Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Δυο φίλοι στην έρημο


Η ιστορία δυο φίλων που περπατούσαν στην έρημο.
Κάποια στιγμή τσακώθηκαν και ο ένας από τους δύο έδωσε ένα χαστούκι στον άλλο.
Αυτός ο τελευταίος, πονεμένος, αλλά χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο: 

ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΧΑΣΤΟΥΚΙΣΕ.
Συνέχισαν να περπατούν μέχρι που βρήκαν μια όαση, όπου αποφάσισαν να κάνουν μπάνιο. Αλλά αυτός που είχε φάει το χαστούκι, παραλίγο να πνιγεί και ο φίλος του τον έσωσε.
Όταν συνήλθε, έγραψε πάνω σε μια πέτρα:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ.
Αυτός που τον είχε χαστουκίσει και στη συνέχεια του έσωσε τη ζωή, τον ρώτησε:
« Όταν σε χτύπησα, έγραψες πάνω στην άμμο , όταν σε γλύτωσα από τον πνιγμό, έγραψες πάνω στην πέτρα. 

Γιατί; »
Ο άλλος φίλος απάντησε :
« Όταν κάποιος μας πληγώνει, το γράφουμε στην άμμο, όπου οι άνεμοι της συγνώμης μπορούν να το σβήσουν. Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, το χαράζουμε στην πέτρα, όπου κανένας άνεμος και κανένα στοιχείο στης φύσης δεν μπορεί να το σβήσει. »
Γράφουμε τις τραυματικές εμπειρίες μας στην άμμο.
Χαράζουμε τις χαρούμενες αναμνήσεις μας στη 

πέτρα .
Σταθμοί εργασίας στον Παράδεισο


Είδα στον ύπνο μου, πως επισκέφθηκα τον Παράδεισο κι ένας άγγελος ανέλαβε, να με ξεναγήσει.
Περπατούσαμε δίπλα-δίπλα σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη με αγγέλους. Ο άγγελος οδηγός μου σταμάτησε μπροστά στον πρώτο σταθμό εργασίας και είπε:
« Αυτό είναι το Τμήμα Παραλαβής. Εδώ παραλαμβάνουμε όλες τις αιτήσεις, που φτάνουν στον Θεό με τη μορφή προσευχής. »
Κοίταξα γύρω-γύρω στον χώρο. Έσφυζε από κίνηση, με τόσο πολλούς αγγέλους να βγάζουν και να ταξινομούν αιτήσεις γραμμένες σε ογκώδεις στοίβες από χαρτιά και σημειώματα, ανθρώπων από όλο τον κόσμο.
Μετά, προχωρήσαμε σε έναν μακρύ διάδρομο, μέχρι που φτάσαμε στον δεύτερο σταθμό. Ο άγγελος μου είπε:
« Αυτό είναι το Τμήμα Συσκευασίας και Παράδοσης. Εδώ οι χάρες και οι ευχές που έχουν ζητηθεί, προωθούνται και παραδίδονται σ' αυτούς, που τις ζήτησαν. »
Πρόσεξα και πάλι πόση κίνηση είχε και εδώ. Αμέτρητοι άγγελοι πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας σκληρά, αφού τόσες πολλές επιθυμίες είχαν ζητηθεί και συσκευάζονταν, για να παραδοθούν στη γη.
Τέλος, στην άκρη ενός μακρινού διαδρόμου, σταματήσαμε στην πόρτα ενός πολύ μικρού σταθμού. Προς μεγάλη μου έκπληξη μόνο ένας άγγελος καθόταν εκεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικά τίποτα.
« Αυτό είναι το Τμήμα των Ευχαριστιών, » μου είπε σιγανά ο φίλος άγγελός μου.
Έδειχνε λίγο ντροπιασμένος.
« Πώς γίνεται αυτό; Δεν υπάρχει δουλειά εδώ; » ρώτησα.
« Είναι λυπηρό, » αναστέναξε ο άγγελος. « Αφού παραλάβουν τις χάρες τους οι άνθρωποι, πολύ λίγοι στέλνουν ευχαριστήρια. »
« Πως μπορεί κάποιος να ευχαριστήσει τον Θεό, για τις ευλογίες που παρέλαβε; » ρώτησα πάλι.
« Πολύ απλά, » απάντησε. «Χρειάζεται μόνο να πεις: Ευχαριστώ Θεέ μου! »
Στο δωμάτιο του Νοσοκομείου


Δύο άνδρες και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Ο ένας άνδρας για θεραπευτικούς λόγους σηκωνότανε όρθιος δίπλα στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα.
Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου.
Ο άλλος άνδρας έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του βασανιστικά ξαπλωμένος.
Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες αδιάκοπα. Μιλούσαν για τις γυναίκες τους και τις οικογένειές τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στο στρατό, που πήγαν διακοπές.
Κάθε απόγευμα, ο άνδρας που ήτανε δίπλα στο παράθυρο, επειδή μπορούσε να σηκωθεί, σηκωνότανε και περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον «συγκάτοικό» του, όλα όσα μπορούσε να δει έξω από το παράθυρο.
Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι που άκουγε, άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους, άρχιζε να χαίρεται την ώρα αυτή της περιγραφής και έτσι μπορούσε να ανοιχτεί και να αναζωογονηθεί ο δικός του κόσμος από όλη τη δραστηριότητα και χρώμα από τον «έξω» κόσμο, που τόσο γλαφυρά του περιέγραφε ο «συγκάτοικός» του.
Το παράθυρο ,όπως του έλεγε, έβλεπε σε ένα πάρκο με μια όμορφη λιμνούλα.
Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά, ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια και μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης μπορούσε να ειδωθεί στο βάθος.
Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλο αυτό το θέαμα με θεσπέσια λεπτομέρεια, ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό. Έκλεινε τα μάτια του και ένοιωθε τον εαυτόν του εκεί έξω.
Ένα ζεστό απόγευμα, ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε μία παρέλαση που περνούσε. Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική , μπορούσε να τη δει μα τα μάτια του μυαλού του, καθώς ο κύριος δίπλα στο παράθυρο την απεικόνιζε με παραστατικές λέξεις .
Μέρες, βδομάδες και μήνες πέρασαν. Ο ένας σηκωνότανε και περιέγραφε στον άλλο που δεν μπορούσε να σηκωθεί, ότι έβλεπε έξω.
Ένα πρωί, η πρωινή νοσοκόμα στην επίσκεψή της στο δωμάτιο των ασθενών αντίκρισε το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο, ο οποίος πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του.
Λίγες μέρες μετά, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί στη θέση που άφησε κενή ο «συγκάτοικος» του, δίπλα στο παράθυρο. Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή και εφόσον σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο.
Σιγά, επώδυνα, στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα να δει για πρώτη φορά του τον έξω κόσμο.
Πάσχισε να γείρει, να δει έξω από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι.
Όμως, αντίκρισε ένα λευκό τοίχο.
Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα, αν ήτανε καλά στα μυαλά του ο συχωρεμένος συγκάτοικός του και τι τον ανάγκαζε, να του περιγράφει τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο κάθε απόγευμα.
Η νοσοκόμα αποκρίθηκε, πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο. Πρόσθεσε, πως ίσως ο τυφλός ήθελε απλά να εμψυχώσει τον συγκάτοικό του.
Υπάρχει πελώρια ευτυχία στο να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους, ακόμη κι όταν εσύ βρίσκεσαι σε δύσκολη κατάσταση.
Μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη, αλλά η ευτυχία, όταν μοιράζεται, διπλασιάζεται.
Αν θες να νιώθεις πλούσιος, απλά μέτρα όλα τα πράγματα που έχεις, τα οποία δεν αγοράζονται με χρήματα και χαμογέλα από τη καρδιά σου, για να φανεί και στο πρόσωπο σου.
Η κλήση για υπερβολική ταχύτητα


Ο Ιάκωβος έριξε μία ματιά στο κοντέρ του αυτοκινήτου του, πριν κόψει ταχύτητα, Πήγαινε με 100 σε περιοχή με όριο ταχύτητας 50. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, αλλά όχι εντελώς έξω από το ρεύμα κυκλοφορίας. Άσε τον αστυνομικό να ανησυχεί για την παρεμπόδιση της κυκλοφορίας, σκέφτηκε.
Ο αστυνομικός βγήκε από το περιπολικό. Ο Ιάκωβος δεν πίστευε στα μάτια του, ήταν ο Στέφανος από την εκκλησία! Ο Ιάκωβος βούλιαξε στο κάθισμά του. Αυτό ήταν χειρότερο από πρόστιμο, ένας πιστός αστυνομικός να πιάνει έναν αδελφό από την εκκλησία και μάλιστα για υπερβολική ταχύτητα.
Βγήκε από το αμάξι του και πλησίασε, ενώ αυτό δεν επιτρέπεται, τον άνθρωπο που έβλεπε κάθε Kυριακή και που δεν τον είχε δει ποτέ με στολή.
- Γεια σου, Στέφανε.
- Γεια σου, Ιάκωβε.
- Μάλλον με έπιασες στα πράσα, βιαζόμουν, ξέρεις να πάω στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου.
- Μάλλον, απάντησε μονολεκτικά ο αστυνομικός.
- Άστα βρε παιδί μου τελευταία καθόμουν μέχρι αργά στο γραφείο. Φοβάμαι, πως έτρεχα λίγο παραπάνω στο δρόμο.
- Καταλαβαίνω, ότι γενικά το πατάς το γκάζι του είπε ο αστυνομικός.
Ωχ. Αυτό δεν ήταν και τόσο καλό. Ώρα να αλλάξουμε σκέφτηκε ο Ιάκωβος και άλλαξε τακτική.
- Δηλαδή με πόσο λες ότι πήγαινα;
- Με 90. Κάθισε πάλι στο αυτοκίνητό σου, παρακαλώ, είπε σοβαρά ο αστυνομικός.
- Να σου πω Στέφανε, περίμενε λίγο. Το κοίταξα ακριβώς πριν με σταματήσεις. Σχεδόν άγγιζα τα 65.
- Σε παρακαλώ, Ιάκωβε μπες μέσα.
Θυμωμένος ο Ιάκωβος μπήκε απότομα στο αυτοκίνητο και έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Έμεινε έτσι κοιτάζοντας εκνευρισμένος μπροστά. Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι του. Είδε τον Στέφανο με ένα διπλωμένο χαρτί στο χέρι.
Ο Ιάκωβος άνοιξε ελάχιστα το παράθυρο ίσα-ίσα για να χωρέσει η κλήση.
- Ευχαριστώ πολύ!
Δεν μπόρεσε να μην το πει με ειρωνεία.
Ο Στέφανος γύρισε στο περιπολικό χωρίς άλλη κουβέντα, καθώς ο Ιάκωβος ξεδίπλωνε το χαρτί που του είχε δώσει, για να δει πόσο θα του κόστιζε η κλήση που πήρε.
Άρχισε να διαβάζει:
« Αγαπητέ μου Ιάκωβε, κάποτε είχα μία κόρη. Ήταν έξι χρονών όταν σκοτώθηκε, επειδή την χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Καλά το μάντεψες, ο οδηγός του αυτοκινήτου έτρεχε υπερβολικά .
Ο οδηγός πλήρωσε το πρόστιμο, έκανε τρεις μήνες στη φυλακή και μετά ήταν ελεύθερος. Ελεύθερος να αγκαλιάσει τις τρεις κόρες του. Εγώ είχα μόνο μία και θα πρέπει να περιμένω να πάω στον ουρανό, για να την αγκαλιάσω. Προσπάθησα χίλιες φορές να συγχωρέσω αυτόν τον άνθρωπο, που σκότωσε την κόρη μου. Χίλιες φορές νόμιζα, ότι τα κατάφερα. Ίσως να τα κατάφερα, αλλά το χρειάζομαι ξανά. Ακόμη και τώρα. Προσευχήσου για μένα. Και πρόσεχε. Ο γιος μου είναι το μόνο, που μου έχει μείνει. Στέφανος. »
Ο Ιάκωβος γύρισε το κεφάλι του. Μόλις που πρόλαβε να δει το περιπολικό, που είχε ήδη απομακρυνθεί. Το κοιτούσε, μέχρι που εξαφανίστηκε. Ένα ολόκληρο τέταρτο μετά έφυγε και εκείνος, οδηγώντας πολύ αργά και ζητώντας από τον Θεό, να τον συγχωρέσει !
Η πιο καλή πράξη


Ένας πατέρας, όταν γέρασε, μοίρασε την περιουσία του στους γιους του.
Έξω όμως από την μοιρασιά άφησε ένα πολύτιμο δαχτυλίδι με ένα τεράστιο διαμάντι, δεμένο επάνω του.
« Αυτό, » είπε στα παιδιά του , « θα το δώσω σε εκείνον, που έχει κάμει την πιο καλή πράξη. »
« Έμενα, » του είπε ο ένας, μου είχε εμπιστευθεί ένας φίλος μου ένα τεράστιο χρηματικό ποσό. Χωρίς κανένα χαρτί. Χωρίς καμιά απόδειξη. Μπορούσα να τον γελάσω. Και να τα κρατήσω όλα! Μα του τα επέστρεψα όλα! Δεν είναι σπουδαία πράξη αυτό; »
« Καλή είναι η πράξη σου, παιδί μου. Αλλά αλίμονο αν δεν το έκανες αυτό. Δεν θα ήσουν έντιμος άνθρωπος. Θα ήσουν απατεώνας και καταχραστής. Αν ενεργούσες αλλιώς, θα έπρεπε να ντρέπεσαι σε όλη σου την ζωή. »
« Εγώ, » είπε ο δεύτερος, « είδα μια φορά ένα παιδάκι, πού είχε πέσει στην θάλασσα και από στιγμή σε στιγμή θα πνιγόταν. Βούτηξα λοιπόν στη θάλασσα με τα ρούχα και το έσωσα! Δεν είναι σπουδαία η πράξη αυτή; »
« Έκαμες, παιδί μου, απλώς το χρέος σου. Τίποτε περισσότερο! Αλλοίμονο να άφηνες το μικρό παιδί να πνιγεί! Αυτό δεν το κάνουν ούτε οι άνθρωποι του υποκόσμου! »
« Εγώ, » είπε ο τρίτος, « βρήκα τον εχθρό μου να κοιμάται σε ένα απόκρημνο βράχο. Είχε στον ύπνο του μετακινηθεί λίγο και κινδύνευε να πέσει κάτω στον γκρεμό και να σκοτωθεί. Τον ξύπνησα λοιπόν και τον τράβηξα μακριά από τον βράχο. Και έτσι 

σώθηκε. »
Γεμάτος χαρά και με όψη που έλαμπε, είπε ο γέρος πατέρας:
« Μπράβο, παιδί μου! Αυτή είναι αληθινά σπουδαία πράξη. Να κάνεις πάντοτε το καλό , αδιαφορώντας αν το καρπώνεται ακόμη κι ο εχθρός σου. Ακόμη περισσότερο, όταν με την πράξη σου αυτή, τον γλυτώνεις από τη συμφορά που θα πάθαινε , αν δεν ήσουν εσύ εκεί πρόθυμος, να τον σώσεις. »
Αυτό που θέλεις δεν είναι πάντα κι αυτό που χρειάζεσαι


Μια φορά κάποιος ζήτησε απ’ το Θεό ένα λουλούδι και μια πεταλούδα.
Ο Θεός όμως αντί γι’ αυτά του έδωσε ένα κάκτο και μια κάμπια.
Αυτό στεναχώρησε τον άνθρωπο. Δεν μπόρεσε να καταλάβει, γιατί δεν πήρε, αυτό που ζήτησε.
Είπε μέσα του λοιπόν:
-Ο Θεός έχει να νοιαστεί για τόσους ανθρώπους.
Και αποφάσισε, να μην ζητήσει εξηγήσεις.
Μετά από λίγο καιρό πήγε να κοιτάξει αυτά, που του είχαν δοθεί και τα είχε ξεχάσει.
Προς έκπληξή του, απ’ τον αγκαθωτό και άσχημο κάκτο είχε φυτρώσει ένα όμορφο λουλούδι.
Και η άσχημη κάμπια είχε μεταμορφωθεί σε μια υπέροχη πεταλούδα.
Ο Θεός τα κάνει πάντα όλα σωστά!
Ο τρόπος που ενεργεί είναι πάντοτε ο καλύτερος, ακόμα κι αν σε μας φαίνεται λανθασμένος.
Αν ζήτησες από το Θεό κάτι και πήρες κάτι διαφορετικό, δείξε Του εμπιστοσύνη.
Μπορείς να είσαι σίγουρος, πως Αυτός θα σου δίνει πάντοτε, αυτό που χρειάζεσαι τη κατάλληλη στιγμή.
Αυτό που θέλεις, δεν είναι πάντα κι αυτό που χρειάζεσαι!
Το αγκάθι του σήμερα, είναι το λουλούδι του αύριο!
Ο Θεός σου δίνει πάντοτε, αυτό που χρειάζεσαι !