Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Αυγό, Καρότο, Κόκκοι Καφέ


Μία κοπέλα πήγε ένα βράδυ λυπημένη στη μητέρα της. Της μίλησε για τη ζωή της και τα προβλήματά της. Είχε κουραστεί, να προσπαθεί ν’ αλλάξει τη ζωή της και να απογοητεύεται. Νόμιζε, πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, ένα άλλο νέο προέκυπτε.
Η μητέρα της, αφού την άκουσε, πήγε στην κουζίνα, γέμισε τρία δοχεία με νερό και έβαλε το καθένα σε δυνατή φωτιά. Γρήγορα το νερό στα δοχεία άρχισε να βράζει.Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα, στο δεύτερο έβαλε αυγά και στο τελευταίο έβαλε κόκκους καφέ.Τα άφησε λίγο να βράσουν, χωρίς να πει ούτε λέξη.
Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω απ’ το νερό και τα έβαλε σ’ ένα μπωλ και τα αυγά σ’ ένα άλλο. Μετά άδειασε τον καφέ σ’ ένα φλιτζάνι.
Γυρνώντας στην κόρη της την ρώτησε:
- Τι βλέπεις;
- Καρότα, αυγά και καφέ, της απάντησε η κόρη.
- Άγγιξε τα καρότα.
Η κοπέλα τα άγγιξε και παρατήρησε, ότι ήταν μαλακά.
Μετά της ζήτησε να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. Αφού έβγαλε τα τσόφλια, παρατήρησε ότι το αυγό ήταν σφιχτό.
Στο τέλος, η μητέρα ζήτησε απ’ την κόρη της, να πιει μια γουλιά καφέ.
Η κόρη χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμά του και τη ρώτησε:
- Τι σημαίνουν όλα αυτά μητέρα;
Η μητέρα της εξήγησε, ότι το καθένα απ’ αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή βραστό νερό. Το καθένα όμως αντέδρασε διαφορετικά.
Το καρότο μπήκε μέσα στο νερό δυνατό και σκληρό αλλά μαλάκωσε κι έγινε αδύναμο.
Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα είχε προστατέψει το υγρό εσωτερικό του, αλλά αφού μπήκε στο βραστό νερό, το εσωτερικό του σκλήρυνε.
Όμως οι κόκκοι του καφέ ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους στο βραστό νερό, άλλαξαν το νερό!
- Ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ, ρώτησε την κόρη της. Όταν η δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς αντιδράς; Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;
Είσαι το καρότο που φαίνεται δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου; Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως είχες «υγρό» πνεύμα, αλλά μετά από έναν θάνατο, έναν χωρισμό, μία οικονομική δυσκολία ή μια άλλη δοκιμασία σκλήρυνες; Μήπως το περίβλημά σου μοιάζει το ίδιο, αλλά μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα;
Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος στην πραγματικότητα αλλάζει το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες, που προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, αυτός απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του. Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα είναι άσχημα, εσύ αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου, ανυψώνεις τον εαυτό σου σε άλλο επίπεδο, βγάζεις το άρωμά σου!
Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;
Ελπίζω να έχεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκιά, αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατή, αρκετή λύπη για να παραμείνεις ανθρώπινη και αρκετή ελπίδα για να σε κάνει ευτυχισμένη.
Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν απαραιτήτως τα καλύτερα. Απλώς κάνουν το καλύτερο που μπορούν, με αυτά που τους συμβαίνουν στη διαδρομή τους.
Όταν γεννήθηκες, έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν.
Ζήσε τη ζωή σου έτσι ώστε στο τέλος εσύ να είσαι αυτή, που θα χαμογελά όταν όλοι γύρω σου θα κλαίνε!
Οι Φίλοι


Ένας άνδρας, το άλογό του και ο σκύλος του, είχαν πεθάνει και βρέθηκαν σε κάποιον δρόμο. Αυτός ο δρόμος ήταν πολύ μεγάλος, ο ήλιος έκαιγε και κάποια στιγμή κουράστηκαν και διψούσαν πολύ.
Κάπου πιο κάτω είδαν μια τεράστια μαρμάρινη πύλη, πολύ όμορφη. Μπαίνοντας από αυτήν την πύλη, συνάντησαν ένα μονοπάτι, στρωμένο με χρυσές πέτρες, που οδηγούσε σε ένα σιντριβάνι, το οποίο έτρεχε κρυστάλλινο νερό!
Εκεί στο σιντριβάνι υπήρχε ένας φύλακας:
- Καλημέρα, είπε ο άνδρας.
- Καλημέρα, του απάντησε ο φύλακας.
- Ποιο είναι αυτό το όμορφο μέρος;
- Εδώ είναι ο Παράδεισος.
- Α, πολύ καλά, αλλά διψάω πολύ!
- Μπορείς να μπεις και να πιεις όσο θέλεις.
- Το άλογό μου και ο σκύλος μου διψάνε επίσης.
- Λυπάμαι, αλλά εδώ δεν επιτρέπονται τα ζώα, είπε ο φύλακας.
Ο άνδρας απογοητεύτηκε, γιατί διψούσε πολύ, αλλά δεν μπορούσε να πιει νερό και να αφήσει τους φίλους του, να διψάνε. Έτσι, συνέχισε πάλι να περπατάει στο δρόμο, όπου μετά από μια μεγάλη ανηφόρα και ακόμη πιο κουρασμένοι και διψασμένοι φτάσανε σε μια φάρμα, όπου υπήρχε μια παλαιά πύλη μισάνοιχτη. Μπαίνοντας, συνέχισαν σε έναν χωματόδρομο, όπου δεξιά και αριστερά υπήρχαν δύο δέντρα, που έκαναν μια μεγάλη σκιά. Κάτω από το ένα από τα δύο δέντρα υπήρχε ένας άνθρωπος ξαπλωμένος, ο οποίος φορούσε και ένα καπέλο. Φαινόταν να κοιμόταν.
- Καλημέρα είπε ο άνδρας.
- Καλημέρα, απάντησε ο άνδρας με το καπέλο.
- Εγώ, το άλογό μου και ο σκύλος μου διψάμε πολύ.
- Εκεί στις πέτρες υπάρχει μια πηγή, μπορείτε να πιείτε όσο θέλετε.
Ο άνδρας με τα ζώα επιτέλους ήπιαν νερό και φεύγοντας ο άνδρας είπε:
- Ευχαριστώ πάρα πολύ.
- Να έρχεστε όποτε θέλετε, απήντησε.
- Α, συγνώμη, από περιέργεια, πως λέγεται αυτό το μέρος;
- Παράδεισος, απάντησε ο άνθρωπος.
- Παράδεισος; Αλλά ο φύλακας εκεί πιο κάτω στην
μαρμάρινη πύλη μου είπε, ότι εκεί ήταν ο Παράδεισος!
- Εκεί δεν είναι ο Παράδεισος αλλά η Κόλαση.
Ο άνδρας τρόμαξε και είπε:
- Αλλά αυτή η ψεύτικη πληροφορία μάλλον δημιουργεί μεγάλα μπερδέματα στους ταξιδιώτες!
- Όχι, όχι, καθόλου. Στην πραγματικότητα αυτοί που την δίνουν, μας κάνουν μεγάλη χάρη, γιατί εκεί μένουν μόνο εκείνοι, που είναι ικανοί να παρατήσουν τους καλύτερους φίλους τους!