Κόλαση και Παράδεισος
Μια παλιά ιστορία λέει, πως ένας άνθρωπος αναρωτιόταν τι είναι η Κόλαση και τι ο Παράδεισος. Επειδή ο άνθρωπος αυτός ευαρεστούσε με τον τρόπο της ζωής του το Θεό, ο Θεός τού έστειλε έναν άγγελο, για να του λύσει την απορία.
Ο άγγελος τον πήρε από το χέρι και τον πήγε σε μία τοποθεσία.
- Θα σου δείξω πρώτα την Κόλαση, του είπε.
Είδαν εκεί ένα μεγάλο καζάνι, γεμάτο από φαγητό. Γύρω από αυτό στέκονταν άνθρωποι, σκελετωμένοι από την πείνα και αγριεμένοι. Απόρησε ο ευλαβής άνθρωπος:
- Γιατί δεν τρώνε; Μήπως δεν τους επιτρέπεται;
- Τους επιτρέπεται, εξήγησε ο άγγελος. Πρόσεξε λίγο καλύτερα τα κουτάλια τους. Είναι πολύ μακριά. Μπορούν να πάρουν φαγητό, αλλά δεν μπορούν να το βάλουν στο στόμα τους!
- Πάμε τώρα, να δεις και τον Παράδεισο, συνέχισε ο άγγελος και τον πήρε από το χέρι.
Πήγαν λοιπόν σε ένα άλλο μέρος, όπου υπήρχε πάλι ένα καζάνι γεμάτο με φαγητό και γύρω του άνθρωποι. Οι άνθρωποι όμως εδώ ήταν διαφορετικοί, έδειχναν καλοζωισμένοι, γελαστοί, χορτάτοι και ευχαριστημένοι. Ο άνθρωπος πρόσεξε τα κουτάλια τους. Παρατήρησε πως ήταν εξίσου μακριά. Η απορία του μεγάλωσε.
- Περίμενε λίγο και θα δεις, του είπε ο άγγελος, που κατάλαβε. Σε λίγο θα αρχίσουν να τρώνε και θα καταλάβεις τι γίνεται.
Πραγματικά, μετά από λίγο άρχισαν να τρώνε. Πώς όμως; Αφού ο καθένας δεν μπορούσε να οδηγήσει το μακρύ κουτάλι με το φαγητό στο δικό του στόμα, άρχισε να ταΐζει τον άλλον. Έτσι, δεν έμενε κανένας νηστικός!
Καθώς ο άγγελος οδηγούσε τον ευλαβή άνθρωπο πάλι στη γη, του εξήγησε:
- Πιστεύω πως σου λύθηκε κάθε απορία. Κόλαση είναι, όταν ο καθένας κοιτάζει μόνο τον εαυτό του, το δικό του πρόβλημα και τη δική του ικανοποίηση. Αντίθετα Παράδεισος είναι, όταν ο καθένας κοιτάζει τον άλλον, πώς θα τον εξυπηρετήσει. Έτσι, με την αμοιβαία φροντίδα, όλοι μένουν ευχαριστημένοι και κανένας δεν παραπονιέται!






