Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

Οι δυο καθηγητές


Ένας νεαρός κύριος συναντά έναν ηλικιωμένο.
-Με θυμάστε;
-Όχι.
-Υπήρξα μαθητής σας.
-Τι κάνεις; Με τι ασχολείσαι;
-Έγινα κι εγώ καθηγητής.
-Κρίνεις ότι είσαι καλός στη δουλειά σου;
-Η αλήθεια είναι πως ναι. Εσείς με εμπνεύσατε και ήθελα να σας μοιάσω.
Περίεργος ο ηλικιωμένος κύριος, ρωτά να μάθει τι του έμεινε στο μυαλό και τον ενέπνευσε σε τέτοιο βαθμό ώστε να θέλει να γίνει κι ο ίδιος καθηγητής. Και ο νεαρός του διηγείται την ακόλουθη ιστορία.
-Κάποια μέρα ένας συμμαθητής μου , που ήταν και φίλος μου , ήλθε στην τάξη και μου έδειξε ένα πανέμορφο καινούργιο ρολόι, που είχε στην τσέπη του. Δεν άντεξα στον πειρασμό και κάποια στιγμή του το έκλεψα. Σε λίγο, αντιλήφθηκε ότι το ρολόι έλειπε από την τσέπη του και αμέσως ενημέρωσε τον καθηγητή, που μας δίδασκε εκείνη την στιγμή στην τάξη, που ήσασταν εσείς. Εσείς, λοιπόν, απευθυνθήκατε στην τάξη και είπατε:
- Το ρολόι κάποιου συμμαθητή σας εκλάπη κατά την διάρκεια του τρέχοντος μαθήματος. Όποιος το έκλεψε, παρακαλώ να το επιστρέψει αμέσως.
-Ντράπηκα τόσο πολύ την ταπείνωση μπροστά στους συμμαθητές μου, που δεν τόλμησα να αποκαλυφθώ. Έπειτα εσείς κλείσατε την πόρτα, μας είπατε όλους να σταθούμε όρθιοι και ότι θα ψάχνατε τις τσέπες όλων μας, μέχρι να το βρείτε. Αλλά θέσατε και μια προϋπόθεση. Ότι έπρεπε να έχουμε όλοι μας τα μάτια μας κλειστά, για να μην δούμε τον ένοχο. 

Έτσι και συνέβη. Όταν φτάσατε σε μένα, το βρήκατε στην τσέπη μου και το πήρατε. Όμως συνεχίσατε το ψάξιμο στις τσέπες όλων και όταν τελειώσατε, μας είπατε:
« Και τώρα, μπορείτε να ανοίξετε τα μάτια σας όλοι. Το ρολόι βρέθηκε! » 
Δεν αναφέρατε ποτέ το όνομά μου στην τάξη και ούτε μου σχολιάσατε ποτέ το περιστατικό σε προσωπικό επίπεδο. Περίμενα να με επιπλήξετε και να μου κάνετε κατήχηση, αλλά τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Εκείνη την ημέρα σώσατε την αξιοπρέπειά μου για πάντα. Εκείνη ήταν η πιο ντροπιαστική μέρα της ζωής μου όλης και μου δώσατε με τον τρόπο σας ένα ηχηρό μάθημα. Θυμηθήκατε τώρα το περιστατικό κ. Καθηγητά;
-Ναι, ακούγοντάς σε, τα θυμήθηκα όλα. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν θυμάμαι και αυτό είσαι εσύ, γιατί κι εγώ είχα τα μάτια μου κλειστά όταν σας έψαχνα όλους!!!
Τέτοιοι καθηγητές χαράζουν ψυχές και μένουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στη μνήμη των μαθητών.
Αυτό που ψάχνει ο Άνθρωπος και δεν το βρίσκει


Μια φορά και ένα καιρό ήταν ο Άνθρωπος. Ξεκίνησε από το μηδέν. Προόδευσε όμως. Έφτιαξε μηχανές, σπίτια, βελτίωσε τον τόπο ζωής του, πέταξε ψηλά, ταξίδεψε παντού.
Όμως σε όλη αυτή την διαδρομή κάτι άλλο έψαχνε και δεν μπορούσε να το βρει. Δεν μπορούσε να καταλάβει, τι ήταν αυτό. Αλλά πάντα ότι και να έκανε, πάντα του φαινόταν πως κάτι έλειπε!
Και έτσι αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι, μήπως και τελικά μπορέσει να βρει, αυτό που του έλειπε.
Στο δρόμο καθώς διάβαινε, συνάντησε την Ματαιοδοξία μαζί με την Απληστία. Τους εξήγησε, για το τι έψαχνε.
-Εμάς ψάχνεις του αποκρίθηκαν.
-Σίγουρα; τους λέει.
-Ναι, έλα να σου δείξουμε το βασίλειό μας.
Και ο άνθρωπος τις ακολούθησε. Τον οδήγησαν μέσα από ακριβά σπίτια, ακριβά αυτοκίνητα, όμορφους κήπους, βουνά από χρυσάφι και ασήμι.
Ο Άνθρωπος θαμπώθηκε. Αυτό έψαχνα μάλλον,
είπε από μέσα του. Μετά από ώρα έφτασαν σε μια φυλακή. Η φυλακή ήταν γεμάτη από άλλους ανθρώπους. Καλοντυμένους και περιποιημένους.
-Για να αποκτήσεις όλα αυτά, του είπαν, πρέπει να κλειστείς μέσα σε αυτή την φυλακή. Θα βγαίνεις για λίγο, θα τα απολαμβάνεις και μετά θα σε ξαναρίχνουμε εδώ.
-Α δεν νομίζω να ψάχνω για κάτι τέτοιο, είπε ο Άνθρωπος και έφυγε.
Συνέχισε το ταξίδι του μέχρι που αντάμωσε στον δρόμο την Εξουσία. Τον οδήγησε μέσα από βασίλεια και παλάτια, αλλά κατέληξαν στην ίδια φυλακή.
Και έτσι ο Άνθρωπος έφυγε και από εκεί.
Μετά από καιρό και πολύ κόπο, και ενώ είχε χάσει σχεδόν την ελπίδα του, βρήκε την Προπαγάνδα και τον Ολοκληρωτισμό.
Του εξήγησαν πόσο ξεχωριστός και διαφορετικός είναι από όλους τους άλλους. Του είπαν, ότι αν τους ακολουθούσε, θα ζούσε μια ζωή, έτσι όπως του άξιζε. Με ανθρώπους που άρμοζαν στο επίπεδό του.
Ο Άνθρωπος σκέφτηκε και ρώτησε:
-Ποια είναι η δική σας φυλακή.
-Δεν υπάρχει φυλακή του είπε η Προπαγάνδα. Μόνο μια προϋπόθεση.
-Να την ακούσω, είπε ο Άνθρωπος.
-Θα πρέπει να ζήσεις με το Μίσος.
-Να το γνωρίσω πρώτα, είπε και έφυγαν για το σπίτι του Μίσους.
Το σπίτι του Μίσους ήταν ερειπωμένο και βρώμικο, αλλά με πολύ κόσμο μέσα. Α εδώ δεν θα νιώθω μοναξιά, είπε ο Άνθρωπος στον εαυτό του. Μόλις όμως αντίκρισε το Μίσος, τρόμαξε. Δεν περίμενε, να είναι τόσο άσχημο. Μάλλον δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, σκέφτηκε. Ήταν τόσο κουρασμένος, που δεν μπορούσε να φύγει. Και αποφάσισε να μείνει για ένα βράδυ.
Το βράδυ όμως, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Το στρώμα ήταν σκληρό και έκανε κρύο. Τα σκεπάσματα ήταν λίγα και το κρεβάτι μικρό. Το πρωί ξύπνησε, περισσότερο κουρασμένος από ποτέ. Το Μίσος του έβαλε να φάει.
Το φαγητό όμως και αυτό ήταν άνοστο και καμένο. Δεν μπορούσε να χαρεί τίποτα σε εκείνο το σπίτι. Οι ώρες του φαίνονταν χρόνια. Εδώ είναι χειρότερα και από φυλακή, σκέφτηκε και έτσι αποφάσισε, να φύγει.
Πήρε ξανά τον δρόμο την αναζήτησης. Ταξίδευε χρόνια. Κατά διαστήματα συναντούσε διάφορα. Το Χρήμα, την Οργή, την Ζήλια, τον Εγωισμό και άλλους.
Κανένα όμως δεν ήταν, αυτό που αποζητούσε. Όλα τον οδηγούσαν σε μια φυλακή. Τα πόδια του είχαν πρηστεί από το περπάτημα. Διψούσε και πεινούσε πολύ. Και ξαφνικά, ενώ δεν είχε δει κανέναν για καιρό, βλέπει μια όμορφη γυναίκα.
-Γεια σου, της λέει, είμαι ο Άνθρωπος.
-Γεια σου και σένα, του απαντά. Είμαι η Ελευθερία.
-Θα με πάρεις μαζί σου; της λέει. Ότι ακολούθησα, το μετάνιωσα. Κουράστηκα να περιπλανιέμαι. Κουράστηκα να αναζητώ κάτι τόσο άπιαστο, κάτι που ίσως και μην υπάρχει.
-Και εγώ κουράστηκα του λέει. Κουράστηκα να με κουβαλάν τόσο χρόνια οι άνθρωποι, αλλά να μη με χρησιμοποιούν. Να με έχουν δίπλα τους, αλλά να μην με θέλουν. Να με νιώθουν, αλλά να με φοβούνται.
Ο Άνθρωπος παραξενεύτηκε. Πως είναι δυνατόν, να είναι τόσα χρόνια πλάι του αυτή την όμορφη κοπέλα και να μην την βλέπει.
-Εγώ, της λέει, δεν σε έχω δει ποτέ.
-Κι όμως, με κουβαλάς και συ μαζί σου πάντα. Άσχετα αν δεν θες, να το παραδεχθείς. Γιατί με φοβάσαι.
-Και γιατί να σε φοβάμαι, ρωτά απορημένος.
-Γιατί μαζί μου ζει και η Ευθύνη. Και οι άνθρωποι ναι μεν θέλουν την ελευθερία τους, αλλά θέλουν να την αποκτήσουν χωρίς την ευθύνη.
-Αυτή είναι η δική σου φυλακή λοιπόν ε; Η Ευθύνη;
Και η Ελευθερία του απάντησε.
-Ο κάθε άνθρωπος θέλει, να κλείνεται πάντα σε μια φυλακή. Και αυτό γιατί δεν μπορεί, να επιλέξει την ελευθερία. Την φοβάται, γιατί νομίζει ότι η ευθύνη που θα την συνοδεύσει, είναι και αυτή μια φυλακή. Και την απορρίπτει, ενώ κλείνεται σε μεγαλύτερες φύλακές και πιο σκληρές. Προτιμά να εξουσιάζεται, παρά να εξουσιάσει τον ίδιο του τον εαυτό. Προτιμά να του λένε οι άλλοι τι να κάνει , παρά να αυτοπειθαρχεί στον εαυτό του. Προτιμά να ρίχνει το βάρος και το λάθος σε άλλους, παρά να αναλάβει τις ευθύνες του. Και έτσι, η Ελευθερία φαντάζει κάτι δύσκολο και άπιαστο. Και επιλέγει την σκλαβιά. Και όχι μόνο την επιλέγει, αλλά φοβάται να μην την χάσει κιόλας.
-Μα εγώ λέει ο Άνθρωπος, δεν θέλω να ζω στην σκλαβιά, θέλω εσένα.
-Με έχεις, του λέει, εσύ επέλεξες, να μην σκλαβωθείς και να βρεθώ τελικά στον δρόμο σου. Εσύ απέρριψες όλες τις φυλακές, όσο ελκυστικές και να φαινόντουσαν αρχικά.
Εσύ περπάτησες τόσο δρόμο για να με βρεις. Μόνο μαζί μου θα βρεις τη Ελπίδα, την Αγάπη, την Ειρήνη, την Ηρεμία.
Και έτσι ο Άνθρωπος πήρε από το χέρι την Ελευθερία, αγκάλιασε την Ευθύνη και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς, θα δούμε !
Οι άνθρωποι έχουμε το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης, αλλά το απεμπολούμε . Νομίζουμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι. Δεν τολμούμε να είμαστε ελεύθεροι.
Και εκεί πατούν όλοι οι δυνάστες και κυβερνούν και ορίζουν τις ζωές μας.
Και όσο τους αφήνουμε να μας πατούν στο κ
εφάλι και δεν αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας, πάντα θα ζούμε μέσα σε μια φυλακή !