Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

Λάθος Προορισμός



'' Κάποτε υπήρχε ένας άνθρωπος, ο οποίος ήταν πολύ φωτεινός και καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του, συμπεριφερόταν στους γύρω του με πολύ αγάπη. Όταν πέθανε λοιπόν όλος ο κόσμος έλεγε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να πάει κάπου αλλού εκτός από τον παράδεισο. Ο ίδιος όμως δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα για το που θα πάει, αλλά επειδή όλοι έλεγαν ότι θα πήγαινε στον Παράδεισο, κατευθύνθηκε προς τα εκεί.
Εκείνη την εποχή όμως έκαναν στον Παράδεισο μια μεγάλη ανακαίνιση, οπότε τα πράγματα δεν λειτουργούσαν σωστά. Ένα από αυτά, που δεν λειτουργούσε σωστά, ήταν και η ρεσεψιόν. Η κοπέλα λοιπόν που είχε μείνει στην ρεσεψιόν τα είχε χαμένα και έτσι έριξε μια βιαστική ματιά στις αιτήσεις και για κάποιον λόγο δεν βρήκε το όνομα του ανθρώπου αυτού. Γι αυτόν τον λόγο τον προέτρεψε, να κατευθυνθεί προς την κόλαση.
Και στην κόλαση, ξέρετε πως είναι. Δεν έχει είσοδο, δεν έχει υποδοχή όποιος θέλει μπαίνει, όποιος θέλει βγαίνει, όλα χύμα με λίγα λόγια.
Ο άνθρωπος λοιπόν μπήκε ήρεμος στην κόλαση, βρήκε μια γωνιά και κάθισε.
Μερικές μέρες αργότερα, ο Διάολος πολύ θυμωμένος, έφτασε στην πύλη του Παραδείσου φωνάζοντας τον Άγιο Πέτρο να βγει έξω και οργισμένος του είπε:
- Είσαι ένα καθίκι. Κανείς δεν φανταζόταν ότι θα έκανες ένα τέτοιο χτύπημα κάτω από τη μέση. Αυτό που κάνεις είναι τρομοκρατία!
Χωρίς να καταλαβαίνει τον λόγο που ο Διάολος είχε θυμώσει τόσο πολύ, ο Άγιος Πέτρος έκπληκτος τον ρώτησε τι είχε συμβεί.
- Εσύ έστειλες αυτόν τον τύπο στην κόλαση και αυτός έχει δημιουργήσει μεγάλη φασαρία, μας έφερε πολλούς μπελάδες.
Όταν έφτασε εκεί, κάθισε και άκουγε τα παράπονα των ανθρώπων, τους κοίταζε στα μάτια και έπιανε κουβέντα μαζί τους. Και τώρα όλοι εκεί κάτω είναι χαμογελαστοί, φιλιούνται και αγκαλιάζονται μεταξύ τους. Η κόλαση έχει γίνει ανυπόφορη, έχει γίνει σαν παράδεισος. Για αυτό κάνε μου την χάρη:
- Πέτρο, σε παρακαλώ πάρε αυτόν τον άνθρωπο από εκεί και κράτησέ τον εδώ! ''
Ζήσε τη ζωή σου έχοντας την καρδιά σου γεμάτη αγάπη, κι ακόμα και εάν κατά λάθος βρεθείς στην κόλαση, ο ίδιος ο διάολος θα σε γυρίσει πίσω στον παράδεισο.

Στο κρουαζιερόπλοιο που βυθιζότανε στη θάλασσα
«Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη βάρκα. Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση».
Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:
«Τι νομίζετε ότι του φώναξε;»
Οι περισσότεροι από τους μαθητές με ενθουσιασμό απάντησαν ότι η σύζυγος φώναξε:
«Σε μισώ!»,
«Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα»
«Νόμιζα ότι με αγαπούσες».
Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι που ήταν συνέχεια σιωπηλό. Τον ρώτησε τι πίστευε ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:
«Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: Να προσέχεις το παιδί μας». Έκπληκτη η δασκάλα τον ρώτησε:
«Έχεις ακούσει ξανά αυτή την ιστορία;»
Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά:
«Όχι, αλλά αυτό ήταν που είπε και η δική μου μαμά στον μπαμπά μου, λίγο πριν πεθάνει από την αρρώστια της».
Η δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους είπε με χαμηλή φωνή:
«Η απάντηση είναι σωστή».
Η Δικαιοσύνη του Θεού



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ιερωμένος πολύ ευσεβής. Ήταν μάλιστα και πνευματικός κι εξομολογούσε τους πιστούς. Έτσι, έκρινε τα αμαρτήματα των ανθρώπων και τους έβαζε να μετανοούν. Έφτασε να πιστεύει πως ξέρει τι είναι το καλό και το κακό.
Ένα πρωί, του εμφανίστηκε ένας άγγελος. 

"Ο Θεός με έστειλε για να σου δείξω κάτι", του είπε. Τον πήρε και τον μετέφερε με θαυμαστό τρόπο πίσω από ένα θάμνο. 
"Πες μου τι βλέπεις;", τον ρώτησε. 
"Βλέπω έναν πλάτανο με παχύ ίσκιο και μια βρύση με δροσερό νερό να ρέει πλάι του", αποκρίθηκε αυτός. "Τώρα θα πρέπει να μου ορκιστείς ότι δεν θα επέμβεις ή έστω μιλήσεις, ότι και να δεις να συμβαίνει", τον πρόσταξε ο άγγελος. 
Ο ιερέας ορκίστηκε με κατάνυξη.
Μετά από λίγο, εμφανίστηκε ένας πλούσιος με το άλογό του και σταμάτησε να πιει νερό και να ξαποστάσει. Ήπιε νερό και ξάπλωσε για λίγο κάτω από το δροσερό ίσκιο του πλάτανου, όπου πήρε έναν υπνάκο. Ύστερα ξύπνησε, ανέβηκε στο άλογό του και συνέχισε το δρόμο του, αφήνοντας όμως πίσω του ένα πουγγί παραγεμισμένο με χρυσές λίρες.
Μετά από λίγη ακόμη ώρα, ένας δεύτερος άνθρωπος εμφανίστηκε πεζός και σταμάτησε να πιει νερό. Ξαφνικά, είδε το πουγγί με τις λίρες, το σήκωσε και άρχισε να χοροπηδά από χαρά. Έβαλε το πουγγί στην τσέπη του και χωρίς να χάσει καιρό, έτρεξε να εξαφανιστεί.
Λίγο αργότερα, ένας τρίτος άνθρωπος, έφτασε κι αυτός στη βρύση. Την ώρα όμως που έπινε νερό, επέστρεψε ο πλούσιος, ο οποίος είχε στο μεταξύ αντιληφθεί ότι είχε χάσει το πουγγί του και γύρισε να το αναζητήσει. Μόλις λοιπόν είδε τον άλλο άνθρωπο, άρχισε να τον κατηγορεί ότι του έκλεψε το πουγγί με τις λίρες και να του ζητά να του τις επιστρέψει. Άρχισαν να καυγαδίζουν και πάνω στον καυγά, ο πλούσιος έσπρωξε απότομα τον άλλο, εκείνος έπεσε στο έδαφος κι έσπασε το σβέρκο του σε μια απ' τις ρίζες του πλάτανου. Ο πλούσιος πανικόβλητος, ανέβηκε στο άλογό του κι εξαφανίστηκε...
"Πες μου τώρα", είπε ο άγγελος στον ιερέα. 

"Τι πιστεύεις γι' αυτά που είδες, ήταν καλά ή κακά;"
"Καλέ μου άγγελε", απάντησε εκείνος, "η ψυχή μου είναι βαριά από το κακό που είδα να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω. Ο ένας έκλεψε το πουγγί που δεν ήταν δικό του, ο άλλος κατηγόρησε άδικα έναν αθώο άνθρωπο και από πάνω τον σκότωσε, χωρίς μάλιστα να τιμωρηθεί."
"Δεν γνωρίζεις όμως ακριβώς την ιστορία", αποκρίθηκε ο άγγελος. 

"Ο πλούσιος που ήρθε πρώτος στη βρύση, είχε καταπατήσει τα χωράφια του δεύτερου και τα δικαστήρια τον είχαν δικαιώσει, όπως κάνει πάντοτε η ανθρώπινη δικαιοσύνη, να αδικεί τους φτωχούς και να αθωώνει τους πλούσιους. Η θεία δικαιοσύνη όμως απαιτούσε ο πλούσιος να πληρώσει το χρέος του και αυτός ήταν ο τρόπος, που επέλεξε ο Θεός, για να συμβεί αυτό.
Ο τρίτος άνθρωπος, αυτός που σκοτώθηκε, είχε δολοφονήσει τον αδελφό του, χωρίς να το υποψιαστεί κανείς, ούτε και να τον κατηγορήσει. Οι τύψεις του όμως ήταν τέτοιες, που γονατιστός παρακάλεσε το Θεό να τον απαλλάξει απ' το βάρος που κουβαλούσε. Αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε ο Θεός για ν' ανταποκριθεί στην προσευχή του.
Όσο για τον ίδιο τον πλούσιο, μετά από αυτό που έκανε, χάρισε την περιουσία του στους φτωχούς και πήγε να γίνει ιεραπόστολος, προσφέροντας τεράστιο ανθρωπιστικό έργο στην Αφρική και σώζοντας πολλές ζωές."
Ο ιερέας κοίταξε τον άγγελο εμβρόντητος, μην ξέροντας τι να πει. 

"Πήγαινε λοιπόν εν ειρήνη", τον αποχαιρέτησε ο άγγελος "και να θυμάσαι πόσο λίγα γνωρίζεις, ώστε να μπορείς ν' αποφασίσεις τι είναι καλό και τι κακό."
Κύκλοι Ζωής


Οι επταετείς κύκλοι ζωής

Όπως οι εποχές που εναλλάσσονται, περνάμε διαφορετικές φάσεις στη ζωής μας. Σαν μια γραμμή που ξεκινά στην γέννηση μας και τελειώνει με τον θάνατο.
Χρειάζονται 7 χρόνια για να γίνει αυτή η γραμμή κύκλος. Αυτός ο κύκλος χωρίζεται σε 10 μέρη.

1ος κύκλος (0-7 χρόνια) 

Κατά τη διάρκεια των πρώτων 7 χρόνων ένα παιδί είναι εντελώς αφοσιωμένο στον εαυτό του. Ολόκληρος ο κόσμος περιστρέφεται γύρω του, σαν όλοι οι άνθρωποι στην οικογένεια, να είναι έτοιμοι να το ευχαριστήσουν. Και αν αυτό δεν συμβεί, το παιδί θυμώνει. Είναι ένας τέλειος εγωιστής εντελώς ικανοποιημένο με τον εαυτό του , ζώντας συνέχεια σε μια κατάσταση « αυτό-ικανοποίησης », όπου όλοι βρίσκονται εδώ, για να το ευχαριστήσουν.

2ος κύκλος (7-14 χρόνια) 

Μετά από 7 χρόνια το παιδί δεν είναι πλέον αφοσιωμένο μόνο στον εαυτό του και θέτει πολλές ερωτήσεις για τον έξω κόσμο. Τρελαίνει τους γονείς του με πολλές ερωτήσεις και απολαμβάνει πολλές περίεργες δραστηριότητες. Γίνεται φιλόσοφος ή επιστήμονας, που θέλει να μάθει την αλήθεια. Καταστρέφει ένα παιχνίδι, για να μάθει πως λειτουργεί ή σκοτώνει ένα έντομο, για να μάθει πως είναι μέσα. Ενδιαφέρεται για τους άλλους, εφόσον ανήκουν στο ίδιο φύλο. Οι ψυχολόγοι αποκαλούν αυτή την περίοδο στάδιο « ομοφυλοφιλίας ».

3ος κύκλος (14-21 χρόνια) 

Μετά τα 14 έχουν αναπτυχθεί ενδιαφέροντα για το αντίθετο φύλο. Είναι περίοδος ετεροφυλίας. Ένα κορίτσι/αγόρι σκέφτεται το σεξ και έχει όνειρα, που κυριαρχούνται από ερωτικές φαντασιώσεις. Έτσι ανοίγει ο δρόμος προς τον έρωτα, καθώς το παιδί τελικά κάνει την είσοδο του στον κόσμο.

4ος κύκλος (21-28 χρόνια) 

Μέχρι τα 21, αν όλα έχουν αναπτυχθεί φυσιολογικά, ένας άντρας/μια γυναίκα αλλάζει την προσοχή του προς άλλα πράγματα εκτός από τον έρωτα. Έχει φιλοδοξίες και στοχεύει για αγαθά και επιτυχία. Ελκύεται από την δύναμη και το κύρος και αγωνίζεται για την επίτευξη τους.

5ος κύκλος (28-35 χρόνια) 

Στα 28  συνειδητοποιούμε τελικά, πως δεν θα μπορέσουμε, να πάρουμε όσα θέλουμε. Μαθαίνουμε, πως είναι απίθανο, να πετύχουμε κάποιες από τις επιθυμίες μας και επιλέγουμε κάτι άλλο. Θα επιλέξουμε την άνεση και την ασφάλεια, αντί να επιδιώξουμε την πραγματοποίηση των φιλοδοξιών μας. Είναι το σημείο, όπου σταματάμε να είμαστε 
« ανέμελοι ». Αρχίζουμε να σκεφτόμαστε τις οικονομίες μας, ότι πρέπει να αγοράσουμε ένα σπίτι, και τελικά να αποκατασταθούμε.

6ος κύκλος (35-42 χρόνια) 

Στα 35 η ενέργεια μας φτάνει στο απόγειο της. Ο μισός κύκλος της ζωής μας έχει ολοκληρωθεί και όλα ξεκινούν να μειώνονται από αυτό το σημείο. Αποκλείουμε οτιδήποτε θα μπορούσε να διαταράξει τον τρόπο ζωής μας και αρχίζουμε να πιστεύουμε στις παραδόσεις και στην θρησκεία. Ζώντας στο παρελθόν, συμμορφωνόμαστε. Σταματάμε να φοβόμαστε τους κανόνες και να επιθυμούμε την πειθαρχία και την εμμονή.

7ος κύκλος (42-49 χρόνια) 

Από τα 42 αρχίζουμε να έχουμε ψυχικές και σωματικές διαταραχές. Τα μαλλιά μας γίνονται γκρίζα και αρχίζουν να πέφτουν, το δέρμα μας ζαρώνει. Αυτό σηματοδοτεί την έναρξη της παρακμής και παίρνουμε την θρησκεία αρκετά στα σοβαρά. Νιώθουμε την ανάγκη να παραδοθούμε σε κάτι θεϊκό και υπέρτατο.

8ος κύκλος (49- 56 χρόνια) 

Αυτός ο κύκλος σηματοδοτεί την περίοδο της σεξουαλικής πτώσης. Αυτό κάνει κάποιον να αισθάνεται ένοχος, καθώς η κοινωνία αναμένει έναν ενεργό σεξουαλικό ρόλο και έτσι κάποιος πιστεύει, πως δεν έχει όλα τα χαρακτηριστικά, που περιμένει η κοινωνία από αυτόν.

9ος κύκλος (56-63 χρόνια) 

Από τα 56 αρχίζουμε να ξανά χάνουμε το ενδιαφέρον μας για άλλα πράγματα και εστιάζουμε στον εαυτό μας. Σκεφτόμαστε, ότι θα ανακαλύψουμε την αιώνια αλήθεια, με το να απομακρυνθούμε από τον κόσμο. Γινόμαστε αυτό που ήμασταν ως παιδιά, αλλά αυτή τη φορά είμαστε εμπλουτισμένοι εσωτερικά με γνώση και εμπειρία. Αρχίζουμε επίσης να σκεφτόμαστε τον θάνατο, ελπίζοντας να τον συναντήσουμε ήρεμα και γαλήνια.

10ος κύκλος Ο τελευταίος (63-70 χρόνια) 
Στα 70 θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για τον θάνατο. Όπως το έμβρυο θέλει 9 μήνες για να αναπτυχθεί μέσα στην μήτρα, όμοια συνειδητοποιούμε την παρουσία του θανάτου, 9 μήνες πριν έρθει. Εισερχόμαστε τώρα στην « μήτρα », που βρίσκεται μέσα μας. Οι Ινδιάνοι αναφέρονται σε αυτό ως «garbha», που είναι συμβολικό. Αναφέρονται στην θεότητα, που κατοικεί μέσα μας αιώνια. 
Αυτός είναι ο φυσικός κύκλος της ζωής.
Ο Αϊνστάιν και τα Παραμύθια



Μια φορά κι έναν καιρό θα έγραφα, αν ήθελα να διηγηθώ ένα παραμύθι. Όμως αυτό που θα σας πω δεν είναι παραμύθι, είναι κάτι που συνέβη στ' αλήθεια πριν από πολλά πολλά χρόνια.
Μια μητέρα πλησίασε τον Άλμπερτ Αϊνστάιν και τον ρώτησε, τι να διαβάζει στο παιδί της ,το οποίο είχε μεγάλο ταλέντο στις επιστήμες, για να γίνει κάποτε ένας λαμπρός επιστήμονας σαν κι εκείνον.
« Παραμύθια », της απάντησε απλά ο Αϊνστάιν, και για να βεβαιωθεί, ότι εκείνη τον κατάλαβε, επανέλαβε: 
« Παραμύθια! »
« Εντάξει, παραμύθια, » σάστισε η κυρία και ξαναρώτησε: 
« Κι ύστερα; Όταν μεγαλώσει κι άλλο; » 
Ήταν σίγουρη πως θα της παρέθετε μια σειρά από βαρύγδουπους τίτλους επιστημονικών βιβλίων προσαρμοσμένων για παιδιά κι ανυπομονούσε να τους ακούσει.
« Περισσότερα παραμύθια! »
Ο Αϊνστάιν δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να επισημαίνει, πως το δώρο της φαντασίας έπαιξε πολύ σπουδαιότερο ρόλο στην εξέλιξή του από την ίδια τη γνώση και τη θετικιστική σκέψη. Του άρεσε να μιλά, για την ευεργετική επίδραση, που είχαν πάνω του τα παραμύθια, που του διάβαζε η μητέρα του, όταν ήταν μικρός και δεν παρέλειπε να συμπληρώνει, ότι της ήταν ευγνώμων για αυτό. Συχνά τόνιζε την ακλόνητη πεποίθησή του, πως χωρίς φαντασία και μάλιστα αχαλίνωτη, οι άνθρωποι δε θα είχαν ανακαλύψει ποτέ τίποτα. Θα έκαναν διαρκώς τα ίδια πράγματα και δε θα σημειωνόταν πουθενά καμία πρόοδος, μιας και θα αδυνατούσαν να φανταστούν έναν κόσμο διαφορετικό.
Δάσκαλος με Μαθητή


- Δείξε μου που είναι η σιγουριά σου, είπε ο Δάσκαλος.
Ο μαθητής έμεινε τελείως ακίνητος.
Ωραία σκέφτηκε ο Δάσκαλος, ξέρει ότι όλα τα δεδομένα υπάρχουν μόνο στον τόπο και στο χρόνο που βρίσκεται.
- Δείξε μου που βρίσκεται η δύναμή σου.
Ο μαθητής κάθισε κάτω σε στάση διαλογισμού.
Όμορφα σκέφτηκε ο Δάσκαλος, έχει μάθει ότι η δύναμη πηγάζει από την ένωση με το κέντρο του.
- Δείξε μου πως ξεπερνάς τους φόβους σου.
Ο μαθητής ξάπλωσε στο πάτωμα.
Πολύ καλά μονολόγησε ο Δάσκαλος, γνωρίζει ότι θανάτω θάνατον πατήσας.
- Δείξε μου πως θα απαντήσεις στις προκλήσεις που θα σου κάνουν.
Ο μαθητής σηκώθηκε όρθιος και έπεσε σε εσωτερική γαλήνη και ηρεμία.
Πανέμορφα ψιθύρισε ο Δάσκαλος, ανακάλυψε ότι ο κόσμος της εξωτερικής ταραχής διαλύεται από τον κόσμο της εσωτερικής γαλήνης. Το σκοτάδι δεν αντέχει να κοιτάζει πολύ προς το φως.
- Δείξε μου πως εκφράζεις την αγάπη σου.
Ο μαθητής βγήκε έξω, έσκυψε πάνω από ένα λουλούδι, το χάιδεψε απαλά, έσταξε πάνω του δύο δάκρυα και αφού σιωπηλά του έστειλε την ενέργειά του ξαναγύρισε στη θέση του.
Υπέροχα σκέφτηκε ο Δάσκαλος, αναγνωρίζει ότι η αγάπη δεν είναι κατοχή, αλλά αποδοχή της διαδρομής φροντίζοντας τις ανάγκες της ελευθερίας του.
- Δείξε μου που βρίσκεται η σοφία.
Ο μαθητής άνοιξε την παλάμη του, έβγαλε ένα σπόρο και τον φύτεψε στο χώμα.
Τέλεια αναφώνησε ο Δάσκαλος, ένας σπόρος που θα φυτρώσει για να μεγαλώσει περιέχει μέσα του όλη τη σοφία του κόσμου τούτου, αλλά και των συμπάντων όλων.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Στο Μοναστήρι


Κάποια μέρα ένας χωρικός χτύπησε δυνατά την πόρτα ενός μοναστηριού. Όταν ο αδελφός θυρωρός άνοιξε, εκείνος του έδωσε ένα θαυμάσιο τσαμπί σταφύλια.
- Αγαπητέ αδελφέ, αυτά είναι τα πιο ωραία σταφύλια του αμπελιού μου. Ήρθα εδώ να σου τα χαρίσω.
- Ευχαριστώ! θα τα πάω αυτά στον αβά, θα χαρεί πολύ με τέτοιο δώρο.
- Όχι! Για σένα τα έφερα.
- Για μένα; Ο αδελφός κοκκίνισε, επειδή αισθάνθηκε ότι δεν άξιζε ένα τέτοιο δώρο της φύσης.
- Ναι ! επέμενε ο χωρικός. Γιατί πάντα μου άνοιγες την πόρτα, όταν εγώ χτυπούσα. Όταν χρειαζόμουν βοήθεια, επειδή η σοδειά μου είχε καταστραφεί από την ξηρασία, εσύ μου έδινες κάθε μέρα ένα κομμάτι ψωμί κι ένα ποτήρι κρασί, θέλω αυτό το τσαμπί σταφύλια να σου φέρει λίγο από την αγάπη του ήλιου, την ομορφιά της βροχής και το θεϊκό θαύμα που το γέννησε τόσο όμορφο.
Ο αδελφός θυρωρός τοποθέτησε το τσαμπί μπροστά του κι όλο το πρωί το θαύμαζε: Ήταν πραγματικά όμορφο. Γι' αυτό αποφάσισε να παραδώσει το δώρο στον αβά, που πάντα τον ενθάρρυνε με σοφά λόγια.
Ο αβάς χάρηκε πολύ με τα σταφύλια, θυμήθηκε όμως ότι κάποιος αδελφός στο μοναστήρι είχε αρρωστήσει και σκέφτηκε: 

"Θα του δώσω το τσαμπί. Ποιος ξέρει, μπορεί να φέρει κάποια χαρά στη ζωή του".
Έτσι κι έγινε. Τα σταφύλια δεν έμειναν, όμως, πολλή ώρα στο δωμάτιο του άρρωστου αδελφού, γιατί κι εκείνος συλλογίστηκε: 

"Ο αδελφός μάγειρας μ' έχει φροντίσει τόσο καιρό, ταΐζοντας με με ότι καλύτερο. Σίγουρα θα χαρεί".
Όταν το μεσημέρι εμφανίστηκε ο αδελφός μάγειρας με το γεύμα, αυτός του έδωσε τα σταφύλια.
"Είναι για σένα", είπε ο άρρωστος αδελφός. "Επειδή πάντα βρίσκεσαι σ' επαφή με τα προϊόντα που μας προσφέρει η φύση, θα ξέρεις τι να κάνεις μ' αυτό το δημιούργημα του θεού".
Ο αδελφός μάγειρας έμεινε κατάπληκτος από την ομορφιά του τσαμπιού και σχολίασε με τον βοηθό του πόσο τέλεια ήταν τα σταφύλια. Τόσο τέλεια, που κανείς άλλος δεν θα εκτιμούσε τέτοιο θαύμα της φύσης όσο ο αδελφός σκευοφύλακας, καθώς εκείνος ήταν ο υπεύθυνος για τη φύλαξη της Αγίας Μετάληψης και πολλοί στο μοναστήρι τον θεωρούσαν σαν άγιο άνθρωπο.
Ο σκευοφύλακας με τη σειρά του χάρισε τα σταφύλια στον πιο νεαρό δόκιμο, ώστε να καταλάβει εκείνος, ότι το έργο του θεού φανερώνεται στις πιο μικρές λεπτομέρειες της δημιουργίας. Όταν ο δόκιμος τα πήρε, η καρδιά του δόξαζε τον Κύριο, επειδή δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφο τσαμπί. Την ίδια στιγμή θυμήθηκε την πρώτη φορά που είχε φτάσει στο μοναστήρι και τον άνθρωπο που του είχε ανοίξει την πόρτα - αυτή η χειρονομία του είχε επιτρέψει να βρεθεί σήμερα σ' εκείνη την κοινότητα ανθρώπων που ήξεραν να εκτιμούν τα θαύματα.
Κι έτσι, λίγο πριν νυχτώσει, έφερε το τσαμπί στον αδελφό θυρωρό.
"Να το απολαύσεις", είπε. "Γιατί εσύ περνάς τον περισσότερο χρόνο εδώ ολομόναχος. Αυτά τα σταφύλια θα σε κάνουν να χαρείς".
Ο αδελφός θυρωρός θεώρησε ότι εκείνο το δώρο προοριζόταν πραγματικά για τον ίδιο, απόλαυσε την κάθε ρόγα του τσαμπιού και κοιμήθηκε ευτυχισμένος
Ο παππούς μου



Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών. Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε «χοντρικά… λίγο πριν πεθάνω». Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το 'λεγε. Γνήσια, όχι μ’ αυτό το χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου.
Ο παππούς μου χώρισε από τη γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε γκόμενο η γιαγιά. Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον δικό τους τον τάφο.
« Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας ρουσφέτια από τους βουλευτάδες 

τους », μου είπε τότε. « Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων, γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα μόνος μου. » Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του.
Ο θεός του έδωσε υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ' ένα χωριό με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο. Το πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι του και έπαιρνε ένα υπνάκι. Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού. Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ' το κοτέτσι της κυρά Μάγδας και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε μπιρίμπα ή τάβλι.
Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων. Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με το διαζύγιό του : 

« Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει. Τα βρίσκεις και συνεχίζεις. Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το σπάσιμο. Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα διαλυθεί ». 
Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο. Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος.
Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια ήμουν εγώ. Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του σε μισή μέρα. Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές ριγέ πυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι. Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα τις δουλειές μου και ήρθα.
-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.
-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο.
Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.
-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι, η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;
-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά. Με ξέρεις εμένα τι ψαχτίρι είμαι. Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση! Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε.
Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του. Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς « θανάτω θάνατον πατήσας » και τον ζήλεψα! 

Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου…

                                                     Το καμένο τοστ

Θυμάμαι ένα συγκεκριμένο βράδυ που η μητέρα μου γύρισε στο σπίτι μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά, την ώρα του δείπνου τοποθέτησε μπροστά στον μπαμπά μου ένα πιάτο στο οποίο υπήρχε μέσα μια φέτα ψωμί με μαρμελάδα και ένα εξαιρετικά καμένο τοστ.
Εγώ περίμενα πως ο μπαμπάς μου θα της κάνει παρατήρηση για το καμένο τοστ. Εκείνος όμως το πήρε στα χέρια του και τρώγοντας το, με ρώτησε πώς ήταν η μέρα μου στο σχολείο.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την απάντηση του πατέρα μου , στην ερώτησή μου αν πραγματικά του άρεσε το καμένο τοστ.
Με αγκάλιασε και μου είπε:
« Η μαμά σου πέρασε μια πολύ δύσκολη μέρα στη δουλειά σήμερα και ήταν πολύ κουρασμένη. Και εκτός αυτού, ένα καμένο τοστ ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Τα σκληρά λόγια όμως πίκραναν πολλούς ».
Ξέρετε, η ζωή είναι γεμάτη από ατελή πράγματα και ατελείς ανθρώπους. Αυτό που έχω μάθει όλα αυτά τα χρόνια, είναι να αποδέχομαι τα λάθη των άλλων. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά κλειδιά για τη δημιουργία μιας υγιούς, αναπτυσσόμενης και μεγάλης διάρκειας σχέσης.
Η ζωή είναι πολύ σύντομη για να ξυπνάτε μετανιωμένοι. Αγαπήστε τους ανθρώπους που σας αντιμετωπίζουν σωστά και δείξτε ευσπλαχνία σε αυτούς που δεν το κάνουν.
Απολαύστε τη ζωή σας τώρα. Έχει ημερομηνία λήξης.

 Στην ζωή παίρνουμε μόνο αυτό που ψάχνουμε…

Αν ρωτούσες μια μύγα, αν έχει δει κανένα λουλούδι στα μέρη που συχνάζει, θα απαντούσε ως εξής: 

“Δεν έχω δει κανένα λουλούδι. Αλλά από την άλλη δεν υπάρχουν και πολλά ωραία πράγματα στον βούρκο.”
Το περισσότερο που μπορείτε να ακούσετε από την μύγα είναι ιστορίες σκουπιδιών, αφού έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής, ψάχνοντας μέσα στα σκουπίδια.
Αν, όμως, ρωτήσετε μια μέλισσα αν έχει δει καθόλου βρωμιά στο περιβάλλον της, θα απαντούσε το εξής: “Βρωμιά; Όχι δεν έχω δει καθόλου βρωμιά πουθενά. Το μόνο που έχω δει εδώ τριγύρω είναι όμορφα αρώματα λουλουδιών.”
Πάντα θα υπάρχουν εκείνοι, που μόλις μπαίνουν σε ένα λιβάδι που ανθίζει, θα βρουν το πιο απαίσιο μέρος και θα καθίσουν να κολυμπούν στον βούρκο για πάντα. Αλλά, υπάρχουν και αυτοί που θα ψάξουν για μια μικρή όμορφη γωνία, ακόμα και μέσα σε έναν βούρκο, και θα περάσουν τον χρόνο τους στην πνευματική τροφή, που τους προσφέρει το μέρος.