Για καλό ή για κακό
Ένας φτωχός γέρος ξυλοκόπος κι ο νεαρός γιος του ζούσαν σε μια μικρή καλύβα έξω από ένα χωριό. Κάθε μέρα, ξυπνούσαν με την αυγή και πήγαιναν στο δάσος για να κόψουν ξύλα. Αργά το απόγευμα, τα φόρτωναν σε ένα κάρο και τα κουβαλούσαν στο χωριό, όπου τα πουλούσαν για μερικά νομίσματα.
Το άλογο που τραβούσε το κάρο ήταν πανέμορφο, και τόσο εντυπωσιακό, ώστε οι φήμες για τη δύναμη και την ομορφιά του είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρο το βασίλειο.
Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας ήρθε στο χωριό αναζητώντας το θρυλικό ζώο. Όταν ο γερο-ξυλοκόπος έφτασε οδηγώντας το κάρο, ο πρίγκιπας εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε προσπάθησε να αγοράσει το άλογο, προσφέροντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο γέρος, όμως απάντησε ευγενικά, πως δεν είχε καμία διάθεση, να πουλήσει το αγαπημένο του ζώο. Ευχαριστώντας τον πρίγκιπα για τη γενναιόδωρη προσφορά του, άφησε το χωριό και επέστρεψε στο σπίτι του.
Οι χωριάτες έκριναν πως ο ξυλοκόπος ήταν ηλίθιος, αφού με τα χρήματα του πρίγκιπα αυτός κι ο γιος του θα μπορούσαν να ζήσουν άνετα για όλη την υπόλοιπη ζωή τους.
Μερικές βδομάδες αργότερα, ο γέρος κι ο γιος του ξύπνησαν μια μέρα και ανακάλυψαν, πως το άλογο είχε εξαφανιστεί. Αναγκάστηκαν να σύρουν το κάρο μέχρι το χωριό με τα πόδια. Όταν οι χωριάτες τους είδαν, άρχισαν να κοροϊδεύουν λέγοντας:
- Τα είδες, γέρο; Είχαμε δίκιο. Ήσουν ηλίθιος, που δεν πήρες τα λεφτά του πρίγκιπα, επειδή με αυτή τη συμφορά που σου έτυχε, δεν έχεις πια ούτε λεφτά, ούτε άλογο.
- Αν είναι συμφορά αυτό που μου έτυχε, δεν το ξέρω, είπε ο γέρος. Ξέρω μονάχα, πως το άλογό μου εξαφανίστηκε.
- Τι μας λες τώρα; Αν δεν είναι αυτό συμφορά, τότε ποιο είναι;
Ο γέρος απλώς σήκωσε τους ώμους και γύρισε στην καλύβα με το γιο του.
Πέρασαν κάμποσες μέρες, ώσπου ένα πρωί, την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος, ο γέρος κοίταξε έξω από την πόρτα του και είδε με έκπληξη, πως το άλογό του είχε επιστρέψει, φέρνοντας μαζί του δέκα πανέμορφες άγριες φοράδες. Μαθαίνοντας τα νέα, οι χωριάτες έτρεξαν στον ξυλοκόπο λέγοντας:
- Γέρο, τελικά είχες δίκιο. Δεν ήταν συμφορά και ατυχία, που έχασες το άλογό σου, αλλά αποδείχθηκε μεγάλο καλό για εσένα! Τώρα έχεις αρκετά άλογα, που μπορείς να πουλήσεις!»
- Δεν ξέρω αν είναι καλό, που απόκτησα τόσα άλογα, απάντησε ο γέρος. Το μόνο που ξέρω είναι ότι χαίρομαι, επειδή το άλογό μου ξαναγύρισε και δεν θα χρειάζεται πλέον να σέρνουμε ο γιος μου κι εγώ το κάρο.
- Ασφαλώς και είναι καλό, είπαν οι χωριάτες. Πώς μπορείς να μην το αντιλαμβάνεσαι;
Ξανά ο γέρος γύρισε την πλάτη του κι απομακρύνθηκε, αφήνοντάς τους να σχολιάζουν.
Μια εβδομάδα μετά την επανεμφάνιση του αλόγου, ο γιος του γέρου έπεσε από μια φοράδα, που προσπαθούσε να ημερέψει και τραυματίστηκε βαριά. Μόλις έμαθαν τα νέα, οι χωριάτες έτρεξαν στην καλύβα.
- Γέρο, του είπαν, πάλι είχες δίκιο. Αποδείχθηκε πως ήταν μεγάλη ατυχία, που το άλογό σου έφερε μαζί του τις άγριες φοράδες. Τώρα ο γιος σου θα μείνει όλη του τη ζωή σακάτης και δε θα μπορεί, να σε βοηθήσει στη δουλειά.
- Δεν ξέρω αν είναι ατυχία, απάντησε ο γέρος. Ξέρω μόνο, πως ο γιος μου χτυπήθηκε βαριά. Ποιος ξέρει, τι μπορεί να βγει από κάτι τέτοιο;
Όμως οι χωριάτες συνέχιζαν να επιμένουν, πως ήταν φοβερή ατυχία.
Αρκετούς μήνες αργότερα, στην χώρα που ζούσαν, ξέσπασε πόλεμος. Στρατολόγοι ήρθαν στο χωριό και μάζεψαν όλους τους νεαρούς, που μπορούσαν να πολεμήσουν. Όλους, εκτός από έναν. Άφησαν πίσω το γιο του ξυλοκόπου, που κούτσαινε και δεν μπορούσε φυσικά να γίνει στρατιώτης.
Οι χωριάτες πήγαν και πάλι να βρουν το γέρο με δάκρυα στα μάτια.
- Γέρο, πάλι είχες δίκιο, του είπαν. Δεν ήταν ατυχία, που ο γιος σου έπεσε και χτύπησε. Ήσουν πολύ τυχερός, επειδή τώρα θα τον έχεις κοντά σου, ενώ οι δικοί μας γιοι κινδυνεύουν να σκοτωθούν στον πόλεμο και να μη τους ξαναδούμε ζωντανούς.
- Δε θα μάθετε λοιπόν ποτέ, συγχωριανοί μου, τους είπε ο γέρος με μια βαθιά συμπόνια στη φωνή του. Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν ένα πράγμα είναι ευλογία ή συμφορά, τη στιγμή που αυτό συμβαίνει. Μονάχα ο Θεός μπορεί να το γνωρίζει, επειδή μόνο Αυτός το επιτρέπει να γίνει!
