτηκαν τα κορίτσια να μεταδώσουν, σε όσους θα γινότανε μαθητές τους.
Το κατσαρόλι είναι το σύμβολο της πραγματικής ζωής. Θα νόμιζε κανείς πως ένα παιδί, ακούγοντας με τη φαντασία του τον μεταλλικό του ήχο, θα αποκτούσε φοβίες για τη φτώχεια, την χειρωνακτική εργασία, την ταπεινή καταγωγή. Θα έκανε όμως λάθος!
Για τα κορίτσια το κατσαρόλι είπε αυτά, που οι αγράμματοι γονείς δεν είχαν την ικανότητα, να εκφράσουν. Ο μοναδικός αξιοπρεπής τρόπος ζωής είναι να εργάζεσαι, να παράγεις, να προσφέρεις. Με κάποιον τρόπο χρειάζεται μόνος σου να γεμίζεις το κατσαρόλι σου, να κερδίσεις τη ζωή σου. Καθήκον σου είναι να το γεμίζεις. Δική σου απόφαση αν θα καταπονήσεις το πνεύμα ή το σώμα. Κάθε επιλογή αποδεκτή, αρκεί να είναι αυτό που ταιριάζει στον καθένα!

Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Εγκλωβισμός στο μεταλλείο


Έξι μεταλλωρύχοι εργάζονται σε μια πολύ βαθιά σήραγγα, για να βγάλουν ορυκτά από τα έγκατα της γης. Ξαφνικά, μια κατολίσθηση φράζει την έξοδο της σήραγγας και τους απομονώνει από τον έξω κόσμο. Μόλις γίνεται αυτό, με μια γρήγορη ματιά, χωρίς να πουν λέξη, εκτιμούν την κατάσταση.
Είναι όλοι τους πολύ έμπειροι και καταλαβαίνουν αμέσως, πως το μεγάλο πρόβλημα θα είναι το οξυγόνο. Με μια σχετική οικονομία ίσως το οξυγόνο τους φτάσει για τρεις, το πολύ τρεισήμισι ώρες εγκλωβισμού τους.
Ο κόσμος απέξω ξέρει πως είναι εκεί εγκλωβισμένοι, μια τέτοια κατολίσθηση όμως σημαίνει, ότι θα πρέπει να ανοίξουν τη σήραγγα από την αρχή, για να κατέβουν να τους βρουν. Θα προφτάσουν πριν τους τελειώσει ο αέρας;
Οι έμπειροι μεταλλωρύχοι αποφασίζουν, πως πρέπει να εξοικονομήσουν όσο γίνεται περισσότερο οξυγόνο.
Συμφωνούν να κάνουν την ελάχιστη δυνατή σωματική δαπάνη. Σβήνουν τις λάμπες που κρατούν και ξαπλώνουν στο πάτωμα, χωρίς να μιλάνε.
Βουβοί λόγω της κατάστασης και ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι, είναι δύσκολο να υπολογίσουν το πέρασμα του χρόνου. Συμπτωματικά, ένας μόνο έχει ρολόι. Σ’ αυτόν λοιπόν απευθύνονται όλες οι ερωτήσεις: Πόση ώρα πέρασε; Πόση απομένει;
Ο χρόνος αρχίζει να τους φαίνεται πως κυλάει αργά, τα δύο λεπτά τους φαίνονται μία ώρα. Η απελπισία πριν από κάθε απάντηση κάνει ακόμη μεγαλύτερη την ένταση που νιώθουν. Ο επικεφαλής των μεταλλωρύχων συνειδητοποιεί, πως αν συνεχίσουν έτσι, η αγωνία θα τους κάνει να αναπνέουν πιο γρήγορα κι αυτό μπορεί να τους σκοτώσει. Δίνει εντολή , λοιπόν, εκείνον που έχει το ρολόι, να ελέγχει, εκείνος μόνο, το πέρασμα της ώρας. Κανένας πλέον δεν θα κάνει ερωτήσεις, θα τους ενημερώνει εκείνος κάθε μισή ώρα.
Αυτός, εκτελώντας τη εντολή, παρακολουθεί το ρολόι του. Και μόλις περνάει η πρώτη μισή ώρα, λέει πέρασε μισή ώρα. Ένα μουρμουρητό ακούγεται, η αγωνία τους πλανιέται στον αέρα.
Ο κάτοχος του ρολογιού καταλαβαίνει, πως όσο περνάει η ώρα, θα είναι όλο και πιο φοβερό να τους ανακοινώνει, ότι πλησιάζει το τελευταίο λεπτό. Χωρίς να το συζητήσει με κανέναν, αποφασίζει πως δεν τους αξίζει να βασανίζονται, μέχρι να πεθάνουν. Έτσι, την επόμενη φορά που τους ανακοινώνει τη μισή ώρα, έχουν στην πραγματικότητα περάσει 45 λεπτά.
Δεν υπάρχει τρόπος να καταλάβουν τη διαφορά κι έτσι δεν αμφιβάλλει κανείς.
Αφού βλέπει ότι πέτυχε το τέχνασμα, την τρίτη ενημέρωση την κάνει μία ώρα μετά. Έτσι συνεχίζει αυτός με το ρολόι, κάθε μία ολόκληρη ώρα να τους ενημερώνει, πως έχει περάσει μόνο μισή.
Στο μεταξύ, η ομάδα που επιχειρεί το έργο της διάσωσης, ξέρει σε ποιον θάλαμο έχουν παγιδευτεί και ξέρουν, επίσης, ότι θα είναι πολύ δύσκολο να φτάσουν εκεί, πριν περάσουν τουλάχιστον τέσσερις ώρες.
Φτάνουν, τελικά, μετά από τεσσερισήμισι ώρες. Το πιθανότερο είναι να βρουν τους έξι μεταλλωρύχους νεκρούς. Βρίσκουν ζωντανούς τους πέντε.
Ένας πέθανε από ασφυξία, εκείνος που είχε το ρολόι!
Να τι δύναμη έχουν οι πεποιθήσεις στη ζωή μας.
Να τι μπορούν να μας κάνουν οι εξαρτήσεις μας.
Κάθε φορά που κατασκευάζουμε τη βεβαιότητα, ότι κάτι ανεπανόρθωτα καταστρεπτικό θα μας συμβεί κι ας μην ξέρουμε πώς, αλλά ακόμη κι αν γνωρίζουμε τον τρόπο, αυτό που στην ουσία κάνουμε, είναι ότι προκαλούμε, πάμε γυρεύοντας, βοηθάμε και σίγουρα δεν κάνουμε το παραμικρό για να μη μας συμβεί στ’ αλήθεια κάτι, έστω και λίγο από το κακό, που είχαμε προβλέψει.
Παρεμπιπτόντως, όπως στην παραπάνω ιστορία, ο μηχανισμός λειτουργεί και αντίστροφα. Όταν νομίζουμε, ή μάλλον έχουμε την πεποίθηση, ότι με κάποιον τρόπο μπορούμε να πάμε μπροστά, οι πιθανότητες να προχωρήσουμε, πολλαπλασιάζονται.
Είναι φανερό, πως αν η ομάδα διάσωσης είχε κάνει 12 ώρες να φτάσει, δεν θα μπορούσαν ούτε να διανοηθούν, πως θα έβρισκαν ζωντανούς τους μεταλλωρύχους. Δεν υποστηρίζει κανείς, πως από μόνη της η θετική στάση είναι ικανή, να αποτρέψει το μοιραίο ή να αποφύγει μια τραγωδία. Αυτό που γίνεται φανερό είναι, πως οι πεποιθήσεις μας καθορίζουν χωρίς αμφιβολία τον τρόπο, που ο καθένας μας αντιμετωπίζει τις δυσκολίες.
Άλλωστε είτε πιστεύουμε πως μπορούμε, είτε πιστεύουμε πως δεν μπορούμε, δίκιο έχουμε!

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

Όλα δεν αγοράζονται με χρήματα


Ο Βίκτωρ ήταν ένας πολύ επιτυχημένος επαγγελματίας, που είχε δική του αλυσίδα καταστημάτων γυναικείας μόδας. Είχε σπίτια σε δυο χώρες, έκανε συλλογή από αυτοκίνητα αντίκες και ταξίδευε τακτικά. Φαινόταν, ότι ζούσε την τέλεια ζωή.
Θεωρούσε, πως η σκληρή δουλειά και η αφοσίωση ήταν αυτά, που μετρούσαν στην ζωή. Επειδή στάθηκε πολύ τυχερός οικονομικά, θεωρούσε πως ήξερε τα πάντα για την αφθονία. Μέχρι που κάποτε προσγειώθηκε απότομα.
Ο Βίκτωρ ήταν παντρεμένος και είχε δυο δίδυμα αγόρια.
Από την αρχή τους συμπεριφερότανε πολύ σκληρά, επειδή πίστευε πως όπως αυτός έμαθε να δουλεύει σκληρά από μικρός, έτσι έπρεπε και εκείνοι να μάθουν να δουλεύουν σκληρά. Αλλά ότι και να κάνανε οι γιοι του, αυτός δεν ήταν ευχαριστημένος και συνεχώς τους παρατηρούσε και τους μάλωνε, ξεχνώντας πολλές φορές ότι ήταν παιδιά! Παρά το γεγονός πως δεν τα στέρησε από υλικά αγαθά, απέφυγε να τους δείξει πως τους αγαπάει και τους εκτιμάει. Ήταν τόσο σίγουρος πως έτσι έπρεπε να κάνει, που όταν τολμούσε η γυναίκα του, να του επισημάνει την σκληρή και τυραννική πολλές φορές συμπεριφορά του, εκείνος την διέκοπτε, λέγοντάς της, πως ήξερε καλά τι κάνει!
Όταν τα αγόρια έγιναν 19 χρονών, εξαφανίστηκαν! Σπούδαζαν και οι δυο σε κολέγιο και διέμεναν στο πατρικό σπίτι. Τη μια νύχτα ήταν σπίτι, το επόμενο πρωί είχανε φύγει. Στην μητέρα τους είπαν πως έφυγαν, επειδή δεν άντεχαν την συμπεριφορά του πατέρα τους και θεωρούσαν, ότι δεν τους αγαπούσε. Είχαν κρατήσει επαφή με την μητέρα τους και την ενημέρωναν τακτικά, πως ήταν καλά.
Όταν ο Βίκτορας έμαθε για ποιο λόγο έφυγαν οι δίδυμοι, λύγισε. Βεβαίως και τους αγαπούσε, αλλά όσο κι αν έψαξε στη μνήμη του δεν βρήκε ούτε μια φορά, που να τους το είπε. Μόνο σκληρά λόγια και παρατηρήσεις μπορούσε να θυμηθεί!
Τα αγόρια έμεναν μαζί. Ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο, δουλεύοντας από δω και από κει, συνήθως όπου υπήρχαν παραλίες με ιστιοσανίδες.
Η μητέρα τους πήγαινε και τους έβλεπε στα διάφορα μέρη που βρίσκονταν. Αρνιότανε να συναντηθούν με τον πατέρα τους, όπως και να πάρουν χρήματα από αυτόν ή την μητέρα τους. Ο Βίκτορας έδινε στη γυναίκα του γράμματα για να τους τα δώσει, αλλά ποτέ δεν του απάντησαν, σε όσα αυτός τους έγραψε!
Έξι χρόνια είχαν ήδη περάσει. Κάποια μέρα η γυναίκα του είπε στον Βίκτορα, πως οι γιοι τους βρισκόταν σε ένα εξωτικό νησί στην νοτιοανατολική Ασία και υποσχέθηκε να μην τους πει, αν ο Βίκτορας ήθελε να πάει να τους συναντήσει.
Όταν ο Βίκτορας πήγε στο νησί, έμαθε πως οι γιοι του είχαν ένα μικρό σκάφος, το οποίο μετέφερε τουρίστες στα ανοικτά, για να ψαρέψουν. Ναύλωσε το σκάφος για μια ολόκληρη μέρα και οι γιοι του έκπληκτοι αντίκρισαν τον πατέρα τους σαν πελάτη!
Ανοιχτήκανε στα βαθιά με την βάρκα, ο Βίκτωρ και οι δυο γιοι του, αλλά δεν ψαρέψανε καθόλου. Απλώς πλέανε ολόγυρα με τη βάρκα και μιλούσανε συνεχώς. Ο Βίκτωρ για πρώτη φορά τους είπε όλα αυτά, που τόσα χρόνια δεν τους ανέφερε, ότι είναι ότι πολυτιμότερο έχει στη ζωή του και πως τους αγαπάει βαθιά.
Αγκαλιαστήκανε και κλάψανε.
Πέρασε τις επόμενες δυο βδομάδες μαζί τους και του υποσχεθήκανε, πως τα Χριστούγεννα θα γύριζαν στο πατρικό, για να γιορτάσουνε μετά από τόσα χρόνια πάλι μαζί. Όταν γεμάτος χαρά το ανακοίνωσε τηλεφωνικά ο Βίκτωρ στην γυναίκα του, εκείνη πονηρά του είπε, πως ήδη το γνώριζε κι άρχισε κιόλας και ετοιμασίες γι’ αυτό.
Ο Βίκτωρ επιτέλους κατάλαβε, πως δεν είναι το παν να κερδίσει κάποιος χρήματα, επειδή η αφθονία δεν βρίσκεται στα λεφτά, επειδή ουσιαστικά αφθονία έχεις, όταν δεν στερείσαι όλα αυτά, που δεν μπορείς να αγοράσεις με όλα τα χρήματα του κόσμου, επειδή στην ζωή προσφέρονται δωρεάν, όπως η αγάπη, η εκτίμηση, ο σεβασμός, η συντροφικότητα, ο χρόνος και όλα, που αντιστοιχούν σε αυτά!

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Το δύσκολο χειρουργείο


Ο χειρουργός μπήκε βιαστικός στο νοσοκομείο, αφού δέχτηκε κλήση για μια επείγουσα και δύσκολη επέμβαση. Φόρεσε γρήγορα τη ρόμπα του και κατευθύνθηκε προς το χειρουργείο, όπου στην αίθουσα αναμονής συνάντησε τον πατέρα του παιδιού, που θα χειρουργούσε.
Εκείνος μόλις αντίκρισε το γιατρό του φώναξε με αγωνία:
- Γιατί έκανες τόση ώρα να έρθεις; Είσαι εντελώς ανεύθυνος; Η ζωή του γιου μου κινδυνεύει.
Ο γιατρός τον κοίταξε στα μάτια και απάντησε:
- Συγνώμη, δεν ήμουν στο νοσοκομείο, αλλά ήρθα όσο μπορούσα πιο γρήγορα, μόλις με κάλεσαν. Και τώρα ας ηρεμήσουμε, για να κάνω και εγώ τη δουλειά μου.
- Να ηρεμήσω; Αν ήταν ο γιος σου τώρα σ’ εκείνο το δωμάτιο, θα ηρεμούσες; Αν ο γιος σου πέθαινε τώρα, τι θα έκανες;
- Θα επαναλάμβανα, ότι είπε ο Ιώβ στη Βίβλο, από τη σκόνη ερχόμαστε και στη σκόνη καταλήγουμε, ο Κύριος έδωσε, και ο Κύριος αφαίρεσε, ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου. Πηγαίνετε τώρα να προσευχηθείτε για το γιο σας κι εμείς θα κάνουμε το καλύτερο με τη βοήθεια του Θεού!
- Να δίνεις συμβουλές, όταν δεν σε αφορά κάτι, είναι τόσο εύκολο, μουρμούρισε ο πατέρας.
Το χειρουργείο κράτησε αρκετές ώρες κι ύστερα πρώτος ο γιατρός βγήκε και ανακοίνωσε στον πατέρα χαρούμενα:
- Δόξα στον Θεό, ο γιος σας σώθηκε. Αν θέλετε περισσότερες πληροφορίες, ρωτήστε τη νοσοκόμα.
Χωρίς να περιμένει απάντηση από τον πατέρα, ο γιατρός συνέχισε να περπατάει στο διάδρομο.
Ο πατέρας είπε στην νοσοκόμα, που τον πλησίασε για να τον ενημερώσει σχετικά:
- Μα πως μπορεί να είναι τόσο αλαζόνας; Δεν μπορούσε να περιμένει λίγα λεπτά για να τον ρωτήσω για την κατάσταση του γιου μου;
Η νοσοκόμα απάντησε με δάκρυα στα μάτια:
- Ο γιος του σκοτώθηκε χτες σε τροχαίο ατύχημα. Ήταν στην κηδεία του, όταν τον καλέσαμε για την εγχείρηση και τώρα που έσωσε τη ζωή του δικού σας γιου, έφυγε τρέχοντας για να επιστρέψει στην κηδεία του παιδιού του!
Κάποιες φορές απαιτείται μεγάλη εσωτερική δύναμη, για να μην κρίνεις τον συνάνθρωπό σου. Επειδή όμως ποτέ δεν γνωρίζεις πραγματικά, τι συμβαίνει στη ζωή του άλλου ανθρώπου και τι μπορεί αυτός να περνάει εκείνη τη στιγμή, μη βιάζεσαι ποτέ να κρίνεις. Η σιωπή του νου είναι ο μοναδικός καθρέπτης, που αντανακλά την πραγματικότητα της κατάστασης και η αγάπη είναι το κύριο φίλτρο, που πρέπει να χρησιμοποιούμε, όταν αναρωτιόμαστε για τον εαυτό μας και για τους άλλους.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Μην τα παρατάς ποτέ


Υπήρχε κάποτε ένα μικρό παιδί, που τον γνωρίζανε οι περισσότεροι με το παρατσούκλι του, που ήταν Σπάρκι. Ο Σπάρκι δεν τα πήγαινε καθόλου καλά στα μαθήματα του σχολείου. Ακόμα και στον αθλητισμό δεν τα κατάφερνε, παρόλο που έτυχε να συμπεριληφθεί στην ομάδα γκολφ του γυμνασίου του, η απόδοσή του ήταν κακή.
Όλη την εφηβεία του την πέρασε μοναχικά και δύσκολα. Δεν ήταν πως δεν τον συμπαθούσαν οι συμμαθητές του, αλλά τους ήταν τελείως αδιάφορος, σαν να μην υπήρχε. Του προξενούσε μεγάλη έκπληξη, αν κάποιος συμμαθητής του τον χαιρετούσε, δεν κατάφερε να κάνει σχέσεις με κορίτσια, επειδή φοβότανε μήπως τον περιγελάσουν και τον απορρίψουν.
Ο Σπάρκι αισθανόταν, πως ήταν ένας αποτυχημένος και αποδέχτηκε αυτήν την αίσθηση και συμβιβάστηκε με την αναπόφευκτη μετριότητά του.
Ωστόσο, υπήρχε κάτι που ήταν σημαντικό για τον Σπάρκι και αυτό ήταν το σχέδιο. Ήταν περήφανος για τα έργα τέχνης του. Κανείς δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται, όμως αυτό δεν είχε σημασία για αυτόν. Στα μέσα του λυκείου, υπέβαλε στο βιβλίο, που εξέδιδε το σχολείο κάθε χρόνο, κάποια κινούμενα σχέδια για δημοσίευση. Οι συντάκτες απέρριψαν τα σχέδια του. Παρά την αποτυχία, ο Σπάρκι ήταν πεπεισμένος για την ικανότητά του να σχεδιάζει. Αποφάσισε λοιπόν να γίνει καλλιτέχνης.
Έτσι, αφού τελείωσε το λύκειο, ο Σπάρκι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στα στούντιο του Γουόλτ Ντίσνεϊ. Οι υπεύθυνοι των στούντιο ζήτησαν δείγματα της δουλείας του και τον απέρριψαν. Μία ακόμη ένδειξη, ότι ήταν ένας αποτυχημένος!
Αλλά ο Σπάρκι δεν τα παράτησε. Σκέφτηκε όλη αυτή την απογοήτευση, που ένιωθε για την απόρριψή του από τους άλλους, να την διηγηθεί σαν ιστορία με κινούμενα σχέδια. Ο κύριος χαρακτήρας ένα μικρό αγόρι, που σε οτιδήποτε καταπιανότανε, γνώριζε την αποτυχία, συμβόλιζε την μόνιμα αποτυχημένη ζωή του. Ήταν η πρώτη φορά, που ο Σπάρκι γεύθηκε την επιτυχία, την αποδοχή και την αναγνώριση του ταλέντου και της επιμονής του.
Πολλοί γνωρίζουν αυτόν τον χαρακτήρα των κινουμένων σχεδίων του Σπάρκι, που αναγνωρίζεται πλέον σαν ένα πολιτιστικό φαινόμενο του είδους. Οι αναγνώστες και οι θεατές ταυτίζονται με αυτό το αξιαγάπητο αποτυχημένο παιδί. Ίσως επειδή θυμίζει στον καθένα από εμάς οδυνηρές και ενοχλητικές στιγμές από την παιδική μας ηλικία, τον πόνο μας, αλλά και την ανθρωπιά μας!
Ο διάσημος αυτός χαρακτήρας είναι ο Τσάρλι Μπράουν. Ο Σπάρκι, το μικρό αγόρι, του οποίου οι πολλές αποτυχίες δεν τον απέλπισαν και δεν τον απέτρεψαν, από το να συνεχίζει να προσπαθεί , το έργο του οποίου απορρίφθηκε ξανά και ξανά, είναι ο πολύ επιτυχημένος σκιτσογράφος Τσαρλς Σουλτς!
Η ζωή βρίσκει κάποιο τρόπο, έναν τρόπο, για όλους μας, ακόμα και για τους ηττημένους. Η ιστορία του Τσαρλς Σουλτς μας θυμίζει μια πολύ σημαντική αρχή στη ζωή. Κατά διαστήματα, όλοι αντιμετωπίζουμε δυσκολίες και αποθάρρυνση. Όμως έχουμε την επιλογή, για το πώς θα αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες. Αν είμαστε επίμονοι, εάν κρατάμε σταθερά την πίστη μας κι αν συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε τα μοναδικά ταλέντα, που μας έδωσε ο Θεός, κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί. Οι ικανότητες μας και τα ταλέντα μας μπορεί να φανούν μέσα από τις δυσκολίες. Στο τέλος, δεν υπάρχουν χαμένοι από τον Θεό. Κάποιοι νικητές απλώς χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αναδειχθούν!

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Οι έγνοιες του ξυλουργού


Μόλις είχε τελειώσει μια δύσκολη μέρα για τον ξυλουργό, που δούλευε για την ανακαίνιση ενός παλιού σπιτιού στο χωριό. Όλα του είχαν πάει στραβά εκείνη την ημέρα.
Το πρωί είχε μείνει από μπαταρία το αυτοκίνητο του, οπότε καθυστέρησε να πάει στην δουλειά του, στη συνέχεια χάλασε το ηλεκτρικό πριόνι και στο τέλος της ημέρας διαπίστωσε, ότι είχε ξεφουσκώσει το λάστιχο του αυτοκινήτου. Ο ιδιοκτήτης του παλιού σπιτιού προσφέρθηκε, να πάει τον ξυλουργό στο σπίτι του.
Σε όλη τη διάρκεια του δρόμου, ο ξυλουργός παρέμεινε σιωπηλός. Όταν έφτασε στο σπίτι του, προσκάλεσε τον εργοδότη του να μπει, για να γνωρίσει την οικογένειά του. Καθώς περπατούσανε προς την είσοδο του σπιτιού, ο ξυλουργός σταμάτησε για λίγα λεπτά μπροστά από ένα μικρό δέντρο, αγγίζοντας τις άκρες των κλαδιών με τα δύο του χέρια.
Μεμιάς, η διάθεση του άλλαξε. Μπήκε στο σπίτι χαμογελαστός, τον υποδέχθηκαν η γυναίκα και τα παιδιά του, τους φίλησε και τους αγκάλιασε με θέρμη.
Λίγο αργότερα στο μπαλκόνι, όπου πίνανε ένα κρασάκι, ο εργοδότης , μη μπορώντας να συγκρατήσει την περιέργειά του, ρώτησε τον ξυλουργό, γιατί σταμάτησε μπροστά στο δέντρο στην είσοδο. Ο ξυλουργός απάντησε:
– Αχ, αυτό είναι το δέντρο των προβλημάτων μου. Ξέρω, ότι δεν μπορώ να αποφεύγω τις στεναχώριες στη δουλειά μου. Όμως είναι δικές μου έγνοιες, όχι της γυναίκας μου ούτε των παιδιών μου.
Μόλις επιστρέφω σπίτι, κρεμάω τα προβλήματα μου στα κλαδιά αυτού του δέντρου. Το επόμενο πρωί, πριν ξεκινήσω για τη δουλειά μου, τα ξαναμαζεύω.
Όμως συμβαίνει κάτι περίεργο. Το πρωί όταν βγαίνω και τα ψάχνω, κάποια από τα προβλήματα έχουν εξαφανιστεί, ενώ κάποια άλλα μου φαίνονται αρκετά ελαφρύτερα, σε σχέση με το προηγούμενο βράδυ!

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

Τα τρία ερωτήματα - Λέων Τολστόι


Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε, ότι αν ήξερε πάντοτε την κατάλληλη στιγµή, για να δίνει την αμέριστη προσοχή του, αν ήξερε ποιοι είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι, για να επιζητά την συντροφιά τους και πάνω από όλα αν ήξερε πάντοτε, ποιο είναι το σημαντικότερο πράγµα, που χρειαζότανε να κάνει, δε θα αποτύχαινε, σε ότι επιχειρούσε.
Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το βασίλειό του, ότι θα έδινε σπουδαία αµοιβή σ’ εκείνον που θα του απαντούσε στα ερωτήματα, ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, ποιοι είναι οι πιο αναγκαίοι άνθρωποι και πως θα μπορούσε να ξέρει, ποιό είναι το πιο σπουδαίο πράγµα να κάνει.
Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις στα ερωτήματα.
Σ’ απάντηση του πρώτου ερωτήματος, κάποιοι είπαν ότι, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να φτιάξει προκαταβολικά ένα πρόγραµµα ηµερών, µηνών και ετών και να το ακολουθήσει πιστά. Μόνον έτσι, είπαν αυτοί, θα µπορούσε να γίνει το κάθε τι στην κατάλληλη στιγµή. Άλλοι δήλωσαν ότι θα ήταν αδύνατο να αποφασίσει κανείς εκ των προτέρων την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, αλλά αν δεν αφήσει τον εαυτό του να απορροφηθεί σε µάταιες ενασχολήσεις, θα µπορούσε πάντοτε να προσέχει τι συµβαίνει και τότε να κάνει ότι θα ήταν αναγκαίο. Άλλοι πάλι είπαν, ότι όσο κι αν πρόσεχε ο βασιλιάς ότι συµβαίνει, θα ήταν αδύνατο σε έναν άνθρωπο να αποφασίζει σωστά, ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, γι’ αυτό θα έπρεπε να έχει ένα συµβούλιο από σοφούς ανθρώπους, που θα τον βοηθούσαν να καθορίσει την κατάλληλη στιγµή για κάθε τι.
Αλλά πάλι, άλλοι του είπαν ότι υπάρχουν συγκεκριμένα πράγµατα που δε θα µπορούσαν να περιµένουν να εξεταστούν από ένα συµβούλιο και για τα οποία πρέπει κανείς να αποφασίσει αµέσως, αν θα τα επιχειρήσει ή όχι. Για να µπορεί όµως κανείς να το αποφασίσει αυτό, πρέπει εκ των προτέρων να γνωρίζει, τι πρόκειται να συµβεί. Μόνο µάγοι µπορούν να το κάνουν αυτό και γι’ αυτό, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να συµβουλεύεται µάγους.
Εξ ίσου ποικίλες ήταν οι απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτηµα. Μερικοί είπαν ότι οι άνθρωποι που χρειάζεται περισσότερο ο βασιλιάς είναι οι σύµβουλοί του, άλλοι οι ιερείς, άλλοι οι γιατροί, ενώ άλλοι είπαν, ότι πιο αναγκαίοι είναι οι πολεµιστές.
Στο τρίτο ερώτηµα για το ποιά είναι πιο σπουδαία ενασχόληση, µερικοί απάντησαν, ότι πιο σπουδαίο πράγµα στο κόσµο είναι οι επιστήµες. Άλλοι είπαν, ότι είναι η πολεµική επιδεξιότητα και άλλοι υποστήριξαν, ότι είναι η θρησκευτική λατρεία.
Όλες οι απαντήσεις ήταν διαφορετικές και ο βασιλιάς δε συµφώνησε σε καµία απ’ αυτές και σε καµία δεν έδωσε σηµασία. Αλλά θέλοντας ακόµη να βρει τις σωστές απαντήσεις, αποφάσισε να συµβουλευτεί έναν ερηµίτη πολύ γνωστό για την σοφία του.
Ο ερηµίτης ζούσε σ’ ένα δάσος, απ’ το οποίο δεν αποµακρυνόταν ποτέ και δε δεχόταν παρά τους απλούς ανθρώπους.
Έτσι ο βασιλιάς ντύθηκε απλά ρούχα και πριν φτάσει στο κελί του ερηµίτη, κατέβηκε απ’ τ’ άλογό του, άφησε πίσω τη φρουρά του και πήγε µόνος του. Όταν πλησίασε ο βασιλιάς, ο ερηµίτης έσκαβε τη γη µπροστά στην καλύβα του. Όταν είδε το βασιλιά, τον χαιρέτησε και συνέχισε να σκάβει.
Ο ερηµίτης ήταν άνθρωπος ασθενικός και αδύνατος και κάθε φορά που σφήνωνε την αξίνα του στην γη για να σηκώσει λίγο χώµα, ανάπνεε βαριά.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε:
- Ήρθα σε σένα σοφέ ερηµίτη για να σε ρωτήσω τρία πράγµατα: Πώς θα µάθω να κάνω το κατάλληλο πράγµα στην κατάλληλη στιγµή, ποιοι είναι οι άνθρωποι που χρειάζοµαι περισσότερο και εποµένως ποιους θα πρέπει να προσέχω περισσότερο από τους άλλους και ποιες υποθέσεις είναι πιο σπουδαίες και χρειάζονται περισσότερο προσοχή.
Ο ερηµίτης άκουσε το βασιλιά, αλλά δεν έδωσε καµιά απάντηση. Μόνο έφτυσε στις παλάµες του και ξανάρχισε το σκάψιµο.
- Είσαι κουρασµένος, είπε ο βασιλιάς, σε µε να πάρω την αξίνα και να δουλέψω εγώ λίγο για σένα.
Ο ερημίτης ευχαρίστησε τον βασιλιά και δίνοντας του την αξίνα, κάθησε στο χώμα. Όταν έσκαψε ο βασιλιάς δύο αυλάκια, σταµάτησε και επανέλαβε τα ερωτήµατά του. Ο ερηµίτης και πάλι δεν απάντησε, αλλά σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του να πάρει την αξίνα και είπε:
- Ξεκουράσου τώρα λίγο και άσε µένα να δουλέψω.
Ο βασιλιάς όµως δεν του έδωσε την αξίνα και συνέχισε να σκάβει. Πέρασε µια ώρα και άλλη µια. Ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω απ’ τα δέντρα και ο βασιλιάς στο τέλος σφήνωσε την αξίνα στο χώµα και είπε:
- Ήρθα σε σένα σοφέ άνθρωπε για µια απάντηση στα ερωτήµατά µου. Αν δεν µπορείς να µου δώσεις καµία, πες το µου να γυρίσω στο σπίτι µου.
- Να, κάποιος έρχεται τρέχοντας, είπε ο ερηµίτης, ας δούµε ποιος είναι.
Ο βασιλιάς γύρισε και είδε ένα γενειοφόρο άνδρα να έρχεται τρέχοντας από το δάσος, σφίγγοντας µε τα χέρια του το στοµάχι του, απ’ το οποίο έτρεχε ποτάµι το αίµα. Όταν πλησίασε το βασιλιά, έπεσε λιπόθυµος στο χώµα, βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγµό. Ο βασιλιάς και ο ερηµίτης ξεκούµπωσαν τα ρούχα του. Υπήρξε ένα µεγάλο τραύµα στο στοµάχι του. Ο βασιλιάς το έπλυνε όσο καλύτερα µπορούσε και το έδεσε µε το µαντήλι του και µε µια πετσέτα, που τού έδωσε ο ερηµίτης. Αλλά το αίµα δε σταµατούσε να τρέχει και ο βασιλιάς ξανά και ξανά άλλαζε τον επίδεσµο, µουσκεµένο από καυτό αίµα, τον έπλενε και ξανάδενε το τράυµα. Όταν σταµάτησε να τρέχει το αίµα, ο πληγωµένος συνήλθε και ζήτησε κάτι να πιει. Ο βασιλιάς έφερε φρέσκο νερό και του το έδωσε. Στο µεταξύ ο ήλιος έδυσε και άρχισε να κρυώνουν. Έτσι ο βασιλιάς µε τη βοήθεια του ερηµίτη µετέφερε τον πληγωµένο στην καλύβα και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ο πληγωµένος, έκλεισε τα µάτια του και ησύχασε, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο κουρασµένος απ’ το περπάτηµα και τη δουλεία που είχε κάνε, που κάθισε στο κατώφλι και τον πήρε και αυτόν ο ύπνος τόσο βαθιά, ώστε κοιµήθηκε συνέχεια όλη την καλοκαιριάτικη νύχτα.
Όταν ξύπνησε το πρωί, πέρασε πολλή ώρα πριν µπορέσει να θυµηθεί που ήταν, ή ποιος ήταν ο άγνωστος γενειαφόρος άνδρας που ήταν ξαπλωµένος στο κρεβάτι και τον κοίταζε έντονα και µε φλογισµένα µάτια.
- Συγχώρεσέ µε, είπε ο γενειοφόρος άνδρας µε µια ασθενική φωνή, όταν είδε ότι ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε.
- Δε σε ξέρω και δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω, είπε ο βασιλιάς.
- Εσύ δε µε ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω. Είµαι αυτός ο εχθρός σου, που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση από σένα, γιατί εκτέλεσες τον αδελφό του και κατάσχεσες την περιουσία του. Ήξερα πως είχες πάει µόνος σου να δεις τον ερηµίτη και αποφάσισα να σε σκοτώσω στην επιστροφή. Αλλά πέρασε η ηµέρα και δεν γύρισες. Έτσι βγήκα απ’ την ενέδρα µου και έπεσα στους φρουρούς σου και αυτοί µε αναγνώρισαν και µε τραυµάτισαν. Τους ξέφυγα, αλλά θα είχα πεθάνει απ’ την αιµορραγία, αν εσύ δεν είχες φροντίσει το τραύµα µου. Εγώ ήθελα να σε σκοτώσω κι εσύ µου έσωσες την ζωή. Τώρα, αν ζήσω, κι αν το θέλεις κι εσύ, θα σε υπηρετήσω σαν ο πιο πιστός σου σκλάβος και θα ζητήσω απ’ τους γιους µου να κάνουν το ίδιο. Συγχώρεσέ µε.
Ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστηµένος, που είχε συµφιλιωθεί τόσο εύκολα µε τον εχθρό του και που είχε κάνει ένα φίλο και όχι µόνο τον συγχώρεσε, αλλά είπε ότι θα έστελνε τους υπηρέτες του και το προσωπικό του γιατρό να τον φροντίσουν και υποσχέθηκε να του ξαναδώσει την περιουσία του.
Αφού έφυγε απ’ τον πληγωµένο ο βασιλιάς, πήγε έξω στον εξώστη και κοίταξε τριγύρω να βρει τον ερηµίτη. Ήθελε πριν φύγει, να τον παρακαλέσει ακόµη µια φορά, να απαντήσει στα ερωτήµατα, που του είχε κάνει. Ο ερηµίτης ήταν έξω γονατισµένος και φύτευε σπόρους στ’ αυλάκια, που ‘χαν σκαφτεί την προηγούµενη µέρα.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε:
- Για τελευταία φορά σε παρακαλώ απάντησε στα ερωτήµατά µου, σοφέ άνθρωπε.
- Μα έχουν ήδη απαντηθεί, είπε ο ερηµίτης, σκύβοντας ακόµα στ’ αδύνατα πόδια του και κοιτάζοντας προς το βασιλιά που στεκόταν µπροστά του.
Ο βασιλιάς ρώτησε:
- Πως απαντήθηκαν; Τι εννοείς;
- Αν δεν είχε λυπηθεί χθες την αδυναµία µου και δεν είχες σκάψει για µένα τ’ αυλάκια, αλλά είχες φύγει, αυτός ο άνθρωπος θα σου είχε επιτεθεί και θα είχες μετανιώσει, που δεν έµεινες µαζί µου. Έτσι η πιο σπουδαία στιγµή ήταν, όταν έσκαβες τ’ αυλάκια, εγώ ήµουν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και η περισσότερο σπουδαία ενέργεια ήταν, πως μου έκανες καλό. Ύστερα, όταν αυτός ο άνθρωπος ήρθε σε µας, η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν τον φρόντιζες, γιατί αν δεν είχες δέσει το τραύµα του, θα πέθαινε χωρίς να συµφιλιωθεί µαζί σου. Έτσι αυτό ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και αυτό που έκανες γι’ αυτόν ήταν η πιο σπουδαία δουλειά.
Να θυµάσαι λοιπόν: Υπάρχει µόνο µία στιγµή, που είναι η πιο σπουδαία, το παρόν. Είναι η πιο σπουδαία στιγµή, γιατί είναι η µόνη, πάνω στην οποία έχεις κάποια δύναµη. Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός, µαζί µε τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει, αν θα έχει ποτέ πάρε- δώσε µε κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγµα είναι να του κάνεις καλό, γιατί µόνο γι’αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’ αυτόν τον κόσµο!


tag

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Ένας Ινδιάνικος Μύθος


Ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι - χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.
- Αγαπιόμαστε, αρχίζει ο νέος.
- Και θα παντρευτούμε, λέει εκείνη.
- Και αγαπιόμαστε τόσο, που φοβόμαστε. Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό, κάτι που θα μας εγγυάται, ότι θα είμαστε για πάντα μαζί, που θα μας εξασφαλίσει, ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου. Σε παρακαλούμε σεβάσμιε γέροντα, πες μας τι μπορούμε να κάνουμε!
Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται, που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
- Υπάρχει κάτι, λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα, αλλά είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.
- Δεν μας πειράζει, λένε με μια φωνή και οι δύο.
- Ωραία, ακούστε με τότε, λέει ο μάγος, Ψηλό Σύννεφο, θέλω να ανέβεις στο βουνό της βροντής, που είναι βόρεια από το χωριό μας, μοναχή έχοντας στα χέρια σου μόνο ένα δίχτυ και να αιχμαλωτίσεις την ομορφότερη και δυνατότερη γερακίνα του βουνού και να την φέρεις ζωντανή εδώ την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο.
Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.
- Κι εσύ Άγριε Ταύρε, θέλω να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, που είναι νότια από το χωριό μας, μοναχός έχοντας στα χέρια σου μόνο ένα 
δίχτυ  και να αιχμαλωτίσεις τον πιο άγριο το πιο μεγαλοπρεπή αετό και να το φέρεις ζωντανό εδώ την ίδια μέρα, που θα φέρει το Ψηλό Σύννεφο την γερακίνα.
Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν, για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο.
Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.
Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
Ο μάγος ρωτάει τους δύο νέους:
- Πετούσαν ψηλά τα πουλιά;
- Ναι, βέβαια. Κι εμείς, καταφέραμε να τα αιχμαλωτίσουμε χωρίς να τα πληγώσουμε. Τι χρειάζεται να κάνουμε τώρα; Μήπως να τα σκοτώσουμε και να πιούμε την τιμή από το αίμα τους ή να τα μαγειρέψουμε και να φάμε την γενναιότητα από το κρέας τους;
- Όχι, απαντάει ο γέρος, θέλω να πάρετε τα πουλιά και να δέσετε καλά τα πόδια του ενός με τα πόδια του άλλου. Αφού δέσετε τα πόδια τους, αφήστε τα ελεύθερα να πετάξουν!
Αφού απελευθερώνονται με δεμένα πόδια τα δυο πουλιά προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι, να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα, που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.
- Αυτό είναι το μυστικό, για να είσαστε για πάντα μαζί κι αγαπημένοι, λέει στο νεαρό ζευγάρι ο μάγος. Μην ξεχάσετε ποτέ, αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, μοιάζετε κι εσείς με τον αετό και την γερακίνα. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι!

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

Οι δυο σκύλοι



Μια φορά κι έναν καιρό, δύο σκύλοι μπήκαν, σε διαφορετικό χρόνο ο καθένας, στο ίδιο δωμάτιο. Όταν βγήκε ο πρώτος κουνούσε όλο χαρά την ουρά του και ήταν πολύ χαρούμενος. Όταν βγήκε ο δεύτερος, γρύλιζε και γάβγιζε επιθετικά με θυμό.
Μια γυναίκα που παρατηρούσε τα δυο σκυλιά, μπήκε στο δωμάτιο όλο περιέργεια, για να δει τι ήταν αυτό, που έκανε το ένα σκυλί να είναι τόσο χαρούμενο και το άλλο τόσο θυμωμένο. Προς μεγάλη της έκπληξη διαπίστωσε, ότι το δωμάτιο ήταν γεμάτο καθρέφτες.
Ο πρώτος σκύλος, μπαίνοντας στο δωμάτιο με τους καθρέπτες κι αντικρίζοντας όλους τους άλλους σκύλους, χάρηκε κι άρχισε να κουνάει την ουρά του και να γαβγίζει φιλικά. Αμέσως τότε οι άλλοι σκύλοι που έβλεπε, ανταποκρίθηκαν στην χαρούμενη αντίδραση του και έκαναν ακριβώς το ίδιο με αυτόν. Έτσι ο πρώτος σκύλος κρατώντας την καλή διάθεση, βγήκε από το δωμάτιο.
Αντίθετα ο δεύτερος σκύλος μόλις είδε τους σκύλους να τον κοιτούν, γρύλισε θυμωμένος, έδειξε τα δόντια του και ετοιμάστηκε να χιμήξει επάνω τους. Ακριβώς το ίδιο έκαναν και οι άλλοι σκύλοι και έτσι ο δεύτερος σκύλος βγήκε από τον δωμάτιο θυμωμένος κι έτοιμος για καυγά.
Ακριβώς το ίδιο με τους σκύλους, συμβαίνει και στην δική μας ζωή. Θυμώνουμε κι εκνευριζόμαστε με τους άλλους, επειδή η δική μας διάθεση εκείνη τη στιγμή είναι άσχημη, ενώ αντίθετα βλέπουμε χαρούμενους και φιλικούς τους άλλους απέναντί μας, επειδή εμείς επιδεικνύουμε φιλική και χαρούμενη συμπεριφορά. Είμαστε πομποί κι εκπέμπουμε ενέργεια. Αν η ενέργεια που εκπέμπουμε είναι καλή ή κακή δεν το καταλαβαίνουμε από μόνοι μας, αλλά όταν αντιλαμβανόμαστε να εισπράττουμε από τους άλλους αρνητική ή θετική ενέργεια, σημαίνει πως συντονίζονται στην ενέργεια, την οποία εμείς εκπέμπουμε. Αν λοιπόν μας ενοχλεί αυτό που βλέπουμε στο περιβάλλον μας, δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε να το αλλάξουμε. Αν μπορέσουμε να αλλάξουμε τον δικό μας εαυτό, τότε θα παρατηρήσουμε πως αλλάζει και το περιβάλλον γύρω μας!

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Η ξυπόλητη κυριούλα


Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν, ακόμη κι αν είναι μεγάλη γιορτή.
Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι, σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα, περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας, δεν μίλησε.
Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα, στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου». Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία, που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντιζε τη μητέρα της!
Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα, που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι συντηρητικοί πολιτικοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. «Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος, που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους, που τους βοηθούσε να λένε τόσο μεγάλα, βαθυστόχαστα λόγια!
Κάποιος κύριος, που άκουγε τις παραπάνω στιχομυθίες, έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, να αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του με κρυφή υπερηφάνεια, επειδή αυτός ήταν άνθρωπος των έργων κι όχι των λόγων!
Μια καλοντυμένη κυρία που πρόσεξε όλα αυτά, άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ να απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού σε παρακαλώ να δώσεις, ότι χρειάζεται η κυρούλα αυτή».
Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και φορούσε ένα μάλλινο σκούφο, που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσικής. Ο νέος κουνούσε το σώμα του ρυθμικά, στο σκοπό της μουσικής, που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Μόλις πρόσεξε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό, για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα!
Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα κορδόνια των παπουτσιών του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.
Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε:
- Όχι, μαμά τον είδα πολύ καθαρά. Ήταν άνθρωπος!»

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Ο πατέρας που δούλευε πολύ


Ο πατέρας ήταν σκληρά εργαζόμενος. Δούλευε ως διανομέας για να βγάζει τα προς το ζην για τον ίδιο, τη σύζυγο και τα τρία παιδιά τους. Τα απογεύματα τα περνούσε παρακολουθώντας σεμινάρια, επιδιώκοντας να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις, έτσι ώστε να καταφέρει μια ημέρα να βρει μια καλύτερη δουλειά.
Μόνο τις Κυριακές είχε λίγο διαθέσιμο χρόνο για να περάσει μαζί με την οικογένειά του. Εργαζόταν και μελετούσε πολύ σκληρά, γιατί ήθελε να βγάλει πολλά χρήματα, ώστε να προσφέρει στην οικογένειά του ότι επιθυμούσαν.
Όταν η οικογένεια του παραπονιότανε, ότι δεν ξόδευε αρκετό χρόνο μαζί τους, η απάντηση του ήταν, πως εργάζεται σκληρά, γιατί νοιάζεται γι’ αυτούς και δεν θέλει να τους λείψει τίποτε!
Όμως κατά βάθος αντιλαμβανότανε, πως και σ’ αυτόν έλειπε η οικογένειά του και ποθούσε να μπορούσε, να περνάει περισσότερο χρόνο μαζί τους.
Η ημέρα έφτασε και ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού που είχε λάβει μέρος. Προς μεγάλη χαρά του πατέρα, πέρασε από τους πρώτους και έπιασε μια καλύτερη δουλειά. Λίγο μετά, του προσφέρθηκε προαγωγή, και αμειβόταν πια καλά.
Το όνειρο του έγινε πραγματικότητα. Θα μπορούσε πια να προσφέρει την οικογένειά του κάποιες μικρές πολυτέλειες, όπως ωραία ρούχα, καλό φαγητό και διακοπές στο εξωτερικό.
Ωστόσο, η οικογένεια εξακολουθούσε να μην βλέπει τον πατέρα το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας. Αυτός συνέχιζε να εργάζεται πολύ σκληρά, ελπίζοντας να προαχθεί στη θέση του διευθυντή. Μάλιστα για να αυξήσει τις πιθανότητες να το πετύχει, γράφτηκε στο ανοικτό πανεπιστήμιο και μελετούσε πολύ.
Και πάλι, κάθε φορά που η οικογένεια παραπονιότανε, ότι δεν ξοδεύει αρκετό χρόνο μαζί τους, η απάντηση ήταν ότι το έκανε για αυτούς. Στην πραγματικότητα, πράγματι ποθούσε να περνάει περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του.
Η σκληρή προσπάθεια του πατέρα απέδωσε καρπούς και προήχθη. Αισθανόμενος μεγάλη περηφάνια, αποφάσισε να προσλάβει μια καθαρίστρια, για να ξεκουράσει τη σύζυγό του από τις οικιακές εργασίες. Επίσης θεώρησε, ότι τα τρία δωμάτια στο διαμέρισμά τους δεν ήταν πλέον αρκετά μεγάλα, οπότε αγόρασε ένα μεγαλύτερο σπίτι με όλες τις ανέσεις.
Έχοντας ήδη δρέψει τους καρπούς της σκληρής δουλειάς του αρκετές φορές, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές παράλληλα με τη δουλειά του. Η οικογένεια πλέον δεν τον έβλεπε ούτε τις Κυριακές, επειδή χρειαζότανε να βρίσκεται με πελάτες της εταιρείας σε επαγγελματικά γεύματα και δείπνα.
Και πάλι, κάθε φορά που η οικογένεια τον κατηγορούσε ότι δεν ξοδεύει αρκετό χρόνο μαζί τους, η απάντηση ήταν ότι τα κάνει όλα αυτά για αυτούς. Παρόλο που ποθούσε να περνάει περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η σκληρή δουλειά του πατέρα απέδωσε ξανά καρπούς, και αγόρασε ένα πολύ όμορφο εξοχικό πάνω σε μια παραδεισένια ακρογιαλιά. Το πρώτο Σάββατο, που μαζεύτηκε όλη η οικογένεια στο εξοχικό, ο πατέρας ανακοίνωσε στην οικογένειά του, ότι αποφάσισε να σταματήσει την επιδίωξη καλύτερης θέσης στην εταιρεία. Θα μείωνε πολύ τις ώρες εργασίας. Είχε αποφασίσει να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην οικογένειά του.
Το επόμενο πρωινό ο πατέρας δεν ξύπνησε!

Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

Η μονόφθαλμη μάνα


Κάθε φορά που κυκλοφορούσε μαζί με την μητέρα του, ένιωθε πολύ άβολα. Ντρεπότανε, να τον βλέπει ο κόσμος μαζί της!
Όταν χρειαζόταν να έρθει εκείνη στο σχολείο, ο Γιώργος εξαφανιζόταν, για να μην την συναντήσει. Κάθε φορά που τον έβλεπαν οι συμμαθητές του μαζί της, τον κορόιδευαν:
- Να ο Γιώργος με την μονόφθαλμη μάνα!
Η κυρία Τασία είχε μόνο ένα μάτι. Η θέση του άλλου ματιού ήταν πάντα κλειστή. Σαν τάφος!
- Σου έχω πει, να μην έρχεσαι στο σχολείο. Τι δεν καταλαβαίνεις, της έλεγε κάθε φορά και κλεινόταν στο δωμάτιο του, χτυπώντας πίσω του την πόρτα, κατάμουτρα στο πρόσωπό της μάνας του!
Ένα πρωινό καθώς ο μικρός Γιώργος πήγε στη κουζίνα, για να φάει το πρωινό του, την είδε να κλαίει ήσυχα, σαν απαλή βροχούλα.
Δίχως να της μιλήσει, βγήκε από τη κουζίνα. Επέστρεψε στο δωμάτιο του. Εκεί υποσχέθηκε στον εαυτό του, να γίνει μεγάλος, επιτυχημένος. Να ξεφύγει από την μονόφθαλμη μάνα του και την μεγάλη φτώχεια τους!
Ο Γιώργος εργάστηκε σκληρά. Μετακόμισε σε άλλη πόλη. Έγινε πετυχημένο στέλεχος πολυεθνικής εταιρείας. Παντρεύτηκε. Έχει δυο παιδιά και ζει σε ένα σπίτι, που δεν του θυμίζει καθόλου το σπίτι της μητέρας του.
Μια μέρα χτύπησε η πόρτα. Ο Γιώργος άνοιξε. Στη θέα της μάνας του έγινε έξαλλος.
- Τι θέλεις; Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ! Τ ακούς; Καμία!
- Συγνώμη, μάλλον έκανα λάθος στο σπίτι, είπε η κυρία Τασία κι έφυγε.
- Ευτυχώς δεν με γνώρισε, σκέφτηκε ο Γιώργος
Τον επόμενο μήνα ο Γιώργος πήγε στην παλιά του γειτονιά, επειδή είχαν συγκέντρωση οι παλιοί συμμαθητές κι έκρινε, πως θα ήταν καλό γι’ αυτόν να συμμετάσχει, παρά το γεγονός, πως δεν είχε καμία καλή ανάμνηση. Ήταν μια ευκαιρία γι’ αυτόν μέσα από τον κύκλο των παλιών του συμμαθητών, να αναζητήσει γνωριμίες και διασυνδέσεις, που ίσως αποδεικνυότανε χρήσιμες για την δουλειά του!
Η βραδιά πλησίαζε στη λήξη της, όταν ένας παλιός συμμαθητής του, εμφανώς αναστατωμένος μετά από μια κλήση που είχε στο κινητό του, είπε στον Γιώργο, ότι βρέθηκε η μητέρα του πεσμένη στο πάτωμα του σπιτιού της από μια γειτόνισσα. Δυστυχώς είχε πεθάνει κι έψαχναν τον Γιώργο, για να τον ειδοποιήσουν σχετικά.
Όταν πήγε στο σπίτι της κυρίας Τασίας ο Γιώργος, βρήκε κάποιους λίγους γείτονες να τον περιμένουν. Ο Γιώργος έριξε ένα βιαστικό βλέμμα στην νεκρή μητέρα του, χωρίς να κυλήσει ούτε ένα δάκρυ από τα μάτια του!
Ένας παλιός γείτονας, που αμυδρά θυμότανε ο Γιώργος, τον πλησίασε, έβαλε το χέρι του στον ώμο του, τον συλλυπήθηκε και του είπε :
- Η γυναίκα μου βρήκε την μητέρα σου νεκρή στο πάτωμα. Επειδή έμενε η κυρία Τασία μόνη στο σπίτι κι εμπιστευότανε την γυναίκα μου, της είχε δώσει ένα κλειδί του σπιτιού και την είχε παρακαλέσει, να έχει το μυαλό της. Από το πρωί η γυναίκα μου δεν είδε τη μητέρα σου, να βγαίνει στην αυλή, όπως το συνήθιζε, τα παραθυρόφυλλα παρέμεναν κλειστά και δεν απαντούσε η μητέρα σου ούτε στο τηλέφωνο, αλλά ούτε και στο κουδούνι της εξώπορτας. Έτσι η γυναίκα μου με το κλειδί της άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε το μακάβριο θέαμα. Δίπλα στο τραπεζάκι ήταν ένα φάκελος, που έγραφε το δικό σου όνομα. Ορίστε πάρε τον!
Ο Γιώργος άνοιξε τον φάκελο, έβγαλε το σημείωμα που υπήρχε μέσα και άρχισε να διαβάζει:
« Γιε μου, μού είναι πολύ δύσκολο, να έρχομαι στο σπίτι σου, για να σε βλέπω. Μόλις έμαθα, ότι γίνεται συγκέντρωση των συμμαθητών σου, σκέφτηκα να έρθω να σε δω. Όμως σταμάτησα. Δεν ήθελα να συνεχίσω, να σε φέρνω σε δύσκολη θέση με το μάτι μου. Να σε προσβάλλω. Όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες κάποιο ατύχημα. Οι γιατροί είπαν, ότι πρέπει να σου αφαιρέσουν το μάτι σου. Σου έδωσα λοιπόν το δικό μου. Ο γιος μου είπα, πρέπει να βλέπει όλον τον κόσμο και όχι τον μισό. Όταν μεγάλωσες και με μάλωνες και με έδιωχνες έλεγα μέσα μου, ότι κατά βάθος με αγαπάς. Παρηγορούμουν. Πόσο θα ήθελα, να ήσουν μικρούλης πάλι και να σε είχα να τριγυρνάς κοντά μου. Μου λείπεις γιε μου. Είσαι ότι πιο πολύτιμο έχω στη ζωή μου!»
Ο Γιώργης για πρώτη φορά στη ζωή του δάκρυσε. Φυσικά για τον άνθρωπο, που έδωσε τα πάντα για εκείνον. Αλλά περισσότερο επειδή λυπήθηκε για την κατάντια του ίδιου του εαυτού του. Μπορεί κάποιος να καταφέρει, να κοροϊδέψει όλον τον κόσμο, αλλά είναι αδύνατον να ξεφύγει από τον εαυτό του!

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Ο βάτραχος μέσα στο νερό



Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, που είναι ενδεχόμενο να μην είναι αληθινή.
Μέσα σε ένα δοχείο με βρασμένο νερό, πετάμε ένα βατραχάκι. Η στάθμη του νερού είναι χαμηλότερη από το ύψος του βατράχου. Ακαριαία το βατραχάκι δίνει έναν πήδο και πετάγεται έξω από το δοχείο με το βρασμένο νερό.
Το ίδιο βατράχι τοποθετείται σε ένα δοχείο με δροσερό νερό, που η στάθμη του πάλι είναι χαμηλότερη από το ύψος του σώματός του. Το βατράχι βρίσκεται μέσα στο στοιχείο του , το νερό, δεν έχει κανέναν λόγο να μην παραμείνει μέσα στο δοχείο και να απολαύσει την εμπειρία. Αρχίζουμε να θερμαίνουμε σταδιακά το δοχείο με το νερό, που μέσα είναι αραχτός ο βάτραχος, με αποτέλεσμα το νερό να αρχίσει να γίνεται περισσότερο θερμό. Που και που φαίνεται πως η επαφή με το ζεστό νερό ενοχλεί τον βάτραχο, αλλά μάλλον γρήγορα εγκλιματίζεται και το συνηθίζει, επειδή συνεχίζει να είναι ξαπλωμένος μέσα στο νερό. Κάποια στιγμή το νερό αρχίζει να βράζει, οπότε και είναι πολύ αργά για το βατράχι, να πηδήξει έξω το νερό. Ακινητοποιείται. Και το βατράχι βράζει ζωντανό!
Η συνήθεια λοιπόν καμιά φορά είναι ο καλύτερος υπηρέτης, αλλά γρήγορα μπορεί να γίνει απαίσιος δυνάστης. Όταν οι αλλαγές εξελίσσονται με αργό ρυθμό, δεν μπορούμε να τις διακρίνουμε εύκολα, με αποτέλεσμα να επαναπαυόμαστε σε μία κατάσταση, όπως και ο βάτραχος που σιγοκάηκε. Οι σταδιακές αλλαγές είναι δύσκολα παρατηρήσιμες, μας κάνουν να πιστεύουμε πως όλα είναι καλά, αλλά ακόμη κι αν μας ενοχλήσουν λίγο, πιστεύουμε πως είναι απλά θέμα χρόνου να επανέλθουν τα πράγματα στην πρότερη καλή κατάσταση. Εθελοτυφλούμε και παραμένουμε απαθείς, όμως το νερό ζεσταίνεται κάθε λεπτό!
Συνήθως αυτό που μας κινητοποιεί, ώστε να αλλάξουμε κάτι στον εαυτό μας, είναι ο πόνος, η θερμοκρασία όπου νιώθουμε, ότι βράζουμε. Ο πόνος λειτουργεί σαν συναγερμός και ειδοποιεί για άμεση δράση, αλλά αν εμείς κωφεύσουμε στον συναγερμό, μπορεί να μην βρούμε τον χρόνο να κινητοποιηθούμε, όταν πλέον το αποφασίσουμε.
Η απόφαση για αλλαγή δεν είναι μία εύκολη υπόθεση. Όταν αλλάζουμε, αποχωριζόμαστε το παλιό, που μας είναι πλέον άχρηστο, αλλά γνώριμο και οικείο, ενώ παράλληλα πηγαίνουμε σε κάτι καινούργιο, που μας είναι ακόμα άγνωστο. Οι άνθρωποι συχνά προτιμάμε τη βεβαιότητα της δυστυχίας, παρά την δυστυχία της αβεβαιότητας.
Αυτό που είναι γνώριμο, μας προσφέρει ασφάλεια και μας παρηγορεί. Όμως, ταυτόχρονα μπορεί να αποτελέσει και παγίδα.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

Η πραμάτεια του διαβόλου


Ο διάβολος, προκειμένου να ξεσκαρτάρει το στοκ των αποθηκών του, αποφάσισε ξεφορτωθεί αρκετούς πειρασμούς, που είχε στο απόθεμα του. Έβαλε αγγελία στις εφημερίδες, και άρχισαν να έρχονται πελάτες στο εργαστήριό του.
Είχε μεγάλο απόθεμα σε πέτρες, για να σκοντάφτουν οι ενάρετοι, σε καθρέπτες, για να αυτοθαυμάζονται όσοι το επιθυμούν, σε πονηρά και λάγνα θεάματα!
Την προσοχή των περισσότερων υποψηφίων πελατών τραβούσαν αντικείμενα, όπως στιλέτα με κυρτή λεπίδα, που μπορούν να καρφωθούν στην πλάτη του άλλου και μαγνητόφωνα, για να καταχωρούνται κουτσομπολιά, διαδόσεις και συκοφαντίες.
- Μην ανησυχείτε για την τιμή, φώναζε ο διάβολος στους υποψήφιους πελάτες. Πάρτε το σπίτι σήμερα και πληρώστε αν κι όποτε μπορείτε!
Ένας από τους επισκέπτες παρατήρησε τρία εργαλεία, που βρίσκονταν σε μια γωνία, φαινόταν να είναι αρκετά φθαρμένα και δεν προσέλκυαν την προσοχή. Παρόλα αυτά η τιμή τους φαινότανε πολύ ακριβή. Περίεργος, ζήτησε να μάθει, γιατί συνέβαινε αυτό.
- Είναι φθαρμένα, επειδή είναι αυτά, που χρησιμοποιώ περισσότερο από όλα, απάντησε γελώντας ο διάβολος. Αν τραβούσαν την προσοχή, οι άνθρωποι θα γνώριζαν, πώς να προστατεύουν τον εαυτό τους και κανείς δεν θα τα αγόραζε. Και τα τρία αξίζουν την τιμή, που ζητώ από τους πελάτες. Το ένα είναι η αμφιβολία, το άλλο είναι το αίσθημα κατωτερότητας και το τρίτο είναι η πικρία. Όλοι οι άλλοι πειρασμοί κάποιες φορές αποτυγχάνουν, αλλά αυτοί οι τρεις πετυχαίνουν πάντα!

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Το προπατορικό αμάρτημα κάπως διαφορετικά


Κάποιες φυλές, έχουν προσαρμόσει σύμφωνα με τις δικές τους παραδόσεις την ιστορία της Εύας και του φιδιού, που την παρέσυρε στο προπατορικό αμάρτημα:
Η Εύα περπατούσε στον κήπο της Εδέμ, όταν το φίδι σύρθηκε κοντά της.
- Φάε αυτό το μήλο, είπε το φίδι.
Η Εύα, τηρώντας την εντολή του Θεού, αρνήθηκε.
- Φάε αυτό το μήλο, επέμεινε το φίδι, γιατί πρέπει να γίνεις η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου, για να σε αγαπάει παντοτινά ο άντρας σου!
- Μα είμαι η πιο όμορφη γυναίκα, είπε η Εύα, γιατί δεν υπάρχει καμιά άλλη στον κόσμο εκτός από μένα.
Το φίδι γέλασε:
- Εδώ κάνεις λάθος, φυσικά και δεν είσαι η μόνη γυναίκα στον κόσμο.
Καθώς η Εύα δεν πίστεψε σε αυτό που της είπε το φίδι, εκείνο την οδήγησε στην κορυφή ενός λόφου, όπου βρισκόταν ένα πηγάδι.
- Η γυναίκα βρίσκεται μέσα σε αυτή την σπηλιά. Ο Αδάμ την έκρυψε εδώ, για να μην μπορέσεις να την βρεις!
Η Εύα έσκυψε πάνω από το πηγάδι και αντίκρισε μια πανέμορφη γυναίκα, να την κοιτάζει με μεγάλα εκφραστικά μάτια. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, σε εκείνο το σημείο, η Εύα έφαγε το μήλο, που της πρόσφερε το φίδι!
Σύμφωνα με τις παραδόσεις των φυλών, που λένε την παραπάνω ιστορία, όσοι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, στην αντανάκλαση του νερού του πηγαδιού, παύουν να τον φοβούνται κι επιστρέφουν στον Παράδεισο!

Σάββατο 16 Μαΐου 2020

Ο Αναζητητής της Αλήθειας


Ένας άνθρωπος, σ’ όλη του τη ζωή έψαχνε την Αλήθεια και δεν μπορούσε να τη βρει. Πέρασε απ’ όλες τις χώρες του κόσμου, βρέθηκε στις χώρες του Βορρά, στις χώρες του Νότου και της Δύσης χωρίς αποτέλεσμα.
Κάποια φορά που βρέθηκε σε μια μικρή χώρα της Ανατολής, ένοιωσε κουρασμένος και απελπισμένος και κάθισε κοντά στην είσοδο μιας σπηλιάς. Ξαφνικά, από το εσωτερικό της σπηλιάς ακούστηκε κάποιος θόρυβος σαν γρύλισμα. Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πλησίασε την είσοδο με ένα ξίφος στο χέρι. Ξεχώρισε μια σκοτεινή μορφή, που του φάνηκε, ότι ανήκε σε γυναίκα. Μπήκε στη σπηλιά, όπου βασίλευε φοβερή δυσοσμία. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, είδε πράγματι μια γυναίκα, γριά και αποκρουστική, ρυτιδιασμένη, τριχωτή και βρωμερή.
Εκείνη, σήκωσε προς το μέρος του τα θολά μάτια της και τον ρώτησε, τι θέλει.
– Αναζητώ την Αλήθεια, απάντησε εκείνος.
– Τη βρήκες, του είπε η γριά.
– Εσύ είσαι η Αλήθεια;
– Ναι.
– Πώς μπορώ να είμαι σίγουρος;
Εκείνη του έδωσε αποδείξεις. Ήξερε τα πάντα για αυτόν, το όνομά του, την ηλικία του, τις περιπέτειές του. Ο άνθρωπος έμεινε αποσβολωμένος και απογοητευμένος, ρώτησε με αμηχανία:
– Είσαι τόσο άσχημη! Ποτέ δεν είχα συναντήσει τίποτα πιο τρομερό από εσένα. Όμως όλοι θέλουν, να σε γνωρίσουν! Θα με ρωτήσουν! Πρέπει να τους πω κάτι! Τι να τους πω;
– Πες τους ψέματα, είπε η Αλήθεια, πες τους ότι είμαι νέα και ωραία, και όλοι θα σε πιστέψουν!

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

Ο σαμουράι και η γάτα


Ένας σαμουράι, άγριος πολεμιστής, ψάρευε πλάι σ’ ένα ποτάμι. Έπιασε ένα ψάρι και ετοιμάζονταν να το ψήσει, όταν ένας γάτος, που ήταν καταχωνιασμένος κάτω από έναν θάμνο, έδωσε ένα σάλτο και του έκλεψε τη λεία του. Οργισμένος ο σαμουράι έβγαλε το σπαθί του, ζύγωσε τον γάτο και τον έκοψε στα δύο. Ο πολεμιστής αυτός ήταν ένθερμος βουδιστής και άρχισε να κατατρύχεται από τύψεις, επειδή είχε σκοτώσει ένα πλάσμα της φύσης.
Στην διαδρομή του σαμουράι προς το σπίτι του, το θρόισμα του ανέμου στα αυτιά του ακουγότανε σαν νιαούρισμα, το ίδιο τού ακουγότανε και ο θόρυβος των βημάτων του στη γη, όποιον άνθρωπο συναντούσε στον δρόμο, νόμιζε πως εκείνος νιαούριζε, στα βλέμματα των παιδιών, που έπαιζαν στις αυλές των σπιτιών τους, ο σαμουράι νόμιζε πως έβλεπε νιαουρίσματα.
Τις άλλες μέρες οι φίλοι του επίσης φαινότανε, πως νιαούριζαν αδιάκοπα, σαν τους πλησίαζε. Σ’ όλους τους τόπους, σε όλες τις περιστάσεις, ακούγονταν σπαραξικάρδια νιάου. Τις νύκτες ο σαμουράι ονειρευόταν μονάχα νιάου. Κάθε ήχος, κάθε σκέψη, κάθε πράξη της ζωής του μεταμορφωνόταν σε νιάου!
Η κατάστασή του ολοένα χειροτέρευε. Η ιδεοληψία του τον καταδίωκε και τον βασάνιζε δίχως ανάπαυλα, ακατάπαυστα. Επειδή δεν μπορούσε να βγάλει πέρα όλα αυτά τα νιάου, πήγε σ’ έναν ναό για να ζητήσει συμβουλή από ένα γέρο δάσκαλο του Ζεν.
- Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, λυτρώστε με, βοηθείστε με, τον ικέτεψε.
Ο δάσκαλος Ζεν του αποκρίθηκε:
- Εσείς, ένας πολεμιστής, πως μπορέσατε να πέσετε τόσο χαμηλά; Αν δεν είστε σε θέση να κατανικήσετε μόνος σας όλα αυτά τα νιάου, τότε σας αξίζει μονάχα ο θάνατος. Δεν έχετε άλλη λύση παρά να κάνετε χαρακίρι. Εδώ και τώρα, μπροστά μου. Παρόλα αυτά, είμαι ταγμένος στο Θεό και σας λυπάμαι. Μόλις αρχίσετε να ανοίγετε την κοιλιά σας, θα σας κόψω το κεφάλι με το σπαθί μου, για να συντομεύσω το μαρτύριό σας!
Ο σαμουράι δέχτηκε και, παρόλο που φοβόταν το θάνατο, ετοιμάστηκε για το τελετουργικό χαρακίρι. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ανακάθισε στα γόνατά του, κράτησε το στιλέτο με τα δυο του χέρια και το έστρεψε προς την κοιλιά του.
Ορθός πίσω του, ο Δάσκαλος κράδαινε το δικό του σπαθί:
- Ήρθε η ώρα, του είπε. Εμπρός.
Αργά ο σαμουράι ακούμπησε τη μύτη του σπαθιού πάνω στην κοιλιά του. Πριν προλάβει να σπρώξει το στιλέτο, για να αρχίσει να τρυπάει την σάρκα του, ο Δάσκαλος πήρε ξανά το λόγο:
- Εξακολουθείτε να ακούτε νιαουρίσματα;
- Μπα, όχι τώρα πια. Στ’ αλήθεια, όχι!
- Τότε, αν δεν υπάρχουν πια νιάου, δε χρειάζεται να πεθάνετε.
Στην πραγματικότητα, όλοι μας είμαστε ίδιοι με τούτον τον σαμουράι. Αγχώδεις, βασανισμένοι, φοβισμένοι και διστακτικοί. Τα πάντα μας ταράζουν, ακόμη και το πιο μικρό. Είναι γιατί προσπαθούμε να τοποθετήσουμε τον ψεύτικο εαυτό μας ψηλά, σε ένα δήθεν επίπεδο κι οτιδήποτε θεωρούμε, πως δεν ταιριάζει με το επίπεδό αυτό, γίνεται ένα νιάου, που μας βασανίζει. Όλα όμως τα αυτά τα φανταστικά προβλήματα που μας ταλαιπωρούν, δεν έχουν τη σπουδαιότητα, που τους αποδίδουμε.
Απέναντι στο θάνατο, τι είναι πραγματικά πιο σημαντικό;

Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Για καλό ή για κακό


Ένας φτωχός γέρος ξυλοκόπος κι ο νεαρός γιος του ζούσαν σε μια μικρή καλύβα έξω από ένα χωριό. Κάθε μέρα, ξυπνούσαν με την αυγή και πήγαιναν στο δάσος για να κόψουν ξύλα. Αργά το απόγευμα, τα φόρτωναν σε ένα κάρο και τα κουβαλούσαν στο χωριό, όπου τα πουλούσαν για μερικά νομίσματα.
Το άλογο που τραβούσε το κάρο ήταν πανέμορφο, και τόσο εντυπωσιακό, ώστε οι φήμες για τη δύναμη και την ομορφιά του είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρο το βασίλειο.
Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας ήρθε στο χωριό αναζητώντας το θρυλικό ζώο. Όταν ο γερο-ξυλοκόπος έφτασε οδηγώντας το κάρο, ο πρίγκιπας εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε προσπάθησε να αγοράσει το άλογο, προσφέροντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο γέρος, όμως απάντησε ευγενικά, πως δεν είχε καμία διάθεση, να πουλήσει το αγαπημένο του ζώο. Ευχαριστώντας τον πρίγκιπα για τη γενναιόδωρη προσφορά του, άφησε το χωριό και επέστρεψε στο σπίτι του.
Οι χωριάτες έκριναν πως ο ξυλοκόπος ήταν ηλίθιος, αφού με τα χρήματα του πρίγκιπα αυτός κι ο γιος του θα μπορούσαν να ζήσουν άνετα για όλη την υπόλοιπη ζωή τους.
Μερικές βδομάδες αργότερα, ο γέρος κι ο γιος του ξύπνησαν μια μέρα και ανακάλυψαν, πως το άλογο είχε εξαφανιστεί. Αναγκάστηκαν να σύρουν το κάρο μέχρι το χωριό με τα πόδια. Όταν οι χωριάτες τους είδαν, άρχισαν να κοροϊδεύουν λέγοντας:
- Τα είδες, γέρο; Είχαμε δίκιο. Ήσουν ηλίθιος, που δεν πήρες τα λεφτά του πρίγκιπα, επειδή με αυτή τη συμφορά που σου έτυχε, δεν έχεις πια ούτε λεφτά, ούτε άλογο.
- Αν είναι συμφορά αυτό που μου έτυχε, δεν το ξέρω, είπε ο γέρος. Ξέρω μονάχα, πως το άλογό μου εξαφανίστηκε.
- Τι μας λες τώρα; Αν δεν είναι αυτό συμφορά, τότε ποιο είναι;
Ο γέρος απλώς σήκωσε τους ώμους και γύρισε στην καλύβα με το γιο του.
Πέρασαν κάμποσες μέρες, ώσπου ένα πρωί, την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος, ο γέρος κοίταξε έξω από την πόρτα του και είδε με έκπληξη, πως το άλογό του είχε επιστρέψει, φέρνοντας μαζί του δέκα πανέμορφες άγριες φοράδες. Μαθαίνοντας τα νέα, οι χωριάτες έτρεξαν στον ξυλοκόπο λέγοντας:
- Γέρο, τελικά είχες δίκιο. Δεν ήταν συμφορά και ατυχία, που έχασες το άλογό σου, αλλά αποδείχθηκε μεγάλο καλό για εσένα! Τώρα έχεις αρκετά άλογα, που μπορείς να πουλήσεις!»
- Δεν ξέρω αν είναι καλό, που απόκτησα τόσα άλογα, απάντησε ο γέρος. Το μόνο που ξέρω είναι ότι χαίρομαι, επειδή το άλογό μου ξαναγύρισε και δεν θα χρειάζεται πλέον να σέρνουμε ο γιος μου κι εγώ το κάρο.
- Ασφαλώς και είναι καλό, είπαν οι χωριάτες. Πώς μπορείς να μην το αντιλαμβάνεσαι;
Ξανά ο γέρος γύρισε την πλάτη του κι απομακρύνθηκε, αφήνοντάς τους να σχολιάζουν.
Μια εβδομάδα μετά την επανεμφάνιση του αλόγου, ο γιος του γέρου έπεσε από μια φοράδα, που προσπαθούσε να ημερέψει και τραυματίστηκε βαριά. Μόλις έμαθαν τα νέα, οι χωριάτες έτρεξαν στην καλύβα.
- Γέρο, του είπαν, πάλι είχες δίκιο. Αποδείχθηκε πως ήταν μεγάλη ατυχία, που το άλογό σου έφερε μαζί του τις άγριες φοράδες. Τώρα ο γιος σου θα μείνει όλη του τη ζωή σακάτης και δε θα μπορεί, να σε βοηθήσει στη δουλειά.
- Δεν ξέρω αν είναι ατυχία, απάντησε ο γέρος. Ξέρω μόνο, πως ο γιος μου χτυπήθηκε βαριά. Ποιος ξέρει, τι μπορεί να βγει από κάτι τέτοιο;
Όμως οι χωριάτες συνέχιζαν να επιμένουν, πως ήταν φοβερή ατυχία.
Αρκετούς μήνες αργότερα, στην χώρα που ζούσαν, ξέσπασε πόλεμος. Στρατολόγοι ήρθαν στο χωριό και μάζεψαν όλους τους νεαρούς, που μπορούσαν να πολεμήσουν. Όλους, εκτός από έναν. Άφησαν πίσω το γιο του ξυλοκόπου, που κούτσαινε και δεν μπορούσε φυσικά να γίνει στρατιώτης.
Οι χωριάτες πήγαν και πάλι να βρουν το γέρο με δάκρυα στα μάτια.
- Γέρο, πάλι είχες δίκιο, του είπαν. Δεν ήταν ατυχία, που ο γιος σου έπεσε και χτύπησε. Ήσουν πολύ τυχερός, επειδή τώρα θα τον έχεις κοντά σου, ενώ οι δικοί μας γιοι κινδυνεύουν να σκοτωθούν στον πόλεμο και να μη τους ξαναδούμε ζωντανούς.
- Δε θα μάθετε λοιπόν ποτέ, συγχωριανοί μου, τους είπε ο γέρος με μια βαθιά συμπόνια στη φωνή του. Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν ένα πράγμα είναι ευλογία ή συμφορά, τη στιγμή που αυτό συμβαίνει. Μονάχα ο Θεός μπορεί να το γνωρίζει, επειδή μόνο Αυτός το επιτρέπει να γίνει!

Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Το χρώμα του μπουφάν


Κάποια μέρα, ο καθηγητής της φωτογραφίας, στη διάρκεια του μαθήματος, ρώτησε τους σπουδαστές του,
- Τι χρώμα είναι το μπουφάν που φοράει η Κέιτι;
- Είναι κόκκινο, απάντησαν οι σπουδαστές.
- Ορκίζεστε ότι το χρώμα είναι κόκκινο κι ότι δεν μπορεί να αλλάξει;
- Ορκιζόμαστε! Μόνο αν το βάψουμε με άλλο χρώμα, θα αλλάξει από κόκκινο το μπουφάν, διαβεβαίωσαν οι σπουδαστές.
- Τόσο σίγουροι λοιπόν είσαστε!
Ο καθηγητής προχώρησε στα παράθυρα της αίθουσας, τράβηξε τις βαριές κουρτίνες και σκοτάδι έπεσε στην αίθουσα. Αμέσως μετά ο καθηγητής πάτησε έναν διακόπτη και λευκό φως πλημμύρισε την αίθουσα. Ο καθηγητής ρώτησε ξανά:
- Συνεχίζετε να βλέπετε κόκκινο το χρώμα του μπουφάν;
- Βεβαίως, απάντησαν οι σπουδαστές.
Ο καθηγητής πίεσε έναν διαφορετικό διακόπτη και στη συνέχεια άρχισε να φωτίζει διαδοχικά την αίθουσα με διαφορετικό χρώμα φωτός κάθε φορά, ρωτώντας τους σπουδαστές του, αν συνεχίζουν να βλέπουν να είναι κόκκινο το μπουφάν της Κέιτι.
Παραξενεμένοι εκείνοι απαντούσαν πως δεν έβλεπαν να είναι το μπουφάν κόκκινο, αλλά ανάλογα με το χρώμα του φωτός, που διέλυε το σκοτάδι της αίθουσας, βλέπανε και το μπουφάν να αλλάζει χρώμα και να φαίνεται μπλε, μωβ κλπ.
- Πιστεύω να καταλάβατε, είπε ο καθηγητής, πως το μπουφάν της Κέιτι μπορεί να αλλάξει διάφορα χρώματα, χωρίς κατ’ ανάγκη να βαφεί με μπογιά. Να θυμάστε πως αυτό που είδατε σήμερα, συνέχισε να μιλάει ο καθηγητής, δεν ισχύει μόνο στο χρώμα, αλλά ισχύει και στην ίδια τη ζωή. Να μην είσαστε λοιπόν ποτέ απόλυτα σίγουροι, πως τα πράγματα είναι όπως τα αντιλαμβάνεστε, αλλά να μπορείτε να έχετε μυαλό ανοικτό και να ακούτε τις απόψεις, που υποστηρίζουν κάτι διαφορετικό από αυτό που βλέπετε και πιστεύετε. Βλέπετε καμιά φορά τα πράγματα αλλάζουν, επειδή αλλάζουν οι συνθήκες γύρω τους, οπότε αυτό που γνωρίζατε σαν αλήθεια, να έχει διαφοροποιηθεί με την έλευση νέων δεδομένων ή την τοποθέτησή του σε διαφορετικό πλαίσιο. Αν λοιπόν ερευνήσετε και ανακαλύψετε, πως ότι γνωρίζατε έχει πάψει να ισχύει, μην ντραπείτε να το δεχθείτε και να υιοθετήσετε την νέα γνώση, αλλιώς να συνεχίζετε να πιστεύετε, ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή γνωρίζατε και συνεχίστε την πορεία σας.