Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Κόλαση και Παράδεισος


Μια παλιά ιστορία λέει, πως ένας άνθρωπος αναρωτιόταν τι είναι η Κόλαση και τι ο Παράδεισος. Επειδή ο άνθρωπος αυτός ευαρεστούσε με τον τρόπο της ζωής του το Θεό, ο Θεός τού έστειλε έναν άγγελο, για να του λύσει την απορία.
Ο άγγελος τον πήρε από το χέρι και τον πήγε σε μία τοποθεσία.
- Θα σου δείξω πρώτα την Κόλαση, του είπε.
Είδαν εκεί ένα μεγάλο καζάνι, γεμάτο από φαγητό. Γύρω από αυτό στέκονταν άνθρωποι, σκελετωμένοι από την πείνα και αγριεμένοι. Απόρησε ο ευλαβής άνθρωπος:
- Γιατί δεν τρώνε; Μήπως δεν τους επιτρέπεται;
- Τους επιτρέπεται, εξήγησε ο άγγελος. Πρόσεξε λίγο καλύτερα τα κουτάλια τους. Είναι πολύ μακριά. Μπορούν να πάρουν φαγητό, αλλά δεν μπορούν να το βάλουν στο στόμα τους!
- Πάμε τώρα, να δεις και τον Παράδεισο, συνέχισε ο άγγελος και τον πήρε από το χέρι.
Πήγαν λοιπόν σε ένα άλλο μέρος, όπου υπήρχε πάλι ένα καζάνι γεμάτο με φαγητό και γύρω του άνθρωποι. Οι άνθρωποι όμως εδώ ήταν διαφορετικοί, έδειχναν καλοζωισμένοι, γελαστοί, χορτάτοι και ευχαριστημένοι. Ο άνθρωπος πρόσεξε τα κουτάλια τους. Παρατήρησε πως ήταν εξίσου μακριά. Η απορία του μεγάλωσε.
- Περίμενε λίγο και θα δεις, του είπε ο άγγελος, που κατάλαβε. Σε λίγο θα αρχίσουν να τρώνε και θα καταλάβεις τι γίνεται.
Πραγματικά, μετά από λίγο άρχισαν να τρώνε. Πώς όμως; Αφού ο καθένας δεν μπορούσε να οδηγήσει το μακρύ κουτάλι με το φαγητό στο δικό του στόμα, άρχισε να ταΐζει τον άλλον. Έτσι, δεν έμενε κανένας νηστικός!
Καθώς ο άγγελος οδηγούσε τον ευλαβή άνθρωπο πάλι στη γη, του εξήγησε:
- Πιστεύω πως σου λύθηκε κάθε απορία. Κόλαση είναι, όταν ο καθένας κοιτάζει μόνο τον εαυτό του, το δικό του πρόβλημα και τη δική του ικανοποίηση. Αντίθετα Παράδεισος είναι, όταν ο καθένας κοιτάζει τον άλλον, πώς θα τον εξυπηρετήσει. Έτσι, με την αμοιβαία φροντίδα, όλοι μένουν ευχαριστημένοι και κανένας δεν παραπονιέται!

Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

Ο γιατρός και η πανούκλα


Ήταν κάποτε ένας γιατρός. Μια μέρα φεύγοντας από την πόλη που έμενε, για να πάει σε μια άλλη γειτονική όπου είχε δουλειά, συνάντησε την πανούκλα, που έμπαινε στην πόλη. Σταμάτησε και την ρώτησε:
- Πάλι εδώ; Τι ήρθες να κάνεις;
- Ήρθα να πάρω μαζί μου μερικούς.
- Πόσους θα πάρεις αυτή τη φορά;
- Λίγους, γύρω στους χίλιους, απάντησε η πανούκλα.
Μετά από μια εβδομάδα ο γιατρός, που είχε πληροφορηθεί για τον αριθμό των θανόντων από την αρρώστια στην πόλη του, επέστρεψε ανταμώνοντας στην είσοδο της πόλης την πανούκλα, που έφευγε
- Μου είπες ψέματα, της είπε. Είχες πει ότι θα πάρεις κάπου χίλιους και τελικά πέθαναν πέντε χιλιάδες!
- Δεν είπα ψέματα. Εγώ πήρα χίλιους. Τους υπόλοιπους τους σκότωσε το άγχος και ο φόβος!
Το άγχος και ο φόβος είναι περισσότερο θανατηφόρα από οποιαδήποτε αρρώστια. Τις περισσότερες φορές ο φόβος μήπως συμβεί το χειρότερο, δημιουργεί περισσότερα προβλήματα, από όσα θα δημιουργούσε, αν συνέβαινε το χειρότερο. Στη ζωή μας φανταζόμαστε εκατομμύρια καταστροφές, από τις οποίες η συντριπτική πλειοψηφία δεν συμβαίνει ποτέ. Τις βιώνουμε μόνο στο μυαλό μας. Συλλογικά και ατομικά όλοι κάτι φοβόμαστε. Η υπερβολική ανησυχία οδηγεί σε ακινησία. Αν αρχίσουμε να ζούμε στη στιγμή ο φόβος εξαφανίζεται.
Ο κάθε φόβος έρχεται μέσα από μια επιθυμία. Έτσι αν αρχίσουμε να παρατηρούμε τον εαυτό μας, θα διαπιστώσουμε ποια επιθυμία είναι αυτή, που τον δημιουργεί και αν είμαστε αρκετά συνειδητοί, θα διακρίνουμε τη ματαιότητα, που κρύβεται πίσω από αυτή την επιθυμία.
Ο φόβος επίσης προέρχεται από την ανασφάλεια μας για το αύριο. Το αύριο όμως πάντα θα είναι ανασφαλές. Η ζωή είναι όμορφη, επειδή είναι ανασφαλής. Η ανασφάλεια χρωματίζει με ομορφιά τη ζωή μας. Η ζωή είναι όμορφη, γιατί έχει ανατροπές. Δεν είναι δεδομένη. Η ζωή είναι όμορφη, γιατί υπάρχει ο θάνατος. Η ζωή έχει αξία, γιατί μπορεί να χαθεί. Αν δεν μπορούμε να την χάσουμε, τότε η ζωή γίνεται φυλακή. Δεν θα μπορέσουμε να την απολαύσουμε.
Τίποτα δεν κατέχουμε. Έχουμε έρθει χωρίς μπαγκάζια, ελεύθεροι βαρών θα φύγουμε!
Η αιτία του φόβου είναι η άγνοια. Φοβόμαστε επειδή δεν αντιλαμβανόμαστε και δεν πιστεύουμε, πως τα πάντα συμβαίνουν στην ζωή μας για έναν λόγο, για να μας αφυπνίσουν και να μας οδηγήσουν στην εξέλιξη και στην πρόοδο. Για να πονέσουμε, έτσι ώστε μέσα από τον πόνο να αναγκαστούμε να φέρουμε στην επιφάνεια την αληθινή μας φύση. Ας μην ξεχνάμε λοιπόν πως στο τέλος όλα θα είναι καλά. Κι αν αντιλαμβανόμαστε πως τα πράγματα δεν είναι καλά, αυτό σημαίνει πως το τέλος δεν ήρθε ακόμη!

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Η πραγματικότητα που βολεύει


Ο βασιλιάς ήταν ερωτευμένος με τη Σαμπρίνα, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής, που την έκανε τελευταία του γυναίκα. Ένα απόγευμα κι ενώ ο βασιλιάς έλειπε στο κυνήγι ήρθε ένας αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει, ότι η μητέρα της Σαμπρίνας ήταν άρρωστη. Αμέσως η Σαμπρίνα έδωσε εντολή, να ετοιμαστεί η προσωπική άμαξα του βασιλιά και γρήγορα πήγε να δει τη μάνα της!
Ο βασιλιάς είχε απαγορεύσει σε οποιονδήποτε να χρησιμοποιεί την προσωπική του άμαξα. Η ποινή για όποιον παρέβαινε την εντολή του βασιλιά, ήταν ο θάνατος! Όταν γύρισε ο βασιλιάς, έμαθε τα καθέκαστα και είπε:
- Μα δεν είναι θαυμάσιο, αυτό είναι αληθινή αγάπη κόρης προς τη μητέρα. Δεν την ένοιαζε να διακινδυνεύσει το κεφάλι της για να φροντίσει τη μητέρα της. Είναι υπέροχη!
Την επόμενη μέρα κι ενώ η Σαμπρίνα καθόταν στο κήπο του παλατιού κι έτρωγε φρούτα, ήρθε ο βασιλιάς. Τον χαιρέτισε και μετά δάγκωσε το τελευταίο ροδάκινο, που είχε στο καλάθι της.
- Φαίνονται γλυκά, είπε ο βασιλιάς.
- Πράγματι, αποκρίθηκε η βασίλισσα. Κι απλώνοντας το χέρι της έδωσε το τελευταίο της ροδάκινο δαγκωμένο στον αγαπημένο της!
- Πόσο με αγαπάει, σχολίασε μετά ο βασιλιάς. Στερήθηκε την απόλαυση της, για να μου δώσει εμένα το τελευταίο ροδάκινο του καλαθιού. Δεν είναι εκπληκτική;
Πέρασαν ορισμένα χρόνια και ποιος ξέρει, το πάθος και ο έρωτας του βασιλιά έσβησαν από τη καρδιά του. Καθόταν μαζί με ένα στενό του φίλο κι έλεγε:
- Ποτέ δε φέρθηκε η Σαμπρίνα σαν βασίλισσα, μια φορά μάλιστα με παράκουσε και χρησιμοποίησε τη προσωπική μου άμαξα. Θυμάμαι και μια μέρα, που μου έδωσε να φάω ένα δαγκωμένο φρούτο!
Η πραγματικότητα είναι πάντα η ίδια. Κι είναι όντως, αυτό που είναι. Ωστόσο ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τον ακριβώς αντίθετο.
Ας προσέχουμε λοιπόν τι αντιλαμβανόμαστε. Αν αυτό που βλέπουμε, ταιριάζει με τη πραγματικότητα, που περισσότερο μας βολεύει, τότε ας μην εμπιστευόμαστε τα μάτια μας!

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

Ας επιλέγουμε τη ζωή.


- Τι χρειάζεσαι Αλέξανδρε;
Η ερώτηση έρχεται από παντού, από το νου, την καρδιά, την κοιλιά, τα χέρια του! Ζητάει επιτακτικά απάντηση. Τινάζει λίγο το κεφάλι του, για να διώξει το μούδιασμα και απαντά:
- Την αιώνια νιότη.
- Τι είναι τόσο σημαντικό στη νιότη, ώστε να την επιδιώκεις;
- Η ορμή, η δύναμη, η ενεργητικότητα, η αθωότητα, η ελαφρότητα, τα όνειρα, οι προσδοκίες, η ζωή, απαντά και η φωνή του ίσα που ακούγεται.
- Είσαι διατεθειμένος να κάνεις τα πάντα για να την αποκτήσεις;
Το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του γέρο- Αλέξανδρου ρυτιδιάζει ακόμη περισσότερο, αν και θα έλεγε κάποιος, πως κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Μετά από σκέψη απαντά:
- Ναι, δεν μπορώ άλλο να υπομείνω το βάρος, που με κάνει να σέρνομαι στη γη.
- Αλήθεια Αλέξανδρε, δεν έχεις βρει άλλον τρόπο ν’ απελευθερωθείς από αυτό το βάρος; Για σκέψου λίγο!
- Η νιότη είναι ζωή, είναι ελαφρότητα, χαρά, πτήσεις πάνω από βουνά και κοιλάδες, χορός στους αγρούς, αναζήτηση χωρίς φόβο. Ζω στο μισοσκόταδο, σέρνοντας το σαρκίο μου με το φόβο, πως η κάθε μέρα μπορεί να επιφέρει τον θάνατό μου!
- Θυμάσαι μήπως πότε αποφάσισες να ασχοληθείς με τον θάνατο κι έπαψες ν’ ασχολείσαι με τη ζωή;
Ο Αλέξανδρος πάγωσε, μνήμες άρχισαν να επιτίθενται σαν κοράκια στο θολωμένο του μυαλό. Τόσος πόνος, τόσος θάνατος, τόσο αίμα. Χρόνια τα απωθούσε και τώρα εμφανίστηκαν όλα μπροστά του, τα έβλεπε, τα μύριζε, τα άγγιζε. Ξέσπασε σε κλάματα, σωριάστηκε στο βρώμικο πάτωμα τρέμοντας και κουλουριάστηκε.
- Πως νιώθεις, λοιπόν, τώρα;
Σήκωσε ο Αλέξανδρος το κεφάλι του και ανακάθισε. Κοίταξε γύρω του και το βλέμμα του στάθηκε στο φως, που ήταν αχνό αλλά παρηγορητικό. Στάθηκε στα πόδια του κι έκανε μερικά βήματα, ένιωσε να κινείται ανάλαφρα, το βάρος δεν υπήρχε πια. Ένιωθε συναισθήματα, που για χρόνια του ήταν απρόσιτα. Ένιωθε ήρεμος, ένιωθε ειρήνη.
- Πόσο σημαντική είναι η νιότη του σώματος για σένα, τώρα, Αλέξανδρε;
- Σ’ ευχαριστώ που μου έδειξες, πως η ψυχή και η καρδιά είναι πάντα νέες, πως ο πόνος δεν είναι μονόδρομος, πως υπάρχει επιλογή. Έψαχνα τη νιότη, γιατί είχα χάσει τη ζωή μου. Βλέπω καθαρά τώρα, πως όταν αφήνω την αγάπη να καταλαμβάνει όλο το χώρο μέσα μου, δεν βρίσκει χώρο να μπει μέσα μου ο φόβος και ο πόνος για τα γηρατειά και την θνητότητά μου!
- Έχει ηλικία η αγάπη Αλέξανδρε; Γερνάει η αγάπη;
- Η αγάπη είναι πέρα και πάνω από τον χώρο και τον χρόνο. Το είχα ξεχάσει. Είχα ξεχάσει, πως είναι να ζεις πραγματικά. Όταν αγγίζω τη ζωή με όλες μου τις αισθήσεις, όταν ζω κάθε στιγμή του παρόντος με επίγνωση κι αποδοχή, όταν αντί να φοβάμαι τον θάνατο, επιλέγω να φοβάμαι, μήπως δεν προλάβω να ζήσω, τότε καταλαβαίνω πως δεν με απασχολεί η νιότη!
- Ποιος είσαι Αλέξανδρε;
- Είμαι η ζωή, η νιότη, είμαι ο οίκος στον οποίο κατοικεί η αγάπη, ο οίκος στον οποίο κατοικεί η οικογένειά μου.
- Είσαι το μήνυμα Αλέξανδρε, πρόσφερε τον εαυτό σου στον κόσμο!

Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

Αν έχεις τύχη, διάβαινε


Μια φορά υπήρχε κάποιος άνθρωπος, που ήταν πολύ άτυχος. Μια μέρα, έχοντας πια κουραστεί να υποφέρει από τις αδικίες της μοίρας, πήγε να συμβουλευτεί έναν ερημίτη, που ζούσε στο δάσος πίσω από το χωριό του. Ο ερημίτης του πρότεινε, να πάει να συναντήσει τον Θεό, επειδή μόνο Αυτός μπορεί να του δώσει καλοτυχία.
Ξεκίνησε λοιπόν ο άτυχος άνθρωπος, να πάει να συναντήσει τον Θεό, ο οποίος τον καιρό εκείνο ζούσε μέσα σε μιαν άσπρη σπηλιά, ψηλά σε ένα βουνό, πάνω από τα σύννεφα.
Στο δρόμο σε ένα δάσος, συνάντησε μια τίγρη μπροστά του, η οποία μόλις τον είδε φοβισμένο, του είπε να ησυχάσει, επειδή η τίγρη έχει ένα πρόβλημα υγείας, που την κάνει να μην έχει καθόλου όρεξη, για να φάει. Όταν η τίγρη έμαθε από τον άνθρωπο, για το που πηγαίνει, τον παρακάλεσε να ρωτήσει τον Θεό, γιατί δεν έχει όρεξη, φοβούμενη πως δεν θα ζούσε για πολύ, εφόσον δεν έτρωγε! Ο οδοιπόρος το υποσχέθηκε και ξαναπήρε το δρόμο του.
Το βραδάκι της ίδιας μέρας έφτασε σε μια πράσινη πεδιάδα κι άναψε φωτιά κάτω από μια καχεκτική βελανιδιά. Ξαφνικά, σαν να άκουσε ομιλία και αντιλήφθηκε. πως η βελανιδιά ήταν αυτή που του μιλούσε. Του παραπονέθηκε επειδή ήταν πολύ καχεκτική και δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και όταν έμαθε, πως πήγαινε να συναντήσει τον Θεό, παρακάλεσε η βελανιδιά τον άτυχο άνθρωπο, να ρωτήσει και για αυτήν, τι χρειάζεται να γίνει, για να αρχίσει να αναπτύσσεται πάλι ! Ο οδοιπόρος υποσχέθηκε να το κάνει και αποκοιμήθηκε ήσυχος.
Το πρωί, ο άνθρωπος μας τράβηξε πάλι το δρόμο του. Στην πορεία του στους πρόποδες του βουνού, συνάντησε ένα σχεδόν ερειπωμένο σπίτι ανάμεσα στα βράχια, χωρίς πόρτες και παράθυρα. Διέκρινε μέσα καθισμένη μια νεαρή γυναίκα και την παρακάλεσε ο άτυχος άνθρωπος να τον φιλοξενήσει, επειδή ήρθε ήδη το βράδυ. Η γυναίκα του έγνεψε θλιμμένα να περάσει μέσα. Ο άνθρωπος βλέποντας την στενοχωρημένη, την ρώτησε γιατί συμβαίνει αυτό και αυτή απάντησε πως μόνο ο Θεός το ξέρει! Αμέσως ο άνθρωπός μας προθυμοποιήθηκε να ρωτήσει τον Θεό, όποτε Τον συναντούσε και στον γυρισμό να έλεγε στην νεαρή γυναίκα την απάντηση του Θεού!
Την επόμενη μέρα, ο ταξιδιώτης έφτασε στη σπηλιά του Θεού. Ήτανε στρογγυλή και έρημη. Στη μέση της οροφής είχε ένα άνοιγμα, από όπου έπεφτε το φως τ’ ουρανού. Ο άνθρωπος πήγε και στάθηκε από κάτω. Αμέσως άκουσε μια φωνή:
- Τι με θέλεις, τέκνο μου;
- Κύριε, θέλω την τύχη μου.
- Κάνε μου τρεις ερωτήσεις, τέκνο μου και η τύχη σου θα σε περιμένει στον τόπο σου.
- Ευχαριστώ, Κύριε. Στους πρόποδες του βουνού είναι μια γυναίκα θλιμμένη κι όλο κλαίει. Γιατί;
- Είναι όμορφη, είναι νέα, της χρειάζεται ένας άντρας.
- Κύριε, στο δρόμο μου συνάντησα ένα δέντρο πολύ άρρωστο. Από τι, άραγε, να υποφέρει;
- Μια κασέλα από χρυσάφι, δεν αφήνει τις ρίζες του να προχωρήσουν βαθιά και να βρουν το χώμα, που χρειάζεται για να ζήσει.
- Κύριε, μέσα στο δάσος είναι μια παράξενη τίγρη. Της έχει κοπεί η όρεξη.
- Να κατασπαράξει τον πιο τρελό άνθρωπο του κόσμου και θα ξαναβρεί την υγειά της.
- Κύριε, την καλημέρα μου!
O άνθρωπος κατηφόρισε ευχαριστημένος προς την πεδιάδα. Είδε τη γυναίκα δακρυσμένη μπρος στο κατώφλι της και της έκανε νόημα.
- Καλή μου γυναίκα, έναν άντρα χρειάζεσαι!
Κι εκείνη του απάντησε:
- Κόπιασε, λοιπόν, ταξιδιώτη. Η κοψιά σου μ’ αρέσει. Ας ζήσουμε μαζί ευτυχισμένοι!
- Α, δεν προλαβαίνω, πάω ν’ ανταμώσω την τύχη μου. Ο Θεός μού είπε, πως με περιμένει στον τόπο μου!
Την αποχαιρέτησε και σύντομα έφτασε κοντά στο άρρωστο δέντρο στον κάμπο. Του φώναξε από μακριά:
- Μια κασέλα γεμάτη χρυσάφι κάνει τις ρίζες σου να υποφέρουν. Ο Θεός ο ίδιος μου το είπε!
- Άνθρωπε, ξέθαψε τη. Εσύ θα γίνεις πλούσιος κι εγώ θα ξαλαφρώσω!
- Εε, δεν προλαβαίνω, πάω να ανταμώσω την τύχη μου, με περιμένει, με περιμένει!
Ο άνθρωπός μας γρήγορα περπάτησε και μπήκε στο δάσος, πριν πέσει η νύχτα. Η τίγρη τον περίμενε:
- Καλό μου θηρίο, ο Θεός είπε, πως για να λυθεί το πρόβλημά σου, πρέπει να φας έναν άνθρωπο. Όχι όμως οποιονδήποτε, αλλά τον πιο παλαβό, τον πιο τρελό, που υπάρχει στον κόσμο!
- Και πώς θα τον αναγνωρίσω;
- Α, δεν έχω ιδέα, αποκρίθηκε ο άλλος. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να σου επαναλάβω τα λόγια του Θεού, έτσι όπως το έκανα για τη γυναίκα και το δέντρο.
- Την γυναίκα;
- Ναι, τη γυναίκα. Δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα. Ήτανε νέα κι όμορφη. Της χρειαζόταν ένας άντρας. Εκείνη ήθελε εμένα. Εγώ, όμως, δεν πρόφταινα.
- Και το δέντρο;
- Ένας θησαυρός δεν το άφηνε να μεγαλώσει. Ήθελε να το απαλλάξω απ’ αυτόν. Όμως, το ξαναείπα, δεν είχα χρόνο κι εξακολουθώ να μην έχω. Άντε, λοιπόν, σε χαιρετώ γιατί βιάζομαι.
- Μα, για πού το έχεις βάλει;
- Πάω πίσω στον τόπο μου. Έχω ν’ ανταμώσω την τύχη μου. Με περιμένει, με περιμένει!
- Για μισό λεπτό, του λέει η τίγρη. Τι είναι, τέλος πάντων, ένας ταξιδιώτης, που κυνηγά την τύχη του και στο δρόμο του παραμερίζει μια καλή γυναίκα κι έναν κρυμμένο θησαυρό;
- Θέλει και ρώτημα, καλό μου θηρίο; αποκρίθηκε ο άνθρωπος αφηρημένος. Είναι παλαβός. Αν μάλιστα το καλοσκεφτείς, είναι να απορείς, αν μπορεί να υπάρχει κανείς στον κόσμο πιο τρελός από αυτόν!
Αυτή ήταν κι η τελευταία του κουβέντα. Η τίγρη, κατάφερε, επιτέλους, να γευματίσει με όρεξη περισσή κι ευχαρίστησε το Θεό, για το καλό που της έκανε!

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

Πράξεις που αφήνουν ίχνη


Ο Χάρης πορευόταν στην ζωή του, χρησιμοποιώντας την νοημοσύνη του, για να επιλέξει τον καλύτερο δρόμο και όταν δεν έβρισκε απάντηση από την νοημοσύνη του, χρησιμοποιούσε την καρδιά του. Το μόνο που σκοτείνιαζε την σκέψη του ήταν, πως κάποιες φορές είχε την αίσθηση, ότι ασχολιόταν μόνο με τον εαυτό του και αδιαφορούσε για τους άλλους.
Είχε μάθει να είναι υπεύθυνος για τη ζωή του και αγαπούσε τον εαυτό του τόσο, ώστε να προσπαθεί να του εξασφαλίζει, ότι καλύτερο. Ήξερε ότι κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια, προσέχοντας να μη βλάψει τους άλλους και κυρίως εκείνους που αγαπούσε.
Αναρωτιόταν όμως πολύ συχνά, αν έφτανε η αναζήτηση της απόλαυσης και η αποφυγή του πόνου, για να δώσουν νόημα στη ζωή του και αν ήταν σωστό, που τοποθέτησε στο επίκεντρο της ύπαρξής του την προσωπική του ικανοποίηση. Προσπαθούσε να εναρμονίσει τα συναισθήματα αυτά της προσωπικής ευχαρίστησης με τις απόψεις του περί ηθικής, με τη θρησκευτική του πίστη, με όλα αυτά, που είχε διδαχτεί από την οικογένειά του.
Κάποια μέρα ο Χάρης άρχισε να σκέπτεται, να απομακρυνθεί και να φύγει μακριά. Να βρεθεί κάπου αλλού, σε άλλη χώρα, σε άλλη πόλη, με άλλους ανθρώπους, ώστε να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Μια διαφορετική ζωή, μια ζωή στην υπηρεσία των άλλων, μια ζωή με αλληλεγγύη. Χρειαζόταν χρόνο και χώρο για να τακτοποιήσει τις σκέψεις του.
Κάποιος του είχε πει, ότι ήταν ήσυχα πάνω στο βουνό, που δέσποζε πάνω από την πόλη του και πως η θέα από εκεί σε βοηθούσε, να βάλεις τις σκέψεις σου σε τάξη. Έβαλε λοιπόν κάτι λίγα πράγματα σ’ ένα σακίδιο και ανηφόρισε προς την κορυφή.
Όταν έφτασε στο ψηλότερο σημείο του βουνού, είχε ήδη σουρουπώσει και η πόλη του φαινόταν μαγευτική από ψηλά.
- Ένα ευρώ για να κοιτάξεις μέσα από το τηλεσκόπιο, άκουσε ο Χάρης μια φωνή, να απευθύνεται προς αυτόν. Ήταν η φωνή ενός γέρου, που εμφανίστηκε από το πουθενά, με ένα μικρό πτυσσόμενο τηλεσκόπιο στα χέρια.
Ο Χάρης ψάχνει στην τσέπη του, βρίσκει το κέρμα που ήθελε, το δίνει στον γέρο κι εκείνος ανοίγει το τηλεσκόπιο και το δίνει στον Χάρη. Ο Χάρης παίρνει το τηλεσκόπιο, κοιτάζει μέσα από αυτό κάτω την πόλη και καταφέρνει να εντοπίσει τη γειτονιά του, την πλατεία και απέναντι από την πλατεία, το σχολείο.
Ξαφνικά, κάτι του τραβάει την προσοχή. Μια χρυσή κουκκίδα λάμπει ζωηρά στην αυλή του παλιού κτιρίου.
Ο Χάρης σηκώνει τα μάτια του από τον φακό, τα ανοιγοκλείνει μερικές φορές και ξανακοιτάει. Η χρυσή κουκκίδα είναι ακόμη εκεί. Χωρίς να το αντιληφθεί λέει δυνατά την σκέψη του:
- Πολύ περίεργο!
Ο γέρος τον ρωτάει:
- Πού είναι το περίεργο;
- Να εκεί, η κουκκίδα που λάμπει στην αυλή του σχολείου, λέει ο Χάρης και δίνει το τηλεσκόπιο στον γέρο, για να το δει κι αυτός.
- Αυτά είναι ίχνη.
- Τι ίχνη;
- Θυμάσαι εκείνη την ημέρα, πρέπει να ήσουνα επτά χρόνων, που ο Δημήτρης, ο παιδικός σου φίλος, έκλαιγε απαρηγόρητος στην αυλή του σχολείου; Του είχε δώσει η μητέρα του λεφτά, για να πάρει ένα μολύβι. Είχε χάσει τα λεφτά κι έκλαιγε με λυγμούς. Θυμάσαι τι έκανες; Είχες ένα καινούργιο μολύβι, που πρώτη φορά το έφερνες στο σχολείο. Ακούμπησες στην πόρτα, έσπασες το μολύβι σε δύο ίσα μέρη, έξυσες το σπασμένο μισό κι έδωσες στον Δημήτρη το άλλο μισό από το καινούργιο σου μολύβι!
- Δεν το θυμάμαι, αλλά αυτό τι σχέση έχει με τη χρυσή κουκκίδα;
- Ο Δημήτρης δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη χειρονομία και η ανάμνηση αυτή είχε μεγάλη σημασία για τη ζωή του.
- Δηλαδή;
- Υπάρχουν πράξεις στη ζωή ενός ανθρώπου, που αφήνουν ίχνη στη ζωή των άλλων. Οι πράξεις που συμβάλλουν στην εξέλιξη των υπολοίπων, αφήνουν σημάδια σαν χρυσές κουκκίδες.
Ο Χάρης ξανακοιτάει μέσα από το τηλεσκόπιο και βλέπει κι άλλη κουκκίδα να λάμπει στο δρομάκι, που βγάζει από το κολέγιο.
- Αυτή είναι για την ημέρα που βγήκες να υπερασπιστείς τον Γιώργο, θυμάσαι; Γύρισες σπίτι με μαυρισμένο μάτι και μία τσέπη του παλτού σου σκισμένη!
Ο Χάρης κοιτάζει την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη.
- Αυτή εδώ στο κέντρο είναι επειδή μεσολάβησες για να βρει νέα δουλειά η κυρία Μαρία, που μόνη της μεγάλωνε τα ανήλικα παιδιά της, όταν την απέλυσαν από το εργοστάσιο και η άλλη, εκεί δεξιά, είναι το ίχνος του γεγονότος, που έδωσες τα χρήματα που έλειπαν, για την εγχείρηση του μικρού παιδιού του Γιάννη. Τα ίχνη πάλι εδώ αριστερά, είναι από τότε που διέκοψες την εκδρομή σου , γιατί πέθανε η μητέρα του αδελφικού σου φίλου, του Αλέξανδρου και ήθελες να είσαι δίπλα του, για να του συμπαρασταθείς στην βαριά του απώλεια!
Ο Χάρης σταματάει να βλέπει μέσα από το τηλεσκόπιο. Πλέον με τα μάτια του είναι σε θέση να δει χιλιάδες χρυσές κουκκίδες, διασκορπισμένες σε ολόκληρη την πόλη.
Μόλις έπεσε ο ήλιος, η πόλη φωτίστηκε ολόκληρη από τα χρυσά του ίχνη! Τότε ένιωσε ο Χάρης, ότι μπορούσε να γυρίσει ήσυχος στο σπίτι του. Θα ξεκινούσε τη ζωή του από την αρχή, αλλά αυτή τη φορά από ένα διαφορετικό σημείο.
Το συναίσθημα είναι αυτό, που προετοιμάζει το σώμα, για να ενεργήσει. Ωστόσο, το συναίσθημα είναι η μισή διαδικασία. Η άλλη μισή είναι η δράση. Αυτό λοιπόν που γίνεται αμέσως μετά, είναι ότι φορτιζόμαστε με ενέργεια, δύναμη και διάθεση. Η μετατροπή των συναισθημάτων αυτών σε δράση θα μας επιτρέψει να συνειδητοποιήσουμε πραγματικά την απουσία αυτού, που δεν υπάρχει πια. Και η συνειδητοποίηση του απόντος, η επαφή με την απουσία που φοβόμαστε, θα μας επιτρέψει στη συνέχεια να αποδεχτούμε τη νέα πραγματικότητα. Αυτή είναι μια συνειδητοποίηση καθοριστική, πριν από τη στροφή στον εαυτό μας, για να ξεκινήσουμε το ταξίδι της αυτογνωσίας μέσα μας!

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Η γυναίκα που κουφαίνεται


Ένας τύπος τηλεφωνεί στον οικογενειακό του γιατρό.
- Γιατρέ , ο Κώστας είμαι.
- Α, γεια σου, Κώστα. Τι νέα;
- Γιατρέ σου τηλεφωνώ επειδή ανησυχώ για την γυναίκα μου την Μαρία, που έχει αρχίσει να κουφαίνεται!»
- Εντάξει. Όμως, η κώφωση δεν είναι κάτι που συμβαίνει ξαφνικά, ούτε σε οξεία μορφή. Ελάτε τη Δευτέρα από το ιατρείο να την εξετάσω. Αλλά πως κατάλαβες Κώστα, ότι δεν ακούει;
- Μα, τη φωνάζω και δεν απαντάει.
- Κοίτα, μπορεί να είναι κάτι ασήμαντο, να έχει βουλώσει το αφτί της ή κάτι παρόμοιο. Άκουσε, θα διαπιστώσουμε αμέσως το βαθμό του προβλήματος της Μαρίας. Πού είσαι τώρα;
- Στην κρεβατοκάμαρα.
- Κι εκείνη πού βρίσκεται;
- Στην κουζίνα.
- Εντάξει. Φώναξε την από εκεί.
- Μαρίααααα…! Δεν μ’ ακούει.
- Καλά. Πήγαινε στην πόρτα του δωματίου και φώναξε από το διάδρομο.
- Μαρίαααααα! Τίποτα!
- Περίμενε, μην απελπίζεσαι. Πάρε το ασύρματο τηλέφωνο και προχώρα στο διάδρομο. Φώναζε συνέχεια μέχρι να σ’ ακούσει.
- Μαρίαααααααα…! Μαρίαααααααα…! Μαρίαααααααααααα-αα…! Δεν παίρνει χαμπάρι. Είμαι στην πόρτα της κουζίνας και τη βλέπω. Είναι γυρισμένη και πλένει τα πιάτα αλλά δεν μ’ ακούει. Μαρίαααααααααα…! Τίποτα!
- Πλησίασε κι άλλο.
Ο άντρας μπαίνει στην κουζίνα, πλησιάζει τη Μαρία, βάζει το χέρι του στον ώμο της και της φωνάζει στο αφτί:
- Μαρίααααααααααααα…!
Η σύζυγος του, θυμωμένη, γυρίζει και του λέει:
- Μα τι θέλεις; Τι θέλεις, τι θέλεις, τι θέλειιιιιιιιιιιιιιιις…; Με φώναξες δέκα φορές και δέκα φορές σε ρώτησα, τι θέλεις. Όσο πάει και κουφαίνεσαι, δεν ξέρω γιατί δεν πας επιτέλους στο γιατρό να κοιταχτείς!
Αυτό είναι η προβολή. Κάθε φορά που αντιλαμβανόμαστε κάτι, που μας ενοχλεί σε κάποιον άλλον, καλό θα ήταν να θυμόμαστε, ότι αυτό που μας ενοχλεί στον άλλον, ακριβώς αυτό είναι και δικό μας χαρακτηριστικό!