Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Ο Σίμωνας ο τσαγκάρης


Ήτανε μια φορά ένας τσαγκάρης που τον έλεγαν Σίμωνα. Ο άνθρωπος αυτός, ζούσε με τη γυναίκα του και τα παιδιά του σ’ ένα χωριάτικο καλύβι και κέρδιζε το ψωμί του με τη δουλειά του. Η δουλειά του ήταν φτηνή μα το ψωμί ακριβό κι όσα κι αν κέρδιζε, τα ξόδευε για την τροφή τους.
Ένα πρωί ξεκίνησε να πάει στο χωριό, για να αγοράσει ρούχα, επειδή τα ρούχα της οικογένειάς του παλιοκαιρίσανε και λιώσανε. Είχε μαζί του κάτι λίγα χρήματα και ήλπιζε πως θα μπορούσε να πάρει επιπλέον χρήματα, που τον χρωστούσανε κάποιοι χωρικοί. Δυστυχώς όμως δεν μπόρεσε να πάρει τα χρωστούμενα και ο έμπορος δεν του έδωσε ρούχα με πίστωση, οπότε αναγκάστηκε ο Σίμωνας να πάρει τον δρόμο για το καλύβι του. Πριν εγκαταλείψει το χωριό βρήκε καιρό και ήπιε στα όρθια ένα ποτό στην ταβέρνα του χωριού για να ζεσταθεί και να αντέξει το κρύο της επιστροφής.
Στον δρόμο συνάντησε στην εξώθυρα ενός ξωκλησιού έναν νεαρό άνδρα γυμνό εντελώς να μένει ασάλευτος μέσα στο χιόνι. Στην αρχή ο Σίμωνας τάχυνε το βήμα του και προσπέρασε τον νεαρό άνδρα, δίχως να ρίξει ματιά επάνω του. Όσο προχωρούσε όμως τόσο μετάνιωνε για την συμπεριφορά του και τελικά επέστρεψε δίπλα στον γυμνό άνδρα. Εκείνος άνοιξε τα μάτια του και ο Σίμωνας τον βοήθησε να σηκωθεί, του έδωσε να φορέσει το παλτό του και κρατώντας τον από το μπράτσο σιγά-σιγά προχωρήσανε προς το καλύβι του Σίμωνα.
Στο καλύβι η γυναίκα του Σίμωνα περίμενε τον άνδρα της να έρθει με τα καινούργια ρούχα. Βλέποντας τον χωρίς δέματα στα χέρια του, να έρχεται με κάποιον άγνωστο, που φαινόταν να φοράει μόνο το φθαρμένο παλτό του άνδρα της, εκνευρίστηκε και μίλησε άσχημα στον Σίμωνα, αρνούμενη να τους βάλει να φάνε, όπως την παρακάλεσε ο άνδρας της.
- Ματριόνα, δεν έχεις στάλα αγάπη του Θεού;
Ακούγοντας τα λόγια του άντρα της η Ματριόνα, καθώς κοίταζε τον ξένο, η καρδιά της άξαφνα μαλάκωσε. Ξαναγύρισε απ’ την πόρτα και, πηγαίνοντας στο τζάκι, έβγαλε το βραδινό φαγητό. Κάθισε στη γωνιά του τραπεζιού στηρίζοντας το κεφάλι της πάνω στο χέρι της και κοιτάζοντας τον ξένο. Και η Ματριόνα λυπήθηκε τον ξένο κι άρχισε να τον συμπαθεί. Κι αμέσως το πρόσωπο του ξένου φωτίστηκε. Σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε στη Ματριόνα.
Όταν απόφαγαν, η γυναίκα σήκωσε τα πράγματα απ’ το τραπέζι κι άρχισε να κάνει στον ξένο ερωτήσεις, από πού είναι, πως βρέθηκε στα μέρη τους, αν τον ληστέψανε και του πήραν τα ρούχα του και τον άφησαν τσίτσιδο. Ο ξένος το μόνο που απάντησε ήταν πως τον λένε Μιχάλη, πως δεν τον ληστέψανε, αλλά τον τιμώρησε ο Θεός και πως ο Θεός θα τους ανταμείψει, που δείξανε συμπόνια και τον τάισαν, τον πότισαν και τον έντυσαν!
Ο Σίμωνας με την συγκατάθεση της γυναίκας του πρότεινε στον Μιχάλη, να του μάθει την δουλειά του τσαγκάρη και να τον κρατήσουνε στο καλύβι τους. Με χαρά ο Μιχάλης δέχτηκε. Επιπλέον αποδείχθηκε πολύ εύστροφος και δεξιοτέχνης κι έμαθε τόσο γρήγορα την δουλειά του τσαγκάρη, που η φήμη του σαν παραγιού ξαπλώθηκε σε εκείνα τα μέρη. Συνεχώς ερχότανε παραγγελίες στον Σίμωνα και σαφώς άρχισε η ζωή της οικογενείας του να γίνεται περισσότερο άνετη.
Μια χειμωνιάτικη μέρα, καθώς κάθονταν και δουλεύανε ο Σίμωνας κι ο Μιχάλης, ήρθε και σταμάτησε στο καλύβι τους μια άμαξα-έλκηθρο. Από την άμαξα κατέβηκε ένας κύριος, που φαινότανε πως ήταν πολύ εύπορος, μπήκε στην καλύβα και άπλωσε στο τραπέζι του εργαστηρίου ένα κομμάτι ακριβού δέρματος, που όμοιό του δεν είχε δει ποτέ μέχρι τότε ο Σίμωνας. Ο κύριος ζήτησε από τον Σίμωνα να του φτιάξει με το δέρμα μπότες, απαιτώντας να είναι γερές, να του βαστάξουν τουλάχιστον ένα χρόνο χωρίς να τρυπήσουν, να στενέψουν ή να ξεχειλώσουν. Απείλησε τον Σίμωνα πως αν δεν τα κατάφερνε, θα τον έκλεινε στην φυλακή, αλλά αν τα κατάφερνε η ανταμοιβή του Σίμωνα θα ήταν πολύ μεγάλη. Ρώτησε τον Σίμωνα αν δέχεται αυτήν την συμφωνία.
Ο Σίμωνας, αφού συνεννοήθηκε με τον Μιχάλη, δέχτηκε την συμφωνία και πήρε τα μέτρα του ποδιού του πλούσιου κυρίου. Όση ώρα έπαιρνε τα μέτρα του ποδιού ο Σίμωνας, ο Μιχάλης έβλεπε μια τον κύριο μια πίσω από αυτόν, που δεν υπήρχε κανείς και σε κάποια στιγμή χαμογέλασε και φωτίστηκε το πρόσωπό του!
Αμέσως ο κύριος δυστροπώντας απευθύνθηκε στον Μιχάλη, τον έκανε παρατήρηση επειδή χαμογελάει βλέποντάς τον και τον προέτρεψε να φροντίσει, αντί να χασκογελάει, να είναι έτοιμες έγκαιρα οι μπότες του. Ο Μιχάλης του υποσχέθηκε, πως θα ετοιμαστούν έγκαιρα.
Όταν έφυγε ο πλούσιος ξεκίνησε ο Μιχάλης να κόβει το δέρμα, συμβουλευόμενος τα στοιχεία από τα μέτρα του ποδιού, που πήρε ο Σίμωνας. Ο Σίμωνας ετοιμαζότανε για την δουλειά που θα ακολουθούσε και δεν παρατηρούσε τον Μιχάλη, αλλά η Ματριόνα που τον έβλεπε, σαν να της φάνηκε πως ο Μιχάλης έκοβε το δέρμα, όχι για να φτιαχτούν μπότες, αλλά για να φτιαχτούν παντόφλες. Η Ματριόνα δεν ήταν σίγουρη και έκρινε πως δεν έπρεπε να το πει στον Σίμωνα.
Όταν ο Σίμωνας τελείωσε την προετοιμασία και αναζήτησε από τον Μιχάλη το κομμένο δέρμα, κατάλαβε πως πραγματικά το δέρμα κόπηκε για να γίνουν παντόφλες κι όχι μπότες. Στενοχωρημένος επέπληξε τον Μιχάλη για το λάθος του αυτό, αναλογιζόμενος πως ήταν αδύνατον να μπορέσει να βρει ίδιο δέρμα και πόσο μάλλον να μπορέσει να το πληρώσει, ώστε να καλυφθεί η ζημιά.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα. Ήταν ο υπηρέτης του πλούσιου κυρίου, που παρήγγειλε τις μπότες και τους είπε πως τον έστειλε η κυρία του, ώστε να τους προλάβει και να μην κάνουνε με το δέρμα μπότες, αλλά παντόφλες. Ο πλούσιος κύριος κατά την διαδρομή της επιστροφής στο σπίτι του, πέθανε ξαφνικά και η χήρα του ζήτησε παντόφλες, για να του τις φορέσει για τελευταία φορά!
Ο Μιχάλης μάζεψε τα υπολείμματα απ’ το δέρμα, τα τύλιξε, πήρε τις μαλακές παντόφλες που είχε φτιάξει, τις χτύπησε τη μια με την άλλη, τις σκούπισε με την ποδιά του και τις έδωσε μαζί με το ρολό το δέρμα στον υπηρέτη που τις πήρε και έφυγε.
Έξι χρόνια συμπληρωθήκανε από τότε που ο Μιχάλης έγινε μέλος της οικογένειας του Σίμωνα. Δεν πήγαινε πουθενά, μιλούσε μόνο σαν ήταν ανάγκη κι είχε χαμογελάσει μονάχα δυο φορές όλα αυτά τα χρόνια, τη μια φορά όταν η Ματριόνα του έδωσε να φάει και μια δεύτερη φορά, όταν ήρθε στο καλύβι τους ο κύριος, που παρήγγειλε τις μπότες και τελικά φόρεσε παντόφλες.
Μια μέρα μια κυρία με δύο κοριτσάκια, που φαινόταν πως ήταν δίδυμα, ήρθε στο καλύβι-εργαστήριο και παρήγγειλε παπούτσια για τα κορίτσια. Παρήγγειλε δύο ζευγάρια για το καθένα κοριτσάκι αλλά ζήτησε τρία αριστερά κι ένα δεξιό για το ένα κοριτσάκι, που είχε ατροφικό κι ανάπηρο το δεξί του ποδαράκι. Στις εύλογες απορίες η κυρία απάντησε πως τα κοριτσάκια δεν ήταν δικά της αλλά τα υιοθέτησε. Τρεις μέρες πριν γεννηθούνε, είχε σκοτωθεί ο πατέρας τους, όταν σαν ξυλοκόπος έκοβε ένα δέντρο στο δάσος και από λάθος χειρισμό ο κορμός του κομμένου τον καταπλάκωσε. Όταν γεννηθήκανε οι μικρές οι μητέρα τους πέθανε στην γέννα και ξυλιασμένη καταπλάκωσε το ποδαράκι της δίδυμης, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αναπτυχθεί ομαλά αυτό. Η κυρία ήταν γειτόνισσα κι επειδή ήταν μωρομάνα, έχοντας έναν γιο περίπου δύο μηνών, ανέλαβε να μεγαλώσει τα δίδυμα, θηλάζοντάς τα και φροντίζοντάς τα, όπως έκανε και στον γιο της. Δυστυχώς πριν να κλείσει τα δύο του χρόνια ο γιος της πέθανε και τις απόμειναν οι δύο δίδυμες ορφανές, που πλέον τις θεωρούσε σαν δικές της κόρες!
Η Ματριόνα αναστέναξε και είπε:
- Σωστά το λέει η παροιμία, μπορεί κανείς να ζήσει δίχως μάνα ή πατέρα, μα δεν μπορεί να ζήσει δίχως το Θεό.
Με τέτοια λόγια κουβεντιάζανε όταν, άξαφνα, ολάκερο το καλύβι φωτίστηκε, σάμπως να το πλημμύριζε καλοκαιρινό φως απ’ τη γωνιά, όπου καθόταν ο Μιχάλης. Όλοι κοιτάζανε προς αυτόν και τον είδανε καθισμένο εκεί πέρα, με τα χέρια του διπλωμένα πάνω στα γόνατα του, να κοιτάζει ψηλά και να χαμογελά.
Όταν έφυγε η γυναίκα με τις δίδυμες ο Μιχάλης υποκλίθηκε στον Σίμωνα και στην Ματριόνα:
- Σας αποχαιρετώ, αφέντες μου. Ο Θεός με συγχώρεσε. Ζητώ κι από σας να με συγχωρέσετε, αν κάπου έσφαλα.
Κι εκείνοι είδαν πως ο Μιχάλης ακτινοβολούσε φως. Ο Σίμωνας σηκώθηκε, υποκλίθηκε μπροστά στον Μιχάλη και είπε:
- Βλέπω, Μιχαήλ, ότι δεν είσαι ένας άνθρωπος κοινός. Λύσε μου μια απορία. Όταν σε βρήκα και σε έφερα στο σπίτι ήσουνα μελαγχολικός κι όταν σου έδωσε η γυναίκα μου να φας, της χαμογέλασες και φωτίστηκες ολάκερος. Μετά, τότε που ‘ρθε ο κύριος να παραγγείλει τις μπότες κι εσύ χαμογέλασες πάλι κι έγινες ακόμα πιο φωτεινός. Και τώρα, όταν ετούτη η γυναίκα έφερε τα κοριτσάκια, εσύ χαμογέλασες για τρίτη φορά και φωτίστηκες σαν ήλιος. Πες μου, Μιχαήλ, γιατί λάμπει τόσο πολύ το πρόσωπο σου και γιατί χαμογέλασες τις τρεις εκείνες φορές;
- Εκπέμπω φως επειδή τώρα ο Θεός με συγχώρεσε. Και χαμογέλασα τρεις φορές, επειδή ο Θεός με έστειλε να μάθω τρεις αλήθειες κι εγώ τις έμαθα. Τη μια την έμαθα τότε που με λυπήθηκε η γυναίκα σου, την πρώτη φορά που χαμογέλασα, τη δεύτερη την έμαθα, τότε που ο πλούσιος παράγγειλε τις μπότες κι εγώ ξαναχαμογέλασα. Και τώρα, όταν αντίκρισα κείνα τα κοριτσάκια, έμαθα την τρίτη και τελευταία αλήθεια και χαμογέλασα για τρίτη φορά. Ο Θεός με τιμώρησε, επειδή δεν τον υπάκουσα. Ήμουνα άγγελος στον ουρανό και παράκουσα το Θεό. Με είχε στείλει ο Θεός να πάρω κάποιας γυναίκας την ψυχή. Κι ήρθα πετώντας κάτω στη γη κι αντίκρισα μια άρρωστη γυναίκα, να κείτεται μονάχη της, μια γυναίκα που είχε μόλις γεννήσει δυο δίδυμα κορίτσια. Σάλευαν ανήμπορα εκείνα στο πλευρό της μητέρας αλλά εκείνη δεν μπορούσε να τα σηκώσει και να τα φέρει ως το στήθος της. Όταν με είδε, κατάλαβε πως ο Θεός με είχε στείλει για να της πάρω την ψυχή και τότε έκλαψε και είπε:
“Άγγελε Κυρίου! Πριν από λίγο θάφτηκε ο άντρας μου που τόνε τσάκισε ένα δέντρο. Δεν έχω ούτε αδελφή ούτε θεία ούτε μητέρα: κανένα να φροντίσει για τα ορφανά μου. Μην πάρεις την ψυχή μου! Άφησε με να θηλάσω τα μωρά μου, να τα θρέψω και να τα στηρίξω στα πόδια τους, προτού πεθάνω. Τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουνε δίχως μάνα ή πατέρα”.
Κι εγώ την άκουσα. Έβαλα το ένα παιδί στο στήθος της, το άλλο στην αγκαλιά της και ξαναγύρισα στον Κύριο στον ουρανό. Πέταξα ως Αυτόν και του εξήγησα γιατί δεν μπόρεσα να πάρω την ψυχή της μητέρας.
Και λέει τότε ο Κύριος:
“Ύπαγε, πάρε της μητέρας την ψυχή και μάθε τρεις αλήθειες: Μάθε Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο, Τι δε δίνεται στον άνθρωπο και Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Όταν μάθεις αυτά τα πράγματα, θα επιστρέψεις στον ουρανό”.
Έτσι, ξαναπέταξα στη γη και πήρα την ψυχή της μητέρας. Μα ένας άνεμος άρπαξε, ξερίζωσε τα φτερά μου κι με γκρέμισε κάτω. Η ψυχή της πέταξε μόνη της στο Θεό, ενώ εγώ έπεσα καταγής στην άκρια του δρόμου. Ήμουν μονάχος στα χωράφια, γυμνός. Δε γνώρισα ποτέ ανθρώπινη ανάγκη, τι θα πει, κρύο, πείνα, πόνος, ωσότου έγινα άνθρωπος. Πεινούσα, κρύωνα, πονούσα και δεν ήξερα τι να κάνω. Άξαφνα άκουσα κάποιον να περνάει από το δρόμο. Παρά το γεγονός πως με προσπέρασε, κάνοντας πως δεν με είδε, γύρισε, με έντυσε και με πήγε στο καλύβι του. Όταν φτάσαμε στο φτωχικό του μια γυναίκα ήρθε να μας προϋπαντήσει και άρχισε να μιλά άσχημα. Ήθελε να με διώξει, να με πετάξει έξω μες στην παγωνιά κι εγώ ήξερα πως αν το έκανε, θα πέθαινα. Άξαφνα ο άντρας της τής μίλησε για το Θεό και η γυναίκα άλλαξε μονομιάς. Κι όταν μου έφερε να φάω και με κοίταξε, την κοίταξα κι εγώ και είδα πως ο θάνατος δεν κατοικούσε πια μέσα της. Είχε ζωντανέψει και αναγνώρισα και σ’ αυτή την παρουσία του Θεού.
Τότε θυμήθηκα το πρώτο μάθημα που μου είχε αναθέσει ο Κύριος: Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο. Και κατάλαβα πως μέσα στον άνθρωπο κατοικεί η αγάπη!
Όταν κοίταξα τον πλούσιο, που παρήγγειλε τις μπότες ξαφνικά, πίσω απ’ τον ώμο του, αντίκρισα το σύντροφο μου, τον άγγελο του θανάτου. Κανείς εκτός από μένα δεν έβλεπε κείνο τον άγγελο. Εγώ, όμως, τον ήξερα και ήξερα πως πριν ο ήλιος βασιλέψει, θα έπαιρνε του πλούσιου την ψυχή. Και είπα μέσα μου: “Ο άνθρωπος αυτός κάνει ετοιμασίες για ένα χρόνο μετά και δεν ξέρει, πως θα πεθάνει πριν νυχτώσει”. Και θυμήθηκα τη δεύτερη φράση του Κυρίου, Τι δε δίνεται στον άνθρωπο. Δεν του δίνεται η δυνατότητα να γνωρίζει το μέλλον. Και χαμογέλασα για δεύτερη φορά, επειδή ο Θεός μου αποκάλυψε και την δεύτερη αλήθεια!
Όταν ήρθε στο εργαστήρι η κυρία με τα δίδυμα κορίτσια, αναγνώρισα τα κορίτσια και κατάλαβα πως κρατήθηκαν στην ζωή, παρά το ότι δεν είχαν πατέρα ή μητέρα ή κάποιον άλλον συγγενή, επειδή μια ξένη γυναίκα τα αγάπησε και τα φρόντισε σαν να ήταν δικά της. Έτσι μου αποκαλύφθηκε και η τρίτη αλήθεια, πως αυτό που κρατάει τους ανθρώπους ζωντανούς είναι η αγάπη των διπλανών τους κι όχι το μέλημα και η δική τους φροντίδα για τον εαυτό τους. Και τότε χαμογέλασα για τρίτη φορά. Κρατήθηκα σαν άνθρωπος στην ζωή, όχι επειδή φρόντισα τον εαυτό μου , αλλά επειδή κάποιος περαστικός με συμπόνεσε και με αγάπησε, όπως το ίδιο έκανε και η γυναίκα του. Έμειναν στη ζωή τα ορφανά, όχι απ’ την έγνοια της μητέρας τους, μα επειδή υπήρχε αγάπη μες στην καρδιά κάποιας γυναίκας, μιας ξένης γι’ αυτά, που τα συμπόνεσε και τ’ αγάπησε. Κι όλοι οι άνθρωποι μένουν στη ζωή, όχι με τη σκέψη ότι ξοδιάζουν για την ευτυχία τους, μα επειδή μέσα στον άνθρωπο υπάρχει αγάπη.
Γνώριζα πως ο Θεός έδωσε μαζί με την ζωή και την λαχτάρα στους ανθρώπους, για να ζήσουν. Τώρα κατάλαβα, πως ο Θεός δεν επιθυμεί να ζούνε ξέχωρα οι άνθρωποι αλλά θέλει να ζούνε ενωμένοι με αγάπη ο ένας για τον άλλον. Όποιος έχει μέσα του την αγάπη, έχει μέσα του το Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη!

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

Σαν παραμύθι


Μία γυναίκα που φορούσε ένα ξεθωριασμένο καρό φουστάνι, με το σύζυγό της ντυμένο με ένα φτωχικό κοστούμι, κατέβηκαν από το τρένο στη Βοστώνη και κατευθύνθηκαν προς το γραφείο του προέδρου του Πανεπιστημίου Harvarard.
Δεν είχαν ραντεβού.
Η γραμματέας μπορούσε να καταλάβει από την πρώτη στιγμή, ότι τέτοιοι επαρχιώτες δεν είχαν καμία δουλειά στο Harvard.
- Θα θέλαμε να δούμε τον πρόεδρο, είπε ο άντρας με χαμηλή φωνή.
- Θα είναι απασχολημένος όλη μέρα, απάντησε η γραμματέας κοφτά.
- Θα περιμένουμε, απήντησε η γυναίκα.
Για ώρες η γραμματέας τούς αγνοούσε, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα απογοητευτούν και θα φύγουν.
Καθώς όμως είδε ότι δεν έφευγαν, η γραμματέας αποφάσισε να ενοχλήσει τον πρόεδρο, παρόλο που δεν το ήθελε με τίποτα.
- Ίσως αν τους δείτε για ένα λεπτό, να φύγουν, του είπε!
Εκείνος αναστέναξε με αγανάκτηση και έγνεψε θετικά.
Ο πρόεδρος στράφηκε προς το ζευγάρι με ύφος βλοσυρό και αλαζονικό. Η γυναίκα τού είπε:
- Είχαμε έναν γιο, που φοίτησε στο Πανεπιστήμιό σας για ένα χρόνο. Το αγαπούσε και ήταν πολύ ευτυχισμένος εδώ. Αλλά δυστυχώς πριν από ένα χρόνο πέθανε απρόσμενα. Ο άντρας μου και εγώ θα θέλαμε να χτίσουμε ένα μνημείο για αυτόν, στο χώρο του Πανεπιστημίου.
Ο πρόεδρος δεν συγκινήθηκε καθόλου. Αντιθέτως εκνευρίστηκε: 

- Κυρία μου, απάντησε με αναίδεια, δεν μπορούμε να βάζουμε αγάλματα, για κάθε άνθρωπο που φοίτησε στο Harvard και πέθανε. Αν το κάναμε, τότε αυτό το μέρος θα έμοιαζε με νεκροταφείο!
- Όχι, απάντησε γρήγορα η γυναίκα, δεν θέλουμε να στήσουμε ένα άγαλμα. Σκεφτήκαμε να δωρίσουμε ένα κτήριο στο Harvard!
Του προέδρου του γύρισαν τα μάτια. Έριξε μία ματιά στο ξεθωριασμένο καρό φουστάνι και το φτωχικό κοστούμι και φώναξε:
- Ένα κτήριο! Έχετε ιδέα πόσο κοστίζει ένα κτίριο; Για την ανέγερση και αποπεράτωση όλων των κτηρίων, που έχουμε εδώ 
στο Harvard, χρειάστηκαν περισσότερα από επτάμισι εκατομμύρια δολάρια! 
Για μία στιγμή η γυναίκα έμεινε σιωπηλή. Ο πρόεδρος χαμογέλασε χαιρέκακα. Ίσως ήρθε η ώρα να τους ξεφορτωθεί, σκέφτηκε. Η γυναίκα στράφηκε προς τον άντρα της και είπε ήρεμα:
- Μόνο τόσα χρειάζονται για να φτιάξει κανείς ένα πανεπιστήμιο; Γιατί δεν φτιάχνουμε το δικό μας τότε;
Ο σύζυγος έγνεψε θετικά.
Το πρόσωπο του προέδρου κιτρίνισε και καταλήφθηκε από σύγχυση.
Ο κύριος και η κυρία Leland Stanford σηκώθηκαν όρθιοι και βγήκαν έξω. Ταξίδεψαν μέχρι το Palo Alto στην Καλιφόρνια, όπου ίδρυσαν το Πανεπιστήμιο που φέρει το όνομά τους, το Πανεπιστήμιο Stanford, στη μνήμη ενός γιου τον οποίο το Harvard είχε ξεχάσει.
Το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ (αγγλικά: Leland Stanford Junior University) είναι ένα ιδιωτικό ερευνητικό πανεπιστήμιο, με έδρα το Στάνφορντ στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ.Είναι ένα από τα κορυφαία πανεπιστήμια στον κόσμο.
Ιδρύθηκε το 1885 από τον πρώην κυβερνήτη της Καλιφόρνια και γερουσιαστή των ΗΠΑ Λίλαντ Στάνφορντ και τη γυναίκα του, Τζέιν Λάθροπ Στάνφορντ, στη μνήμη του γιου τους, Λίλαντ Στάνφορντ του νεώτερου, ο οποίος πέθανε από τυφοειδή πυρετό στην Ευρώπη, μερικές βδομάδες πριν τα 16α του γενέθλια. Οι Στάνφορντ χρησιμοποίησαν έκταση από τα αγροκτήματά τους για την εγκατάσταση του πανεπιστημίου, με την ελπίδα της δημιουργίας ενός μεγάλου ιδρύματος στην Καλιφόρνια.

Στο Στάνφορντ εγγράφονται κάθε χρόνο περίπου 6700 προπτυχιακοί και 8000 μεταπτυχιακοί φοιτητές από τις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο!

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Ο υφαντής


Ήταν κάποτε ένας νεαρός υφαντής, ο οποίος ονομαζόταν Ατζίμπ και ο όποιος ζούσε μια μέτρια ζωή φτιάχνοντας χαλιά, αλλά ποθούσε να γευτεί τις πολυτέλειες που απολάμβαναν οι πλούσιοι. βρίσκοντας τυχαία μια μηχανή του χρόνου, αναζήτησε τον γηραιότερο εαυτό του, για τον οποίο θεωρούσε βέβαιο ότι θα ήταν πλούσιος και γενναιόδωρος.
Φτάνοντας στην πόλη, που ζούσε αλλά στο μέλλον, πήγε στην πλούσια συνοικία της πόλης και άρχισε να ρωτάει για να βρει την κατοικία του Ατζίμπ . Κανένας από αυτούς τους οποίους ρώτησε δεν αναγνώρισε το όνομα!
Τελικά αποφάσισε να επιστρέψει στην παλιά του γειτονιά και σταμάτησε ένα αγόρι και το ρώτησε, εάν ήξερε πού θα μπορούσε να βρει έναν άνθρωπο με το όνομα Ατζίμπ. Το αγόρι τον οδήγησε στο παλιό σπίτι του Ατζίμπ.
Ο Ατζίμπ ήταν δύσπιστος. Ήταν δυνατόν ο γηραιότερος εαυτός του να μένει ακόμη στο ίδιο σπίτι 20 χρόνια αργότερα; Αυτό θα σήμαινε ότι δεν είχε γίνει ποτέ πλούσιος και ότι ο γηραιότερος εαυτός του δεν θα είχε να του δώσει καμιά συμβουλή ή τουλάχιστον καμία την οποία αν ακολουθούσε θα γινόταν πλούσιος. Ελπίζοντας ότι το αγόρι έκανε λάθος, περίμενε έξω από το σπίτι και παρακολουθούσε.
Τελικά είδε έναν άνθρωπο να φεύγει από το σπίτι και με λυπημένη καρδιά αναγνώρισε σ’ αυτόν τον γηραιότερο εαυτό του. Ο γηραιότερος Ατζίμπ ακολουθούνταν από μια γυναίκα, που υπέθεσε ότι ήταν η σύζυγός του, αλλά την οποία πρόσεξε ελάχιστα, γιατί όλη του η προσοχή ήταν συγκεντρωμένη στη δική του αποτυχία να βελτιώσει τον εαυτό του. Κοιτούσε με περιφρόνηση τα απλά ρούχα που το γηραιό ζευγάρι φορούσε, έως ότου εκείνοι βγήκαν από το οπτικό του πεδίο.
Οδηγημένος από μια περιέργεια , ο Ατζίμπ πήγε στην πόρτα του δικού του σπιτιού. Το κλειδί του ακόμα ταίριαζε στην κλειδαριά και έτσι κατόρθωσε να μπει. Τα έπιπλα είχαν αλλάξει, αλλά ήταν απλά και φθαρμένα και ο Ατζίμπ στεναχωρήθηκε βλέποντάς τα.
Από ένστικτο πήγε προς την ξύλινη κασέλα, όπου συνήθως φύλαγε τις οικονομίες του και την ξεκλείδωσε. Σήκωσε το καπάκι και είδε, ότι η κασέλα ήταν γεμάτη με χρυσά δηνάρια. Ο Ατζίμπ ήταν έκπληκτος. Ο γηραιότερος εαυτός του είχε μια κασέλα με χρυσάφι κι ωστόσο φορούσε τέτοια απλά ρούχα και ζούσε στο ίδιο μικρό σπίτι για 20 χρόνια! Τι τσιγκούνης, άχαρος άνθρωπος πρέπει να ήταν ο γηραιότερος εαυτός του, σκέφτηκε ο Ατζίμπ. Να έχει τόσο πλούτο και να μην τον απολαμβάνει! Ο ίδιος γνώριζε από καιρό ότι κανείς δεν μπορεί να πάρει τα πλούτη του στον τάφο. Ήταν δυνατόν να το ξέχασε αυτό γερνώντας;
Αποφάσισε ότι αυτά τα πλούτη ανήκουν σε κάποιον ο οποίος θα μπορούσε να τα εκτιμήσει και αυτός ο κάποιος ήταν ο ίδιος. Το να κλέψει τον πλούτο τού γηραιότερου εαυτού του δεν αποτελούσε κλοπή, σκέφτηκε λογικά, αφού θα ήταν ο ίδιος, που θα παραλάμβανε τα κλοπιμαία. Φόρτωσε την κασέλα στον ώμο του και χρησιμοποιώντας πάλι την μηχανή του χρόνου, επέστρεψε στην εποχή του.
Με τα χρήματα που έκλεψε από τον γηραιότερο εαυτό του ο Ατζίμπ μετακόμισε στην πλουσιότερη συνοικία της πόλης του, νοικιάζοντας ένα σπίτι, που το επίπλωσε με κάθε πολυτέλεια. Κυκλοφορούσε με γεμάτο πορτοφόλι και ξόδευε αγοράζοντας, ότι επιθυμούσε.
Στη συνέχεια αναζήτησε τον αδερφό μιας γυναίκας, που επιθυμούσε από καιρό αλλά από μακριά, και η οποία ονομαζόταν Ταχίρα. Ζήτησε την Ταχίρα σε γάμο και φυσικά ο αδελφός της συμφώνησε και η ίδια αμέσως έδωσε τη συγκατάθεσή της, γιατί και αυτή ποθούσε επίσης τον Ατζίμπ. Ο γάμος έγινε με κάθε πολυτέλεια και έδωσε τροφή για συζητήσεις σε όλο τον καλό κύκλο της πόλης.
Κάποια μέρα ο Ατζίμπ επιστρέφοντας στο σπίτι, βρήκε την πόρτα σπασμένη και ανοιχτή και το εσωτερικό λεηλατημένο από όλα τα ασημένια και χρυσά αντικείμενα. Ο τρομοκρατημένος μάγειρας βγήκε από εκεί όπου κρυβόταν και του είπε ότι οι ληστές είχαν αρπάξει την Ταχίρα.
Την επόμενη μέρα επισκέφτηκε τον Ατζίμπ κάποιος, που του είπε πως η γυναίκα του είναι ασφαλής, αλλά για να μπορέσει να την πάρει πίσω, θα πρέπει να πληρώσει λύτρα. Ο Ατζίμπ συμφώνησε και κατέβαλε στους απαγωγείς, όσα χρήματα είχε και η Ταχίρα επέστρεψε στο σπίτι. Αφού αγκάλιασαν ο ένας τον άλλον, η Ταχίρα είπε:
- Δεν πίστευα ότι θα πληρώσεις τόσα πολλά χρήματα για μένα.
-Δεν θα μπορούσα να σκεφτώ τη ζωή δίχως εσένα, είπε ο Ατζίμπ. Τώρα όμως δεν μπορώ να σου αγοράσω ότι σου αξίζει.
-Δεν χρειάζεται να μου αγοράσεις ξανά τίποτα, είπε εκείνη.
Ο Ατζίμπ έσκυψε το κεφάλι του.
- Νιώθω σαν να τιμωρήθηκα για τις αμαρτίες μου.
- Ποιες αμαρτίες; ρώτησε η Ταχίρα, αλλά εκείνος δεν είπε τίποτα.
-Δεν σου το ρώτησα αυτό πριν, είπε εκείνη, αλλά ξέρω ότι δεν κληρονόμησες όλα αυτά τα χρήματα που κέρδισες. Πες μου. Μήπως τα έκλεψες;
- Όχι, είπε εκείνος, αρνούμενος να παραδεχτεί την αλήθεια σ’ εκείνη ή στον εαυτό του. Μου δόθηκαν.
- Ήταν λοιπόν ένα δάνειο;
- Όχι, δεν υπήρχε ανάγκη να τα επιστρέψω.
-Και δεν επιθυμείς να τα επιστρέψεις πίσω; ρώτησε έκπληκτη η Ταχίρα.. Είσαι λοιπόν ικανοποιημένος ότι εκείνος ο άλλος άνθρωπος πλήρωσε για το γάμο μας; Ότι πλήρωσε για τα λύτρα μου; Έμοιαζε έτοιμη να κλάψει.. Είμαι λοιπόν δική σου γυναίκα ή αυτού του άλλου ανθρώπου;
- Δική μου γυναίκα είσαι.
- Πώς μπορεί να είμαι, όταν χρωστώ την ίδια μου τη ζωή σε κάποιον άλλον;
- Δεν περίμενα πως θα αμφέβαλες για την αγάπη μου. Σου ορκίζομαι ότι θα πληρώσω πίσω τα χρήματα ως το τελευταίο δηνάριο.
Έτσι οι δυο τους επέστρεψαν στο παλιό του σπίτι και άρχισαν να κάνουν οικονομίες στα χρήματα που κέρδιζαν δουλεύοντας. Οι δουλειές τους τούς προσέφεραν καλό εισόδημα, αλλά ξόδευαν όσο λιγότερα μπορούσαν, ζώντας μέτρια και επιδιορθώνοντας τα χαλασμένα έπιπλα, αντί να αγοράσουν καινούργια. Για χρόνια ο Ατζίμπ χαμογελούσε κάθε φορά που έριχνε ένα νόμισμα στην κασέλα, λέγοντας στη σύζυγό του ότι αποτελούσε μια υπενθύμιση του πόσο πολύ αξίζει γι’ αυτόν.
Ωστόσο δεν είναι εύκολο να γεμίσεις μια κασέλα, προσθέτοντας μερικά μόνο νομίσματα κάθε φορά και έτσι αυτό που ξεκίνησε ως αποταμίευση σταδιακά, κατέληξε σε ένα είδος μιζέριας και οι συνετές αποφάσεις αντικαταστάθηκαν με την τσιγκουνιά.
Ακόμη χειρότερα, η αγάπη μεταξύ τους έσβησε με το πέρασμα του χρόνου και ο καθένας από τους δύο άρχισε να κατηγορεί τον άλλον, για τα χρήματα που δεν μπορούσαν να ξοδέψουν. Έτσι τα χρόνια πέρασαν και ο Ατζίμπ γέρασε και είδε για δεύτερη φορά να του κλέβουν από το σπίτι του όλα τα χρήματα του!

Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

Η προστασία της μάνας


Λέγεται πως είναι αληθινή ιστορία, που διαδραματίστηκε λίγες ώρες μετά από σεισμό στην Ιαπωνία. Θα μπορούσε να είναι και αυτή ένα παραμύθι, αλλά μερικές φορές η πραγματικότητα μας θυμίζει, πως τα παραμύθια, δεν είναι πάντα μύθος!
Μετά από τον σεισμό διασώστες φτάνουν στα ερείπια του σπιτιού μιας νεαρής γυναίκας κι αντικρίζουν το πτώμα της μέσα στα χαλάσματα. Η στάση του σώματός της όμως ήταν σχετικά περίεργη, θυμίζοντας κατά πολύ την στάση που παίρνει πιστός, έχοντας λυγίσει στα γόνατά του, για να λατρέψει και να προσευχηθεί. Τα συντρίμμια του σπιτιού καταπλάκωσαν και σταμάτησαν στην πλάτη και στο κεφάλι της.
Ο αρχηγός της ομάδας διάσωσης, βάζει το χέρι του μέσα από ένα στενό άνοιγμα στον τοίχο, προσπαθώντας να το σώμα της άτυχης γυναίκας. Είχε ακόμη μέσα του την ελπίδα, ότι αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να είναι ζωντανή. Ωστόσο, στην επαφή με το χέρι του αντιλαμβάνεται, πως τόσο το κρύο δέρμα, όσο και η ακαμψία του σώματος, μαρτυρούσαν, ότι η γυναίκα είναι νεκρή. Ο ίδιος μαζί με την υπόλοιπη ομάδα άφησαν αυτό το σπίτι και κατευθύνθηκαν στα υπόλοιπα, αναζητώντας επιζώντες στα χαλάσματα.
Κάποιοι ανεξήγητοι όμως λόγοι, παρακινούσαν τον αρχηγό της ομάδας, να επιστρέψει στο κατεστραμμένο σπίτι της νεκρής γυναίκας, καθώς μια εντυπωσιακή δύναμη τον καλούσε πίσω! Έτσι κι έγινε. Πλησίασε, γονάτισε και έβαλε ξανά το χέρι του ανάμεσα στο άνοιγμα, που είχε εντοπίσει πριν, ψαχουλεύοντας στο μικρό κενό κάτω από το νεκρό σώμα.
Ξαφνικά, άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό!
- Είναι ένα παιδί! Υπάρχει ένα παιδί!
Όλη η ομάδα συγκεντρώθηκε γύρω του και προσεκτικά αφαίρεσε τις σωρούς των γκρεμισμένων τμημάτων του σπιτιού γύρω από την άτυχη γυναίκα. Πράγματι, μπροστά τους πλέον, υπήρχε ένα περίπου τριών μηνών αγοράκι, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα με μοτίβα ανθέων, κάτω από το νεκρό σώμα της μητέρας του. Προφανώς, η γυναίκα είχε πραγματοποιήσει μια υπεράνθρωπη θυσία για την διάσωση του γιου της. Όταν όμως αντιλήφθηκε, πως το σπίτι κατέρρεε, χρησιμοποίησε το σώμα της, για να δημιουργήσει μια αυτοσχέδια ασπίδα προστασίας για τον γιό της. Το μικρό αγοράκι, κοιμόταν ακόμα ήρεμο και γαλήνιο, ενώ ο επικεφαλής της ομάδας διάσωσης τον είχε πλέον στα χέρια του και τον απομάκρυνε από τα χαλάσματα.
Ο γιατρός, κατέφθασε γρήγορα, για να εξετάσει το μικρό αγόρι. Αφού άνοιξε την κουβέρτα, εντόπισε ένα κινητό τηλέφωνο. Υπήρχε ένα μήνυμα κειμένου στην οθόνη που έγραφε:
«Εάν καταφέρεις να επιζήσεις, να θυμάσαι μόνο ότι σ’ αγαπώ!»

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Φορείς του Καλού


Ιστορία Πρώτη
Ένα φτωχό παιδί κατάφερε να σπουδάσει Νομική με την βοήθεια ενός ευκατάστατου φίλου της οικογένειάς του. Όταν έγινε διάσημος και πλούσιος δικηγόρος, μη ξεχνώντας το χρέος του, επικοινώνησε με τον ευεργέτη του και του πρότεινε, να του επιστρέψει όλα τα χρήματα, που χρειάστηκαν να δαπανηθούν για τις σπουδές του, προσαυξημένα φυσικά με τον ανάλογο τόκο. Ο ευεργέτης του του εξήγησε πως το χρέος του είναι πολύ μεγαλύτερο και μόνο ένας τρόπος υπάρχει να ξεχρεωθεί, να χρηματοδοτήσει ο δικηγόρος τις σπουδές φτωχών παιδιών. Έξυπνος ο δικηγόρος, έλαβε το μήνυμα, έψαξε και βρήκε δέκα φτωχά αγόρια και με δικά του έξοδα τα έστειλε στο Λονδίνο να σπουδάσουν Μηχανικοί, Δικηγόροι και Γιατροί. Αν λοιπόν αισθανόμαστε κι εμείς πως έχουμε χρέος, το οποίο δεν μπορούμε να το επιστρέψουμε στον ευεργέτη μας, είτε επειδή δεν το θέλει, είτε επειδή δεν τον βρίσκουμε, ας επιχειρήσουμε να ξεχρεώσουμε με τον τρόπο, που επέλεξε ο Δικηγόρος. Ας κάνουμε το καλό κι αυτό από μόνο του θα βρει κρίκους αλυσίδας για να σκορπιστεί παντού!
Ιστορία Δεύτερη
Ο πατέρας ήταν φαρμακοποιός και λόγω του πολέμου και της έλλειψης , χρειάζονταν τις υπηρεσίες του σε ένα μεγάλο νοσοκομείο. Υπήρχε ένα παράθυρο στο φαρμακείο, όπου οι άνθρωποι ερχόντουσαν να πληρώσουν. Ο πατέρας παρατηρούσε προσεκτικά τον άνδρα ή την γυναίκα, που ερχόταν να αγοράσει τα φάρμακα και κάνοντας κατάλληλες ερωτήσεις με διακριτικότητα, αντιλαμβανόταν αν μπορούσε να πληρωθεί για τα φάρμακα ή όχι. Σε όσους δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα φάρμακα, σημείωνε στην απόδειξη που τους έδινε, πως ήταν πληρωμένοι. Όταν η μητέρα αντιλήφθηκε αυτό που γίνεται άρχισε να τον ρωτάει, ποιος θα πληρώσει όλους αυτούς τους λογαριασμούς, Ο πατέρας της απαντούσε:
- Όσα πληρώνω για τους φτωχούς ανθρώπους, ο Θεός θα τα δώσει στα παιδιά σου!
Μια μέρα, ο γιος της οικογένειας ταξίδευε με ένα ΙΧ με τέσσερις άλλους ανθρώπους και από λάθος του οδηγού ξαφνικά το αμάξι βρέθηκε στο κενό και βούτηξε μέσα στην λάσπη ενός χειμάρρου σε βάθος 15 μέτρων περίπου κάτω από τον δρόμο. Ο γιος αποσβολωμένος και μετά από το πρώτο σοκ, αισθανόμενος καλά και χωρίς ίχνος σημαδιών τραυματισμού ή αίσθησης πόνου, γύρισε στους συνταξιδιώτες του και τους μίλησε, για να δει αν είναι καλά. Αλλά κανείς δεν απάντησε, ήταν όλοι νεκροί! Όταν επέστρεψε στο σπίτι, τον υποδέχθηκε με δάκρυα στα μάτια η μητέρα του και του είπε:
- Τώρα αντιλαμβάνομαι αυτό που έλεγε στον πόλεμο ο πατέρας σου, για το πως θα πάρει πίσω τα χρήματα, που έδινε για τα φάρμακα των φτωχών!
Η δύναμη της ευχής


Ένας ασκητής έστελνε τον υποτακτικό του, να πουλήσει το εργόχειρο του στις Καρυές. Εκεί ο υποτακτικός του άκουσε στο Πρωτάτο ωραιότατες ψαλμωδίες, μουσική κ.λ.π.
Μια μέρα λέει στον γέροντά του:
- Γέροντα έχω ένα λογισμό. Εμείς εδώ πέρα στην έρημο δεν κάνουμε τίποτα. Να δεις πως εκεί υμνούν τον Θεό. Ψαλμωδίες, πράγματα, χορωδίες. Εμείς εδώ μόνο κομποσχοίνι, μόνο « Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού, Ελέησον ημάς! »
Τον παίρνει ο Γέροντας τότε μια άλλη μέρα και του λέει:
- Ας πάμε παιδί μου, να δούμε τι κάνουν αυτοί οι πατέρες στο Πρωτάτο. Να κάνουμε κι εμείς το δικό τους τυπικό.
Και όταν πήγαν σκύβει ο γέροντας και λέει ψιθυριστά στο αυτί του υποτακτικού του:
- Πράγματι τέκνο, εδώ δοξάζουν τον Θεό!
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και πιάνει δυνατός σεισμός. Σείστηκαν τα σύμπαντα.
Τότε αμέσως οι ψάλτες άφησαν τα μουσικά βιβλία και τα «τεριρέμ» και άρχισαν να τραβούν κομποσχοίνι, φωνάζοντας « Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού, Ελέησον ημάς! »
- Γέροντα πάμε να φύγουμε, πάμε στη δουλεία μας, στην ησυχία μας, στο καλύβι μας, λέει τότε ο υποτακτικός. Αυτό που κάνουμε εμείς, είναι ανώτερο από τα ψαλτικά!

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Η ένωση με τον Θεό


Κάποτε κάποιος ασκητής, εγκατέλειψε τους υπόλοιπους συνασκητές του και πήγε στην έρημο, για να γίνει ησυχαστής. Ο λογισμός του απαιτούσε να αφοσιωθεί μέρα νύχτα στη μελέτη και θεωρία του Θεού, επειδή πίστευε, ότι θα μπορούσε μέσα στην ερημιά και στη γαλήνη της ησυχίας, να ενωθεί με τον Θεό χωρίς μέριμνες και χωρίς σκοτούρες.
Ύστερα όμως από δύο τρεις ημέρες, δεν μπορεί κανένας να αντέξει και παραπάνω εδώ που τα λέμε, σε κάποια στιγμή των ιερών του στοχασμών, ο ασκητής αισθάνθηκε κοντά του κάποια παρουσία.
Ένα μικρό ποντίκι είχε ανεβεί στην μπαλωμένη και τρύπια παντούφλα του και περιεργαζόταν το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του ασκητή. Έτσι αποσπάσθηκε η προσοχή του και ήταν αδύνατον να κρατήσει σταθερό το νου του, στην ενθύμηση του Θεού και στην προσευχή του. Ο ασκητής σκέφτηκε, «εγώ άφησα τα πάντα για να επικοινωνώ αμέριμνα και σωστά με τον Θεό και να έρχεται τώρα, να μου κάνει χαλάστρα ένας ποντικός!».
Αμέσως μετά φωνάζει νευριασμένος στο ποντίκι:
- Γιατί βρε σιχαμένο διακόπτεις την προσευχή μου;
- Γιατί πεινάω, απαντάει το ποντίκι!
Ο ησυχαστής, δίχως να αναρωτηθεί, πως γίνεται και μιλάει το ποντίκι με ανθρώπινη φωνή, ανταπαντάει εκνευρισμένα:
- Φύγε από δω βρε μαγαρισμένο, εγώ προσπαθώ με χίλιους κόπους να δω, πως θα ενωθώ με τον Θεό και συ έρχεσαι να μου ζητήσεις, να ασχοληθώ με την κοιλιά σου; Συγχρόνως κλωτσάει δυνατά το ποντίκι ο ησυχαστής και το πετάει στην απέναντι γωνία της σπηλιάς του.
Τότε το ποντίκι γυρίζει και με πολύ ηρεμία, αφού κοιτάει στα μάτια τον ασκητή, του λέει με ανθρώπινη φωνή:
– Μάθε το μια για πάντα, αν δεν μπορείς να συναναστραφείς με τους γύρω σου, δηλαδή με τον πλησίον σου, ειδικότερα αν δεν μπορείς να του σταθείς στα προβλήματά του, να τον συμπονέσεις και να τον παρηγορήσεις στις κακοτυχίες του, να απαλύνεις τον πόνο του, αν πονάει, να του δώσεις τροφή, νερό και στέγη, αν πεινάει, διψάει, ή είναι άστεγος, τότε, ποτέ μα ποτέ δεν θα μπορέσεις να ενωθείς με τον Θεό της αγάπης και του ελέους. »
Αμέσως μετά εξαφανίστηκε ο ποντικός από τα μάτια του ησυχαστή!
Η ελεημοσύνη του Ντοστογιέφσκι


Κάποτε ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκι βγήκε για τον απογευματινό του περίπατο. Ενώ κόντευε να νυχτώσει, ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι του και του ζήτησε βοήθεια.
Ο Ντοστογιέφσκι ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.
Ο μεγάλος συγγραφέας κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε:
- Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα, να σου προσφέρω!
Και ο γέρο ζητιάνος απαντά:
- Ευχαριστώ πολύ. Αυτό που μου δίνεις, δύσκολα μου το δίνουν άλλοι. Ελάχιστες φορές βάλανε στα χέρια μου το νόμισμα της καλοσύνης. Το παίρνω και σε ευγνωμονώ για αυτό!
Ας αναζητήσουμε τα νομίσματα της καλοσύνης και της αγάπης και αντί να τα αποθησαυρίσουμε, ας τα μοιράσουμε στους γύρω μας!

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Τα τρία δέντρα


Ήταν μια φορά σε ένα δάσος τρία δέντρα. Το καθένα από αυτά είχε για τον εαυτό του έναν οραματισμό!
Το πρώτο επιθυμούσε, να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο ξυλόγλυπτο, όμορφα σκαλισμένο, που μέσα του θα φυλάσσεται ένας πολύτιμος θησαυρός.
Το δεύτερο δέντρο ήθελε, να αξιωνόταν να γίνει στα χέρια ενός καλού ναυπηγού ένα μεγάλο καράβι και όμορφο, που θα μετέφερε βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα, που θα έκανε ταξίδια υψηλών προσώπων.
Το τρίτο δέντρο έλεγε, ότι το μόνο που θα ήθελε, ήταν να γίνει το πιο ψηλό και πιο δυνατό δέντρο του δάσους, έτσι ώστε οι άνθρωποι, που θα βλέπουν το ύψος του στην κορυφή του λόφου, να σκέπτονται τον ουρανό και τον Θεό.
Όμως πέρασαν τα χρόνια και τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως αλλιώς.
Πήγαν υλοτόμοι και έκοψαν το πρώτο δέντρο και ενώ εκείνο οραματιζόταν και ποθούσε, να γίνει όμορφο ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς, ο ξυλουργός το έκανε παχνί για τα άχυρα της τροφής των ζώων του στάβλου.
Το δεύτερο δέντρο, που ήθελε να γίνει ωραίο καράβι, για να μεταφέρει βασιλιάδες, έγινε ένα μικρό ψαροκάικο, που το χρησιμοποιούσαν φτωχοί ψαράδες για να ψαρεύουν.
Το τρίτο δέντρο, που ήθελε να μείνει το ψηλότερο του δάσους, το έκοψε κάποιος ξυλοκόπος και το έβαλε στην αποθήκη του.
Περνούσαν τα χρόνια και τα δέντρα απογοητευμένα από την εξέλιξη των πραγμάτων, ξέχασαν ακόμη και τα όνειρά τους.
Όμως κάποια ημέρα ένας άντρας και μια γυναίκα ήλθαν στο στάβλο, που ήταν εκείνο το ξύλινο παχνί με τα άχυρα, και η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι και το τοποθέτησαν στο παχνί, που είχε φτιαχτεί από το πρώτο δέντρο.
Ήταν ο Ιωσήφ και η Παναγία, η Θεοτόκος, οι οποίοι απόθεσαν σε εκείνο το ξύλινο παχνί, όχι απλώς διαμάντια και χρυσάφια αλλά τον ίδιο το Θεό, που είχε γίνει άνθρωπος για εμάς. Έτσι αξιώθηκε αυτό το παχνί, η φάτνη, να δεχτεί μέσα της το θησαυρό των θησαυρών, τον ίδιο τον Θεό!
Στο μικρό ψαροκάικο, που είχε γίνει από το δεύτερο δέντρο, μετά από πολλά χρόνια μπήκαν κάτι ψαράδες μαζί με το δάσκαλο τους, ο οποίος ήταν κουρασμένος και είχε κοιμηθεί. Είχαν ανοιχτεί στην θάλασσα, όταν ξέσπασε μια μεγάλη τρικυμία. Πάνω στο φόβο τους οι φτωχοί ψαράδες, ξύπνησαν τον αρχηγό τους και Εκείνος μόλις είδε την φουρτουνιασμένη θάλασσα, την διέταξε να ηρεμήσει. Και η θάλασσα γαλήνεψε αμέσως!
Ήταν ο Χριστός μαζί με τους μαθητές του, στη λίμνη Γεννησαρέτ.
Έτσι και το δεύτερο δέντρο, που είχε φιλοδοξήσει να γίνει μεγάλο πλοίο, που θα μετέφερε υψηλά πρόσωπα και βασιλιάδες, αξιώθηκε να μεταφέρει τον Βασιλέα των Βασιλέων, τον ίδιο τον Χριστό με τους μαθητές Του.
Και το τρίτο δέντρο, που ήταν στην αποθήκη του ξυλουργού, μια ημέρα το πήραν και έκαναν έναν σταυρό, στο οποίο σταύρωσαν τον Χριστό.
Έτσι το δέντρο αυτό έγινε πιο ψηλό, από ότι είχε επιθυμήσει. Έφθασε στον ουρανό και στον Θεό.
Τελικά τα δέντρα της ιστορίας απέκτησαν, όχι μόνο αυτό που ήθελαν και ποθούσαν, αλλά ασυγκρίτως περισσότερα, από αυτά που σχεδίαζαν.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Ο κλόουν


Ο Πέτρος στα νιάτα του ήταν σπουδαίος κλόουν. Τα χρόνια όμως πέρασαν, γέρασε και δεν έβρισκε πια δουλειά. Απελπισμένος και για να μη πεθάνει της πείνας, πήρε το δρόμο για ένα μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία. Ίσως οι καλόγεροι να τον φιλοξενούσαν για λίγο. Πραγματικά, ο ηγούμενος τον κράτησε εκεί, για να βοηθάει στις εργασίες του μοναστηριού.
Ο Πέτρος χάρηκε. Κι ήθελε να ευχαριστήσει την Παναγία γι’ αυτό. Δεν ήξερε όμως γράμματα, για να μπορεί να διαβάζει στα μεγάλα βιβλία και να Της ψέλνει ύμνους, όπως οι καλόγεροι.
Αλλά κάτι σκέφτηκε να κάνει κι αυτός!
Κι ένα μεσημέρι, που οι καλόγεροι ησύχαζαν στα κελιά τους, ο Πέτρος χάθηκε. Ο ηγούμενος, θέλοντας να τον στείλει σε κάποια εργασία, έψαξε να τον βρει. Τον γύρεψε παντού, μα δεν φαινόταν πουθενά.
Κάποια στιγμή ο ηγούμενος πέρασε και μπροστά απ’ τη δυτική πόρτα της εκκλησίας κι απ’ το μεγάλο τζάμι της έριξε μία γρήγορη ματιά μέσα στην εκκλησία. Είδε τον Πέτρο μπρός στη μεγάλη εικόνα της Παναγίας να κάνει τούμπες και χίλια δύο ακροβατικά. Μια περπατούσε με τα χέρια, μια ισορροπούσε μόνο πάνω στο ένα χέρι, μια κυλούσε στηριγμένος στις άκρες των ποδιών και των χεριών σαν τροχός!
Ο ηγούμενος αναστατώθηκε, απ’ αυτά που έβλεπε. Τα πέρασε για μεγάλη ασέβεια κι ήταν έτοιμος, να του βάλει τις φωνές. Ήταν ακριβώς η στιγμή που ο Πέτρος, ακουμπώντας μόνο πάνω στο κεφάλι του, έπαιζε στα πόδια του, τα γυρισμένα προς τα πάνω, το παλιό του μπαστούνι των κλόουν. Κι είχε αναψοκοκκινίσει το γέρικο πρόσωπό του κι είχαν φουσκώσει οι φλέβες του λαιμού του και ποτάμι έτρεχε ο ιδρώτας από το μέτωπό του.
Έτοιμος ήταν να του βάλει τις φωνές ο ηγούμενος. Μα εκείνη τη στιγμή του φάνηκε, πως είδε την Παναγία εκεί από τη μεγάλη εικόνα, ν’ απλώνει το χέρι της, να σκύβει και με την άκρη του μανδύα της να σκουπίζει τον ιδρώτα από το πρόσωπο του Πέτρου!
Ανατρίχιασε ο ηγούμενος. Γονάτισε, σταυροκοπήθηκε και ψιθύρισε τρέμοντας:
- Συγχώρεσε με, Παναγία μου. Εσύ ξέρεις, ποιος σε τιμά και σε δοξάζει καλύτερα!

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Ο διάδοχος του βασιλιά λιονταριού


Κάποτε το λιοντάρι ήταν άρρωστο και βρισκόταν στη σπηλιά του. Εκεί του κρατούσε παρέα η αλεπού.
Κάποια στιγμή το λιοντάρι πείνασε και της λέει:
- Κυρά Μάρω για να μπορέσω να γίνω καλά πρέπει να μου φέρεις να φάω τον μεγάλο όνο, που τριγυρνάει στο δάσος.
Αυτή μη θέλοντας να τον κακοκαρδίσει ξεκίνησε για το δάσος και κάποια στιγμή συνάντησε τον γάιδαρο, δίπλα σε ένα ρυάκι να τρώει.
- Θα έμαθες του λέει ότι ο βασιλιάς είναι στα τελευταία του. Αποφάσισε λοιπόν να σε κάνει διάδοχό του. Έλα λοιπόν μαζί μου στη σπηλιά του για να σου το ανακοινώσει.
Ο γάιδαρος χάρηκε και πράγματι ξεκίνησε για τη σπηλιά του λιονταριού. Αυτό πεινασμένο καθώς ήταν, μόλις ο όνος έκανε να μπει μέσα της, όρμησε αλλά δεν κατάφερε να τον πιάσει, παρά μόνο με τα νύχια του τού γρατσούνισε το αυτί!
Μόλις το είδε αυτό η αλεπού απογοητεύτηκε.
- Κρίμα τον κόπο μου βασιλιά μου! Βιάστηκες, έπρεπε να περιμένεις, να μπει για τα καλά μέσα στη σπηλιά.
Το λιοντάρι που είχε εξαντληθεί από τη πείνα, της λέει:
- Δεν σε φοβάμαι εσένα αλεπού. Είσαι πασίγνωστη για την εξυπνάδα και την πονηριά σου. Είμαι σίγουρος, πως θα βρεις τρόπο να τον ξαναφέρεις στη σπηλιά. Και έννοια σου, μόλις γίνω καλά θα σου το ανταποδώσω.
Πράγματι η αλεπού ξεκίνησε πάλι, για να βρει τον γάιδαρο.
Τον βρίσκει σε ένα ξέφωτο να τρώει χορτάρι και με ύφος θιγμένου του λέει :
- Καλά τι έπαθες εσύ και έφυγες έτσι ξαφνικά;
- Φύγε από εδώ, της λέει εκνευρισμένος ο γάιδαρος. Με κορόιδεψες! Με παγίδευσες για να με φάει το λιοντάρι.
- Το λιοντάρι, του λέει η αλεπού, ήθελε απλώς να σου πει στο αυτί κάποια κρατικά μυστικά. Αλλά εσύ το παρεξήγησες. Τώρα θα κάνει βασιλιά το λύκο, που θα είναι ένας τύραννος. Αν θέλεις να προλάβουμε το κακό, έλα μαζί μου στη σπηλιά, μόλις που προλαβαίνουμε.
- Μου λες αλήθεια, της λέει ο γάιδαρος, μου το ορκίζεσαι;
- Σου ορκίζομαι, του λέει η αλεπού, στο χορτάρι που τρως.
Ο γάιδαρος πείστηκε και ξεκίνησαν για τη σπηλιά.
Το λιοντάρι είχε πάρει το μάθημά του και περίμενε, το γαϊδούρι να μπει για τα καλά μέσα στη σπηλιά του κι όταν αυτό έγινε, του όρμηξε.
Την ώρα που το έτρωγε, κύλησε το μυαλό του γαϊδάρου κι η αλεπού το άρπαξε κρυφά και το έφαγε.
Όταν το λιοντάρι έψαξε και δεν βρήκε το μυαλό, ρώτησε την αλεπού, μήπως αυτή το είχε πάρει και η αλεπού του απάντησε:
-Περιμένεις να βρεις μυαλό βασιλιά μου σε ένα ζώο, που μπήκε στη φωλιά σου δυο φορές για να το φας;
Αν με κοροϊδέψεις την πρώτη φορά, ντροπή σου! Αλλά αν με κοροϊδέψεις και δεύτερη φορά, ντροπή μου!

Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Η Εντεκάδα Της Αλάνας


Πριν πολλά χρόνια, όταν ο καιρός έφτιαχνε, όταν το καλοκαίρι άρχιζε να πλησιάζει, με την έναρξη και της θερινής ώρας, οι μέρες ήταν πλέον μεγαλύτερες!
Και τι σήμαινε όταν ήμασταν 10-15 χρονών, ότι οι μέρες ήταν μεγαλύτερες;
Περισσότερη μπάλα!
Το παιχνίδι λοιπόν κρατούσε περισσότερο. Οι μανάδες έβγαιναν πιο αργά, έξαλλες, στις εξώθυρες των σπιτιών, για να μας φωνάξουν να μαζευτούμε.
Και παρόλο που εκείνα τα ματς δεν έληγαν ποτέ ισόπαλα, ας όψεται «η τελευταία φάση» και το «όποιος το βάλει», πάντοτε τελείωναν, όταν έπεφτε το σκοτάδι!
Μισό λεπτό όμως. Τι γινόταν μέχρι να τσουλήσει η μπάλα στο χώμα/το γαρμπίλι/το τσιμέντο ή τέλος πάντων οποιαδήποτε επιφάνεια διέθετε το αυτοσχέδιο τότε γήπεδο;
Πως λυνόταν το πρόβλημα της απουσίας προπονητή;
Και πως επιλεγόταν το ποιος θα παίξει πού;
Ας κάνουμε λοιπόν «βηματάκια» να δούμε ποιος θα διαλέξει πρώτος, ας συμφωνήσουμε πρώτα, αν θα παίξουμε «με τους παλιούς ή τους καινούργιους» και ας θυμηθούμε τον τρόπο, που βγάζαμε σε ποια θέση θα παίξει ποιος.
Τερματοφύλακας (Νο 1): Ο χοντρός (ή ο πιο πιτσιρικάς)
Δεν χρειαζόταν να το παιδέψουμε. Πριν καν ξεκινήσει η κουβέντα, ο φαγανός της παρέας είχε πάρει ήδη θέση κάτω από τα δοκάρια, ή μάλλον ανάμεσα στις σχολικές τσάντες, ή στις στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη πέτρες. «Πού να τρέχεις», σκεφτόταν και από μέσα μας όλοι συμφωνούσαμε μαζί του. Αν δεν υπήρχε μπουλούκος, η αγγαρεία έπεφτε συνήθως στον μικρότερο. Με ψεύτικες παραινέσεις του τύπου «σ’ έχω δει, είσαι καλός» και τη δέσμευση «κάθε τρία γκολ θα αλλάζουμε», που ποτέ δεν επρόκειτο να τηρηθεί!
Δεξί μπακ (Νο 2): Ο πιο τεμπέλης
Δεν πολύ-τρελαινόταν κιόλας να παίξει. Βαριόταν να κινείται, αλλά επειδή θα βαριόταν περισσότερο αν καθόταν μόνος του, ερχόταν «για την παρέα». Ράθυμος, νωχελικός και χωρίς καμία διάθεση να «σκιστεί», δεν επρόκειτο να κάνει σπριντ ούτε για συμπαίκτη, που του είχε γυρίσει η γλώσσα. Τα πόδια του δεν έμπαιναν ποτέ στη φωτιά, πήγαινε πάντα σαν μη μου άπτου στις φάσεις και ήταν ο μοναδικός που γυρνώντας στο σπίτι, η μάνα του δεν φώναζε για τα ματωμένα του γόνατα!
Αριστερό μπακ (Νο 3): Ο πιο άμπαλος
Υπό κανονικές συνθήκες δεν θα έπρεπε να περνάει ούτε έξω από την αλάνα. Χωρίς ίχνος ταλέντου και με καμία μυρωδιά από μπάλα, δεν μπορούσε να κοντρολάρει ούτε τη μεγάλη φουσκωτή της NIVEA. Έλα όμως που ήταν φιλαράκι και δεν μας έκανε καρδιά, να τον αφήσουμε έξω. Ή ακόμα κι αν μας  έκανε καρδιά, έλα που δεν συμπληρώναμε. Οπότε τον βάζαμε σε μια θέση με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος. Και κάναμε τον σταυρό μας να μην παίζει ο «καλός» των άλλων από δεξιά!
Κόφτης (Νο 4): Το «τσεκούρι»
Μπορεί να ήταν ο νταής της παρέας. Μπορεί να ήταν εκείνος που μανούριαζε ευκολότερα. Μπορεί να ήταν εκείνος ο γορίλας ξάδερφός σου που είχε μείνει 3-4 τάξεις και φρόντιζε, αν κάποιοι άλλοι είχαν προλάβει, να πάνε πριν από εσάς στην αλάνα, να τους διώξει για χατίρι σας. Μπορεί και όλα αυτά μαζί! Σημασία δεν είχε ο (οξύθυμος) χαρακτήρας του. Σημασία είχε ότι ο αντίπαλος το σκεφτόταν δυο φορές να πλησιάσει, και καμιά να τον ντριπλάρει, υπό τον φόβο να πάρει τα πόδια στη σάκα του. Ή ο παίκτης περνάει ή η μπάλα, ποτέ και τα δύο μαζί!
Στόπερ (Νο 5): Ο «εγώ παίζω μόνο άμυνα»
Ο ανάποδος της υπόθεσης. Ενώ όλα τα παιδάκια ονειρεύονταν να βάζουν γκολ, εκείνος ονειρευόταν αποκρούσεις πάνω στη γραμμή. Ενώ όλοι τσακώνονταν, ποιος θα παίξει μπροστά, εκείνος έκανε ήδη διατάσεις στα μετόπισθεν. Μετρημένος και σοβαρός, απέφευγε τις περιττές ενέργειες. Σε κατάσταση κινδύνου έστελνε χωρίς ενδοιασμό την μπάλα στα περιστέρια. Και πάντα έτοιμος να θυσιαστεί, θα έτρωγε χώμα ή θα έσερνε τα μπούτια του στο γαρμπίλι, αν χρειαζόταν, για ένα σωτήριο τάκλιν!
Αμυντικό χαφ (Νο 6): Αυτός με τη μεγαλύτερη αντοχή
Το παιδί-λάστιχο. Ο υπερκινητικός που δεν έβαζε κώλο κάτω. Λεπτός και ξερακιανός, ο καλύτερος (μακράν) στο κυνηγητό και μονίμως ιδρωμένος στην ανάπαυλα! Δεν τον ενδιέφερε τόσο να δημιουργήσει ή να σκοράρει, όσο το να βρίσκεται συνέχεια στις φάσεις. Δίνοντας την εντύπωση στον αντίπαλο, ότι είχε έρθει να παίξει με τα τρίδυμα αδέρφια του, βρισκόταν παντού. Κι ήταν λυτρωτικός για την ομάδα στις συχνές περιπτώσεις, που χανόταν η επίθεση και κανείς δεν γυρνούσε πίσω!
Δεξί εξτρέμ (Νο 7): Ο πιο γρήγορος
Δεν είχε σημασία αν ήξερε πολλή μπάλα. Αν τελείωνε καλά τις φάσεις. Είχε ένα τεράστιο προσόν. Και έπρεπε οπωσδήποτε να το εκμεταλλευτούμε! Με φάτσα σκανδαλιάρη και ταχύτητα Βέγγου, μπορούσε να προλάβει ακόμα και μπαλιά του άμπαλου (βλέπε αριστερό μπακ). Μπορούσε να καλύψει τα κενά του τεμπέλη (βλέπε δεξί μπακ). Και βάζοντας το κεφάλι κάτω, το μόνο που είχε να φοβηθεί, διότι του συνέβαινε συχνά, ήτανε να τελειώσει κάποια στιγμή το γήπεδο!
Επιθετικό χαφ ( Νο 8): Ιδιοκτήτης μπάλας
Δεν του κουνιόταν κανένας. Τον είχαν όλοι με το καλό. Στις εποχές όπου η μπάλα δεν ήταν καθόλου δεδομένη και εναλλακτική λύση ήταν το πατημένο κουτάκι, ο ιδιοκτήτης ήταν σχεδόν ιερό πρόσωπο. Ο απόλυτος νταβατζής. Όπου ήθελε παίζαμε, όποτε ήθελε ξεκινούσαμε, όποια θέση ήθελε έπαιρνε κι αν τσατιζόταν, έπαιρνε την μπάλα κι έφευγε! Καταπιέζοντας λοιπόν την οργή που νιώθαμε για την εξάρτηση από εκείνον, κάναμε τα στραβά μάτια. Και τον αφήναμε να βολοδέρνει «κάπου στην επίθεση», με την ελπίδα κάποιου συγκυριακού γκολ, που θα τον κρατούσε ικανοποιημένο.
Σέντερ-φορ (Νο 9): Πάντοτε φορούσε φανέλα γνωστού παίκτη.
Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις, αν ήταν περισσότερο «λεζάντας» ή «απατεώνας». Όσο τον έβλεπες να «παίζει», τόσο πειθόσουν, ότι τελικά ήταν και τα δυο. Σαν βιδωμένος με ούπα στην αντίπαλη περιοχή και με το χέρι μόνιμα υψωμένο, για να ζητάει την μπάλα, παραμόνευε για κάποια προβολή τεράστιας δυσκολίας πάνω στη γραμμή, για να πανηγυρίσει έξαλλα το γκολ, δείχνοντας το όνομα στη φανέλα του και υπονοώντας, χωρίς ίχνος τσίπας, ότι είχε οποιαδήποτε ομοιότητα με εκείνον, που έγραφε η φανέλα του!
Δεκάρι ( Νο 10): Ο καλύτερος παίκτης
Ο ηγέτης της ομάδας. Αυτός που όλοι του έβγαζαν το καπέλο και κατά βάθος τον ζήλευαν και λίγο. Εννοείται ότι έπαιζε σε ομάδα και εννοείται, ότι φρόντιζε να το υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία! Πριν ξεκινήσει το παιχνίδι, έπαιρνε την μπάλα, έκανε μερικά «ποδαράκια» και με περισπούδαστο ύφος έβγαζε το πόρισμα, «καλή είναι». Κι αφότου γινόταν η σέντρα, έκανε πλάκα στα άλλα παιδάκια, επιχειρώντας, αν επρόκειτο περί τσόγλανου, να τα ντριπλάρει και με ταπεινωτικό τρόπο.
Αριστερό εξτρέμ ( Νο 11): Ο μοναδικός αριστεροπόδαρος
Εδώ τα κουκιά ήταν μετρημένα. Εκείνοι που είχαν το αριστερό και για άλλες χρήσεις, πέραν του να περπατάνε, ήταν ελάχιστοι. Οπότε ο σπάνιος  αριστεροπόδαρος κέρδιζε χωρίς ιδιαίτερο ανταγωνισμό τη θέση. Όχι ότι δεν την άξιζε βέβαια. Γιατί στην πλειοψηφία τους τα παιδάκια που την κλωτσούσαν μ’ αυτό το ευλογημένο πόδι, ήξεραν, πού να στείλουν την μπάλα, με στιλ και χωρίς φόβο, ότι θα πάει στο τζάμι κάποιου γείτονα, που θα απειλεί να τη σκίσει!

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

Στην πύλη του Παραδείσου


Μια μέρα, στις πύλες του ουρανού συγκεντρώθηκαν μερικές εκατοντάδες ψυχές. Ήταν οι ψυχές των αντρών και γυναικών, που είχαν πεθάνει εκείνη την ίδια μέρα.
Ο Άγιος Πέτρος, που λένε ότι είναι ο φύλακας της εισόδου του Παραδείσου, ρύθμιζε την κυκλοφορία.
Σύμφωνα με τις εντολές του «Προϊσταμένου» οι φιλοξενούμενοι θα χωρίζονταν σε τρεις ομάδες, με κριτήριο τις δέκα εντολές.
Στην πρώτη ομάδα θα πήγαιναν, όσοι είχαν παραβιάσει όλες τις εντολές, τουλάχιστον μία φορά.
Στην δεύτερη ομάδα, όσοι είχαν παραβιάσει τουλάχιστον μία εντολή, έστω και μία μόνο φορά.
Και η Τρίτη ομάδα, με την ελπίδα πως θα ήταν και η πολυπληθέστερη, θα απαρτιζόταν απ’ αυτούς, που ποτέ δεν παραβίασαν καμία από τις δέκα εντολές!
- Λοιπόν, συνέχισε ο Άγιος Πέτρος, όσοι παραβίασαν όλες τις εντολές να έρθουν στα δεξιά.
Πάνω από τις μισές ψυχές πέρασαν στη δεξιά μεριά.
- Τώρα, φώναξε, από τους υπόλοιπους, όσοι παραβίασαν έστω και μία εντολή να περάσουν αριστερά.
Όλες οι υπόλοιπες ψυχές πήγαν αριστερά.
Δηλαδή, σχεδόν όλες, εκτός από μία.
Στο κέντρο είχε μείνει μια ψυχή, ένας καλός άνθρωπος. Σε όλη του τη ζωή είχε βαδίσει στο δρόμο των αγνών αισθημάτων, των αγαθών σκέψεων και των καλών πράξεων.
Ο Άγιος Πέτρος ξαφνιάστηκε. Μονάχα μία ψυχή στην ομάδα των καλύτερων ψυχών!
Αμέσως, έτρεξε να ενημερώσει το Θεό.
- Κοίταξε: αν συνεχίσουμε με το αρχικό μας σχέδιο, αυτός ο φουκαράς που έμεινε μόνος του στο κέντρο, αντί να επιβραβευτεί για την καλοσύνη του, θα νιώσει απέραντη ανία μέσα στην απόλυτη μοναξιά. Νομίζω ότι κάτι πρέπει να κάνουμε.
Ο Θεός εμφανίστηκε πάνω από την ομάδα και είπε:
- Όσοι μετανοήσουν τώρα, θα συγχωρεθούν και οι αμαρτίες τους θα ξεχαστούν. Όσοι μετανοήσουν, μπορούν να πάνε πάλι στο κέντρο, με τις αγνές και άψογες ψυχές».
Σιγά σιγά, όλοι άρχισαν να κινούνται προς το κέντρο.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια φωνή:
- Ε, για μια στιγμή! Αδικία! Προδοσία!
Ήταν η φωνή του αναμάρτητου.
- Αυτό δεν είναι δίκαιο! Αν το ήξερα ότι θα με συγχωρούσαν, δε θα χαράμιζα όλη μου τη ζωή, πιεζόμενος να μην κάνω πράγματα, που ήθελα!

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020


Λίγο πιο βαθιά, πιο βαθιά.
( Μια ιστορία του Osho )



Ένας άνθρωπος, χωρίς οικογένεια, για να ζήσει, δούλευε σκληρά, κόβοντας ξύλα στο δάσος, τα οποία τα πουλούσε. Τα χρήματα που έπαιρνε ίσα που του έφταναν, για να επιβιώσει.
Κάθε μέρα στο δάσος περνούσε από έναν μυστικιστή που καθόταν κάτω από ένα δένδρο. Και όπως συμβαίνει στην ανατολική παράδοση, άγγιζε τα πόδια του μυστικιστή, έπαιρνε την ευλογία του. και πήγαινε στη δουλειά του.
Ο μυστικιστής άρχισε να λυπάται τον άνδρα. Μια μέρα είπε:
- Αν πας λίγο πιο βαθιά μέσα στο δάσος, μπορείς να βρεις ένα ορυχείο χαλκού. Και μόνο η δουλειά μιας ημέρας, βγάζοντας τον χαλκό, θα είναι αρκετή, για να εξασφαλίσεις φαγητό για επτά ημέρες. Έχε την περιέργεια και προχώρησε λίγο πιο μέσα στο δάσος.
Ο άνδρας γνωρίζοντας πως ο μυστικιστής ήταν πάντα κάτω από το δένδρο, ήταν επιφυλακτικός στο να πιστέψει την πληροφορία της ύπαρξης του ορυχείου χαλκού. Τελικά όμως περίεργος προχώρησε μέσα στο δάσος, βρήκε το ορυχείο, δούλεψε για μια μέρα και τον χαλκό που έβγαλε, τον πούλησε κι εξασφάλισε τροφή για επτά μέρες.
Ξεκουράστηκε και μετά από μια βδομάδα όταν επέστρεψε, έδειχνε λίγο καλύτερα, πιο υγιής, λίγο πιο νέος. Άγγιξε τα πόδια του μυστικιστή και είπε:
- Αυτή τη φορά αγγίζω τα πόδια σου όχι μόνο λόγω παράδοσης, αλλά επειδή είμαι πραγματικά ευγνώμων για την αποκάλυψη του ορυχείου σε εμένα!
- Αν πας λίγο πιο βαθιά στο δάσος, θα βρεις ένα ορυχείο ασημιού. Η δουλειά μιας ημέρας θα είναι αρκετή ώστε να σου εξασφαλίσει φαγητό για έναν μήνα, του είπε ο μυστικιστής.
Ο μυστικιστής είχε αποδειχτεί σωστός την πρώτη φορά και ο άνδρας είχε λιγότερες επιφυλάξεις, σε σχέση με αυτό, που του αποκάλυψε. Πήγε λίγο πιο βαθιά, και βρήκε ένα ορυχείο ασημιού. Μάζεψε λίγο ασήμι, και ήταν στα αλήθεια αρκετό, ώστε να του εξασφαλίσει φαγητό για έναν μήνα.
Μετά από έναν μήνα ήρθε και έπεσε στα πόδια του μυστικιστή και είπε:
- Είμαι πραγματικά ευγνώμων και λυπάμαι που υπήρξαν στιγμές, που αμφισβήτησα την ορθότητα, όσων μου είπες.
- Ακόμη δεν με έχεις καταλάβει. Πήγαινε λίγο πιο βαθιά στο δάσος, του είπε πάλι ο μυστικιστής.
- Για ποιο λόγο; Με δουλειά μιας ημέρας εξασφαλίζω πολυτελή ζωή ενός μήνα!
- Δεν ξέρεις τι είναι η πολυτέλεια. Προχώρησε λίγο πιο πέρα και θα βρεις ένα χρυσωρυχείο, τον προέτρεψε ο μυστικιστής..
Ο ξυλοκόπος προχώρησε πιο βαθιά στο δάσος και πραγματικά βρήκε το χρυσωρυχείο. Με το χρυσάφι που έβγαλε με δουλειά μιας μέρας, εξασφάλιζε την διαβίωσή του για έναν ολόκληρο χρόνο!
Όταν ο πρώην ξυλοκόπος ήρθε στον μυστικιστή μετά από έναν χρόνο, έμοιαζε με έναν τελείως διαφορετικό άνθρωπο, όμορφα ρούχα, όμορφα παπούτσια και σίγουρα φαινόταν πιο νέος και πιο υγιής. Ο μυστικιστής χρειάστηκε λίγη ώρα για να αναγνωρίσει, πως αυτός ήταν ο γέρο-ξυλοκόπος. Είπε:
- Λοιπόν, τα πράγματα πηγαίνουν καλά;
- Πηγαίνουν τρομερά καλά, απάντησε ο άνδρας, αλλά χθες το βράδυ σκέφτηκα, πως ίσως να υπάρχει κάτι ακόμη πιο πολύτιμο βαθύτερα μέσα στο δάσος.
- Τώρα, επιτέλους, κατάφερα να φτάσω στην καρδιά σου, είπε ο μυστικιστής. Τώρα έχεις ελπίδα, τώρα έχεις ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Ναι, υπάρχει κάτι πιο βαθιά στο δάσος, ένα αδαμαντωρυχείο!.
- Μα γιατί δεν το είπες από την αρχή, ώστε να μη χάσω τον χρόνο μου με τον χαλκό, το ασήμι και τον χρυσό;
- Δεν θα με είχες πιστέψει, δεν θα με είχες εμπιστευτεί, είπε ο μυστικιστής. Δεν θα είχες πάει αν σου έλεγα για διαμάντια. Έπρεπε να σε οδηγήσω σιγά-σιγά. Τώρα ήρθες από μόνος σου να με ρωτήσεις και αυτό είναι καλό σημάδι, επειδή δείχνει, πως παρά το γεγονός ότι ζεις πολυτελέστατα, δεν είσαι ικανοποιημένος, ευχαριστημένος.
Ο ξυλοκόπος προχώρησε ακόμη πιο βαθιά στο δάσος, ανακάλυψε το αδαμαντωρυχείο κι επιστρέφοντας στον μυστικιστή, άγγιξε τα πόδια του και του είπε:
- Ίσως είναι η τελευταία φορά που αγγίζω τα πόδια σου, επειδή μάλλον δεν πρόκειται να έρθω σε σένα άλλη φορά. Αυτά τα διαμάντια μου φτάνουν για να ζήσω πλούσια κι άνετα όλη μου τη ζωή!
Ο μυστικιστής είπε:
- Πίστεψέ με πως υπάρχει κάτι ακόμη καλύτερο από τα διαμάντια, ακόμη περισσότερο βαθιά στο δάσος. Μπορείς να έρθεις, τουλάχιστον ακόμη μια φορά να με δεις και θα σου αποκαλύψω και θα σου δώσω αυτό που υπάρχει, χωρίς να χρειαστεί να πας εσύ στο δάσος!
Ο ξυλοκόπος απομακρύνθηκε. Εκείνο το βράδυ όμως δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι, σκεπτόμενος αυτά που του είπε ο μυστικιστής. Παρά το γεγονός πως πλέον είχε τα μέσα, για να περάσει όλη του την ζωή με πλούτη, τον έκαιγε η περιέργεια για αυτό που του υποσχέθηκε να του αποκαλύψει ο μυστικιστής.
Μόλις ξημέρωσε η επόμενη ημέρα ήρθε. Ο μυστικιστής καθόταν με τα μάτια του κλειστά, αυτό γινόταν για πρώτη φορά. Ο ξυλοκόπος άγγιξε τα πόδια του, αλλά ο μυστικιστής έμοιαζε με άγαλμα. Δεν κουνήθηκε, δεν έλαβε την ευγνωμοσύνη του, δεν τον ευλόγησε!
Ο ξυλοκόπος ταρακούνησε τον μυστικιστή.
- Τι συμβαίνει, υποσχέθηκες πως θα μου αποκάλυπτες, κάτι που βρίσκεται πιο πέρα.
- Αυτό σου δείχνω. Πέρα από τα διαμάντια βρίσκεται το ίδιο σου το είναι, λίγο πιο πέρα. Αν δεν ανακαλύψεις το ορυχείο του είναι σου, δεν έχεις βρει τίποτε!
Ο ξυλοκόπος είπε:
- Τώρα καταλαβαίνω γιατί κάθεσαι πάντα εδώ, κάτω από αυτό το δένδρο, χωρίς να ασχολείσαι ποτέ με διαμάντια. Τώρα θα καθίσω δίπλα σου κάτω από αυτό το δένδρο, μέχρι να βρω αυτό το ορυχείο, για το οποίο μιλάς. Είναι πολύ δύσκολο να πηγαίνω λίγο πιο βαθιά, λίγο πιο βαθιά μέσα μου. Ήταν πολύ εύκολο να προχωράω λίγο πιο βαθιά μέσα στο δάσος, αλλά τώρα αλλάζεις όλη την κατεύθυνση.
Ενώ ο ξυλοκόπος καθόταν σιωπηλά στο δάσος μαζί με τον μυστικιστή και διαποτιζόταν με την παρουσία του, τη σιωπή του, τη στοργικότητά του πέρασε όλη η ημέρα και όταν ο ήλιος έδυε ο άνδρας σάστισε. Άνοιξε τα μάτια του. Είπε:
- Έπρεπε να μου το είχες πει νωρίτερα όταν περνούσα από εδώ. Για χρόνια έκοβα ξύλα, κουβαλούσα το φορτίο στους ώμους μου και εσύ απλά καθόσουν εδώ και απολάμβανες αυτήν την εσωτερική αίσθηση, αυτήν την εσωτερική χαρά, και δεν μου το έλεγες!
- Δεν θα με είχες ακούσει. Πρώτα χρειάζονται τα διαμάντια.Τα διαμάντια χρειάζονται για να μπορείς να ικανοποιείς τις ανάγκες του σώματος και του πνεύματος, επειδή χωρίς υλικά αγαθά αδυνατείς να καλύψεις τις ανάγκες σου. Τώρα μπορείς να πας σπίτι, επειδή αντιλήφθηκες πως το ορυχείο των θησαυρών σου βρίσκεται μέσα σου. Απλά να θυμάσαι ένα πράγμα, να προχωράς συνεχώς, μη σταματήσεις ποτέ. Δεν υπάρχει τέρμα, επειδή κάθε τέρμα είναι θάνατος!
Ίσως να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε κάτι καλύτερο από εκείνο, που έχουν ονειρευτεί όλες οι ουτοπίες του κόσμου, αλλά η ουτοπία θα υπάρχει πάντα στον ορίζοντα, ο οποίος μοιάζει να βρίσκεται τόσο κοντά, ώστε θα μπορούσαμε να φτάσουμε αυτή τη στιγμή, μέσα στην επόμενη ώρα, στο σημείο που η γη αγγίζει τον ουρανό. Αλλά καθώς πλησιάζουμε τον ορίζοντα, ο ορίζοντας συνεχώς απομακρύνεται, η απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τον ορίζοντα παραμένει πάντα η ίδια.
Και αυτό είναι όλο το μυστικό της ανάπτυξης και της εξέλιξης!

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Το άγνωστο κρύβει κινδύνους


Ζούσε κάποτε σε μια όμορφη ακρογιαλιά ένας νεαρός κάβουρας. Η ζωή του κυλούσε γαλήνια κι ασφαλής. Μπαινόβγαινε στη θάλασσα, έβρισκε εύκολα την τροφή του, χωνόταν στη ζεστή άμμο και προστατευόταν από τους εχθρούς του, έπαιζε με τα αδέρφια και τους φίλους του, τα άλλα καβουράκια αλλά και τα ψαράκια και τα στρείδια κι όλα τα θαλασσινά ζωάκια.
Ένα πρωινό όμως αισθάνθηκε πολύ βαριεστημένος. «Πάλι τα ίδια θα κάνω σήμερα; Πάλι με το νερό θα παίζω;» σκέφτηκε. «Τι καλά θα ήταν να κάνω μια εκδρομή μακριά από τη θάλασσα! Να γνωρίσω τι βρίσκεται πίσω από τους αμμόλοφους! Ίσως συναντήσω καινούριους φίλους! Ίσως ανακαλύψω κάτι πολύ όμορφο και συναρπαστικό! Κι ύστερα θα γυρίσω και θα τα διηγούμαι στα άλλα καβουράκια κι όλοι θα με θαυμάζουν, για το θαρραλέο κατόρθωμά μου! Αλλά δεν θα το πω σε κανέναν δικό μου. Σίγουρα θα προσπαθήσουν να με εμποδίσουν οι φοβητσιάρηδες!».
Μ΄ αυτές τις σκέψεις άρχισε να απομακρύνεται από τη θάλασσα. Με πολλή δυσκολία σκαρφάλωνε στα βουναλάκια της αμμουδιάς. Σε λίγο η θάλασσα είχε χαθεί από τα μάτια του. Δεν πατούσε πια σε έδαφος αμμουδερό, αλλά σε έδαφος τραχύ με πέτρες και χόρτα. Τα φυτά γύρω του ψήλωναν. Το τοπίο ήταν πρωτόγνωρο.
Ο κάβουρας στην αρχή ήταν ενθουσιασμένος. Σιγά-σιγά όμως οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Τα στραβοποδαράκια του ήταν κατάκοπα. Δεν έβρισκε τίποτα να φάει. Δεν έβρισκε νερό να δροσιστεί. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, αισθάνεται ένα απότομο σφίξιμο κι έναν φοβερό πόνο. Το καύκαλό του σπάζει, καθώς μια αλεπού τον χώνει βιαστικά στο στόμα της, ευτυχισμένη από τον ανέλπιστο μεζέ, που βρέθηκε μπροστά της.
Πριν ξεψυχήσει, ο κάβουρας μουρμούρισε: «Καλά να πάθω! Άφησα την ασφάλεια της θάλασσάς μου και ξεκίνησα να εξερευνήσω τη στεριά!».
Στο καινούριο και στο άγνωστο κρύβονται συχνά κίνδυνοι θανάσιμοι. Ας μην ξεφεύγουμε εύκολα κι απερίσκεπτα από την ασφάλεια του γνωστού περιβάλλοντός μας, στο οποίο είναι περισσότερο εξασφαλισμένη η προστασία μας.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Οι δυο ζητιάνοι


Στην είσοδο μιας εκκλησίας, κάθε Κυριακή, κάθονταν δύο ζητιάνοι, ένας σε κάθε πλευρά της εντυπωσιακής πρόσοψης του παλιού κτιρίου.
Γύρω στο μεσημέρι, όταν οι ενορίτες έβγαιναν από τη λειτουργία, οι δύο κακομοίρηδες άρχιζαν τις ικεσίες,  ο καθένας τη δική του.
- Λίγη ελεημοσύνη για τον φτωχό χριστιανό, που δεν έχει να φάει, έλεγε ο ένας.
- Λίγη ελεημοσύνη για τον φτωχό Εβραίο, που πεινάει και κρυώνει, κλαψούριζε ο άλλος, είκοσι μέτρα μακρύτερα.
Σχεδόν όλοι όσοι έβγαιναν από την εκκλησία, μόλις άκουγαν τους θρήνους και τις ικεσίες τους, πλησίαζαν τον χριστιανό ζητιάνο και, με πολλή φυσικότητα, άφηναν ένα νόμισμα στο καπέλο του. Ελάχιστοι μόνο άφηναν από ένα νόμισμα στα καπέλα και των δύο.
Αυτό επαναλαμβανόταν κάθε Κυριακή. Ήταν προφανές, ότι ο χριστιανός ζητιάνος έπαιρνε πολύ περισσότερη βοήθεια από τον άλλον.
Ο παπάς της εκκλησίας ήταν άνθρωπος με πολύ καλή καρδιά και είχε παρατηρήσει με θλίψη, αυτό που συνέβαινε.
Στο κυριακάτικο κήρυγμά του είχε παρακαλέσει πάνω από μία φορά, αυτούς που μπορούσαν να προσφέρουν βοήθεια, να το έκαναν χωρίς διακρίσεις. Έτσι, προσπαθούσε να βοηθήσει όχι μόνο την ενορία του στην πνευματική της εξέλιξη, αλλά και τους ζητιάνους του ναού.
Μια Κυριακή, όταν όλος ο κόσμος είχε φύγει, ο ίδιος ο παπάς βγήκε στην πόρτα και πλησιάζοντας τον χριστιανό, του άφησε ένα νόμισμα στο καπέλο, καθώς έκανε το σημάδι του σταυρού. Μετά, διέσχισε την πρόσοψη κι άφησε ένα νόμισμα και στο καπέλο του Εβραίου.
- Ευχαριστώ πολύ, πάτερ, είπε ο άνθρωπος.
- Μπορώ να σου πω κάτι γιε μου;

- Ναι πάτερ.
- Εμένα δεν με πειράζει, να ζητάς ελεημοσύνη στην πόρτα του ναού και είμαι βέβαιος,ότι ούτε και τους ενορίτες μου τους πειράζει. Δε θα ήταν καλύτερα για σένα αν ζητιάνευες έξω από μία συναγωγή; Ή, τουλάχιστον, δε θα ήταν καλύτερα, όταν είσαι εδώ, να ζητάς ελεημοσύνη χωρίς να αναφέρεις τη θρησκεία σου;
-  Θα το σκεφτώ, πάτερ, ευχαριστώ!
- Παρακαλώ , γιε μου, είπε ο παπάς,  ο Θεός να σε ευλογεί!
Ο παπάς μπήκε στο ναό κλείνοντας πίσω του την παλιά ξύλινη πόρτα.
Ο χριστιανός στράφηκε στον άλλον και του είπε:

- Καλός  άνθρωπος, ε;
Ο άλλος ζητιάνος τον κοίταξε δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού προς την πόρτα που είχε μόλις κλείσει και του είπε:

- Ναι , Σαμουέλ. Αλλά δε θα μας μάθει εμάς πώς να στήνουμε επιχειρήσεις… ε;

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

Το πεζοδρόμιο του γείτονα


Έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα στο πεζοδρόμιο του γείτονα. Γεμάτο χώμα, ξερά φύλλα, πεταμένα χαρτάκια, σβησμένες γόπες. Και ύστερα με κρυφό καμάρι γύρισε στο δικό του, καθαρό, φρεσκοσκουπισμένο, νοικοκυρεμένο πεζοδρόμιο. Θαύμασε την διαφορά.
Ο καθένας κάνει τις επιλογές του, σκέφτηκε. Δεν μπορεί να κάνει με το ζόρι νοικοκύρη τον γείτονα! Μάζεψε τη σκούπα και το φαράσι με ιδρωμένο μέτωπο αλλά με την συνείδηση ήσυχη.
Λίγη ώρα αργότερα ένα ελαφρύ καλοκαιρινό βοριαδάκι έφερε τα πάνω, κάτω. Όλα τα σκουπίδια από το πεζοδρόμιο του γείτονα στροβιλίστηκαν λίγο και ύστερα στρογγυλοκάθισαν αναπαυτικά στο δικό του πεζοδρόμιο! Άδικα το καμάρι, άδικος ο κόπος και ο χρόνος που έχασε. Τι κρίμα!
Προβληματίστηκε. Για να είναι καθαρό το πεζοδρόμιο μπροστά στο σπίτι μου, σκέφτηκε, δεν αρκεί μόνο να το σκουπίσω. Δεν είναι περιφραγμένο, για να εξαρτάται η καθαριότητά του αποκλειστικά από εμένα. Υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, που μπορεί να ανατρέψουν ότι εγώ με τόση επιμέλεια φρόντισα. Κι αυτούς είναι καλό να τους έχουμε πάντα υπόψη μας. Να τους ερευνούμε, να επιδιώκουμε κατά το δυνατόν, να τους αντιμετωπίζουμε. Διαφορετικά θα βρισκόμαστε συχνά μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις.
Κι ας έχουμε στο νου μας ότι, όπως τα πεζοδρόμια δεν είναι απομονωμένα και η καθαριότητα του ενός επηρεάζει την καθαριότητα του άλλου, έτσι συμβαίνει και στην ζωή.
Αρκεί ένα ελαφρύ βοριαδάκι για να μεταφέρει τα ξένα σκουπίδια στην δική μας καρδιά και τότε άδικα το καμάρι, κρίμα στον κόπο μας!
Ας διευρύνουμε τους ορίζοντες μας. Κι ας συνειδητοποιήσουμε ότι δουλεύοντας για την αναβάθμιση του συνόλου, δουλεύουμε συγχρόνως για την οικογένειά μας και για εμάς τους ίδιους. Προσφέροντας στην κοινωνία, ευεργετούμε το δικό μας σπίτι. Σκορπώντας φως και αγάπη στον κόσμο, η ωφέλεια έρχεται πρώτα σε εμάς. Ανεβάζοντας το επίπεδο της τοπικής ή ευρύτερης κοινωνίας μας, βοηθάμε τα δικά μας παιδιά να ζήσουν σε καλύτερες συνθήκες.
Η κοινωνία και εμείς είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία, δίνουμε και ταυτόχρονα παίρνουμε, προσφέρουμε και ταυτόχρονα εισπράττουμε.