Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Δημιουργία πραγματικής ευτυχίας



Σε μία τηλεοπτική συνέντευξη με έναν αρκετά πλούσιο επιχειρηματία, ο παρουσιαστής τον ρώτησε:
"Ποιο είναι αυτό που σε έκανε να νιώσεις, πως είσαι πραγματικά ευτυχισμένος;"
Ο επιχειρηματίας απάντησε :
"Πέρασα φάσεις, που είχα την αίσθηση της πραγματικής ευτυχίας, αγοράζοντας πράγματα που μου χρειάζονταν, αγοράζοντας ακριβά και πολυτελή πράγματα, ιδρύοντας εταιρίες κι αγοράζοντας ξενοδοχεία και εμπορικούς πύργους, αλλά καμία από αυτές δεν με έκαναν πραγματικά ευτυχισμένο.
Κάποια φορά μου πρότεινε ένας φίλος να κάνω μία δωρεά ηλεκτρικών αμαξιδίων σε Σύλλογο Παιδιών με κινητικά προβλήματα.
Του έδωσα μια επιταγή, για να αγοράσει αμαξίδια για όλα τα παιδιά του Συλλόγου..
Ο φίλος μου επέμεινε να πάω μαζί του, για να με γνωρίσουν τα παιδιά, όταν θα πήγαινε η εταιρεία τα αμαξίδια στον Σύλλογο. Μετά από κάποια μικρή σκέψη αποφάσισα να πάω.
Όταν είδα την χαρά και άκουσα τα γέλια των μικρών παιδιών, που πηγαίναν πέρα δώθε σε όλες τις κατευθύνσεις πάνω στα ηλεκτρικά αμαξίδια, ένιωσα πρωτόγνωρη συγκίνηση μέσα μου!
Όταν ήρθε η στιγμή για να αποχωρήσω, ένα παιδί αγκάλιασε τα πόδια μου και δεν με άφηνε να κάνω βήμα. Σκύβοντας προς το μέρος του και αντιλαμβανόμενος να κοιτάζει με προσοχή με ορθάνοιχτα τα μάτια του το πρόσωπό μου, τον ρώτησα:
"Μήπως χρειάζεσαι κάτι άλλο παιδί μου;"
Η απάντηση του ήταν τέτοια, που δεν περίμενα ποτέ να ακούσω στη ζωή μου:
"Σας κοιτάζω πολύ προσεκτικά επειδή θέλω να αποτυπωθεί το πρόσωπό σας στην μνήμη μου, ώστε να μπορέσω να σας αναγνωρίσω, όταν θα σας συναντήσω στον ουρανό, για να σας ευχαριστήσω ακόμη μια φορά, αλλά τότε μπροστά στον Θεό!"
Τότε λοιπόν νομίζω πως είχα την αίσθηση της τέλειας ευτυχίας!

Στο τρένο μοναχός



Κάθε χρόνο οι γονείς του Μαρτίν τον πήγαιναν με το τρένο στο χωριό στη γιαγιά του για τις καλοκαιρινές διακοπές και στο τέλος του καλοκαιριού πήγαιναν πάλι στο χωριό για να επιστρέψει ο Μαρτίν στο σπίτι του.
Φέτος το καλοκαίρι το αγόρι είπε στους γονείς του:
"Είμαι ήδη μεγάλος. Μπορώ να πάω μόνος στο σπίτι της γιαγιάς μου; "
Μετά από μια σύντομη συζήτηση οι γονείς δέχτηκαν.
Την ημέρα που θα έφευγε το αγόρι, οι γονείς στέκονται περιμένοντας το τρένο να αναχωρήσει, αποχαιρετούν το γιο τους δίνοντας του μερικές συμβουλές έξω από το παράθυρο, ενώ ο Μαρτίν τους επαναλάμβανε:
"Τα ξέρω! Μου τα έχετε πει περισσότερες από χίλιες φορές. "
Το τρένο κοντεύει να φύγει και ο μπαμπάς του ψιθύρισε στο αυτί του:
"Γιε μου, αν νιώσεις άσχημα ή ανασφαλής, άνοιξε και διάβασε το σημείωμα που σου δίνω!".
Και του έβαλε το σημείωμα στην τσέπη του.
Τώρα ο Μαρτίν είναι μόνος καθισμένος στο τρένο όπως ήθελε, χωρίς τους γονείς του για πρώτη φορά.
Θαύμαζε το τοπίο από το παράθυρο, γύρω του ξένοι άνθρωποι σπρώχνουν και κάνουν πολύ θόρυβο, σε κάθε στάση μπαίνουν και βγαίνουν από το βαγόνι.
Ο ελεγκτής του τρένου κάνει κάποια σχόλια σχετικά με το γεγονός ότι το παιδί ο Μαρτίν ταξιδεύει μόνος. Κάποιος άλλος κοιτάζει το αγόρι με λυπημένα μάτια.
Ο Μαρτίν αρχίζει να αισθάνεται όλο και περισσότερο άσχημα κάθε λεπτό που περνά. Σιγά-σιγά αρχίζει να φοβάται!
Σκύβει το κεφάλι του, για να μη φαίνονται τα δάκρυα που τρέχουν από τα μάτια του, νιώθει φοβισμένος και μόνος.
Ξαφνικά θυμάται τον μπαμπά του, που του έβαλε το σημείωμα στην τσέπη του, τρέμει, ψάχνει για αυτό που του έδωσε ο πατέρας του και βγάζει από τη τσέπη το σημείωμα. Διαβάζει:
"Γιε μου, είμαι στο τελευταίο βαγόνι!"
Αυτή είναι η ζωή, πρέπει να αφήσουμε τα παιδιά μας να φύγουν, πρέπει να τα εμπιστευτούμε. Αλλά πρέπει πάντα να είμαστε στο τελευταίο βαγόνι, βλέποντας, αν φοβούνται ή αν βρουν εμπόδια και δεν ξέρουν τι να κάνουν.
Πρέπει να είμαστε κοντά τους όσο είμαστε ακόμα ζωντανοί, τα παιδιά πάντα χρειάζονται τους γονείς τους και χρειάζεται να βρισκόμαστε πάντοτε στο τελευταίο βαγόνι!