Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Η συγχώρεση


Κάποτε κάλεσαν μια γυναίκα στη Φλόριντα, να μιλήσει για την προσωπική της ιστορία.
Τη γυναίκα αυτή τη βίασαν, την πυροβόλησαν στο κεφάλι, την ακρωτηρίασαν βάναυσα και την άφησαν να πεθάνει. Κατά περίεργο τρόπο η γυναίκα αυτή άντεξε το μαρτύριο και επιβίωσε.
Η πληγή στο κεφάλι της προκάλεσε μόνιμη τύφλωση! Η δημοσιογράφος που ανέλαβε να την παρουσιάσει, περιέγραψε την πίκρα που έπρεπε να νιώθει αυτή η γυναίκα, όπως και τις ανεπούλωτες πληγές, που θα τη συνόδευαν στην υπόλοιπη ζωή της.
-Όχι ,όχι, διαμαρτυρήθηκε η γυναίκα μέσα σε γενική κατάπληξη. Τον έχω συγχωρέσει.Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να αφαίρεσε μια νύχτα από τη ζωή μου. Αρνούμαι όμως, να του δώσω ολόκληρη τη ζωή μου!
Όλοι έχουμε νιώσει, πως πληγωθήκαμε στη ζωή μας. Νιώσαμε πως μας προδώσανε, μας ποδοπατήσανε, μας πονέσανε! Επιλέγουμε όμως να συγχωρούμε, επειδή συγχωρώ σημαίνει, πως αρνούμαι να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου με βαριά καρδιά, με μίσος, με κακία, με εκδικητική διάθεση.
Η συγχώρεση λυτρώνει τις καρδιές μας, τις καθαρίζει!
Άλλωστε κανείς δεν είναι τέλειος. Όλοι είμαστε άνθρωποι, ικανοί να κάνουμε λάθη και να αδικήσουμε κι εμείς πρώτοι τους ανθρώπους δίπλα μας!
Πραγματικά κάποιες φορές οι πληγές φαντάζουν ανεπούλωτες και οι μνήμες μπορεί να πονούν ακόμη. Όταν όμως επιλέγουμε να μη συγχωρούμε , ζούμε το πλήγμα των άλλων προς εμάς ξανά και ξανά, δεν επιτρέπουμε τον εαυτό μας να γαληνέψει, δεν προχωράμε παρακάτω, αλλά κάνουμε κύκλο γύρω-γύρω , σαν τον σκύλο, που κυνηγάει την ουρά του!
Η συγχώρεση είναι μια πράξη θέλησης. Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Απαιτεί μεγάλο ψυχικό υπόβαθρο, κουράγιο και τσαγανό!
Δεν μπορούμε να αποφύγουμε την μνήμη του πόνου, που μας προκάλεσαν κάποιοι στη ζωή μας. Μπορούμε όμως να την αντιμετωπίσουμε και να την εκλογικεύσουμε, ώστε να μη προκαλεί αρνητικά συναισθήματα μέσα μας.
Μπορεί να μας πόνεσαν πολύ. Μπορεί να μας έκλεψαν μια μέρα ή ακόμα και τη μισή ζωή μας. Ας μην τους δώσουμε όμως και την υπόλοιπη απλόχερα!
Κάποιος είπε κάποτε:
- Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο, για να κοιμάμαι. Αντί για προβατάκια, μετράω όλους όσους με πληγώσανε και με στενοχωρέσανε και τους συγχωρώ έναν-έναν, όλους.
Ακόμη κι ο Θεός εμάς τους ίδιους έβαλε κριτές στα αμαρτήματα. Αν συγχωρέσουμε λίγα, λίγα θα συγχωρεθούν δικά μας, αν συγχωρέσουμε πολλά , θα συγχωρεθούνε πολλά κι αν «... ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών…» τότε κι Ο Θεός θα συγχωρέσει όλες τις δικές μας αστοχίες, εκούσιες κι ακούσιες!

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Κάποτε στην Κρήτη


Η έξυπνη κουρούνα


Μια φορά κι έναν καιρό, μέσα στο δάσος ζούσε μια κουρούνα. Μια μέρα ήταν πολύ διψασμένη, αλλά όσο κι αν έψαχνε, πουθενά δεν έβρισκε νερό. Στο τέλος, πήγε και κάθισε στην κορυφή ενός ψηλού δέντρου κι από κει κοίταζε τριγύρω. Κάπου στο βάθος μακριά είδε έναν κήπο.
"Εκεί θα βρω νερό" σκέφτηκε και πέταξε προς τα κει. Φτάνοντας στον κήπο, βλέπει ένα παλιό πιθάρι.
"Εδώ θα πιω νερό" είπε στον εαυτό της και κάθισε στο στόμιο του πιθαριού.
Πραγματικά το πιθάρι είχε μέσα νερό, αλλά το νερό δεν γέμιζε όλο το πιθάρι, απλά έφτανε περίπου μέχρι το μισό του βάθους του πιθαριού. Έτσι η κουρούνα, όσο κι αν έσκυβε και όσο κι αν τεντωνότανε , δεν μπορούσε να φτάσει στην στάθμη του νερού, για να πιει!
Μια πάπια που τριγυρνούσε στον κήπο και την είδε να προσπαθεί, της είπε:
- Τζάμπα προσπαθείς. Δεν θα τα καταφέρεις. Επιπλέον κινδυνεύεις να πέσεις μέσα στο πιθάρι, να χτυπήσεις, να ζαλιστείς και να μη μπορέσεις να βγεις από εκεί μέσα!
Η κουρούνα την άκουσε, αλλά δεν απάντησε. Λίγο μετά την πλησίασε μια χήνα, που της μίλησε:
- Ε, κουρούνα. Τόση ώρα προσπαθείς και σταγόνα νερό δεν ήπιες. Παράτα τα πια!
Η κουρούνα την άκουσε, αλλά ούτε και σ' αυτήν απάντησε. Σταμάτησε για λίγο την προσπάθεια κι έβαλε το μυαλό της να σκεφτεί. Τότε, μια σπουδαία ιδέα πέρασε από το μυαλό της. Αμέσως άρχισε με το ράμφος της να μαζεύει πετραδάκια και να τα ρίχνει μέσα στο πιθάρι. Το νερό σιγά -σιγά άρχισε να ανεβαίνει. Όσο περισσότερα πετραδάκια έριχνε, τόσο ψηλότερα ανέβαινε το νερό, μέχρι που έφτασε στο στόμιο του πιθαριού. Τότε η κουρούνα βούτηξε μέσα το ράμφος της και ήπιε, ήπιε, μέχρι που ξεδίψασε!

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Η γάτα και το ποντίκι


Μια φορά κι έναν καιρό, αποφάσισαν η γάτα και ο ποντικός να συγκατοικήσουν.
Κάνανε την οικονομία τους και αποταμιεύανε τροφή όσο μπορούσανε, για να περάσουν ένα καλό χειμώνα. Μετά από λίγες εβδομάδες, κατάφεραν να εξοικονομήσουν ένα κουτί λίπος, αλλά δεν ήξεραν, πού ακριβώς έπρεπε να το φυλάξουν. Τελικά, ο ποντικός πρότεινε να το κρύψουν μέσα στην εκκλησία.
Αφού πέρασε λίγος καιρός, ένα πρωινό, σηκώθηκε η γάτα από το κρεβάτι και είπε του ποντικού, ότι επρόκειτο να πάει στην πόλη, για να επισκεφτεί την αδελφή της, που γέννησε ένα γατάκι.
Όταν γύρισε πίσω στο σπίτι, ο ποντικός την καλωσόρισε:
- Γεια σου φίλη μου, τι κάνει η μάνα με το παιδί;
- Πολύ καλά!
- Τι όνομα έχει το νεογέννητο;
- «Μόλις άρχισε! »
- Τι παράξενο όνομα ! Δεν το έχω ξανακούσει!
- Αυτό το όνομα συνηθίζεται να δίνεται στις γάτες, αποκρίθηκε η πονηρή γάτα!
Λίγες βδομάδες αργότερα, η γάτα ξεκίνησε πάλι για την πόλη. Αυτή τη φορά είπε, πως ήθελε να δει την άλλη αδελφή της, που γέννησε κι εκείνη. Το βράδυ επέστρεψε σπίτι και όταν ο ποντικός τη ρώτησε, πώς ονομάζεται το νεογέννητο γατάκι, αυτή απάντησε: «Μισοφαγωμένο».
- Τι όμορφο όνομα, ψέλλισε ο ποντικός χωρίς να σκεφτεί κάτι παραπάνω!
Οι μέρες περνούσαν, η μια πίσω από την άλλη, ώσπου ήρθε πάλι η στιγμή, που η γάτα ξανάφυγε στην πόλη, λέγοντας πάντα την ίδια δικαιολογία, πως μια από τις αδελφές της γέννησε.
Ο ποντικός ήταν ήδη ξαπλωμένος στο κρεβάτι, όταν η γάτα γύρισε σπίτι και του διηγήθηκε, πως το νέο γατάκι ονομάστηκε «Αποτελειωμένο». Το ποντίκι κούνησε το κεφάλι του για το παράξενο όνομα, που άκουσε πάλι και σώπασε. Είχε πια συνηθίσει στο άκουσμα τέτοιων περίεργων, γατίσιων ονομάτων.
Τους επόμενους μήνες, η γάτα δεν ξανακατέβηκε στην πόλη. Δεν προέκυψε πραγματικά καμία νέα γέννα!
Ο χειμώνας ήρθε. Παχύ χιόνι σκέπαζε τη φύση και η αναζήτηση τροφής γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Η γάτα δε μιλούσε καθόλου, το ποντίκι όμως άρχισε να ανησυχεί για την κατάσταση. Έκανε τότε λόγο για το κουτί λίπος, που είχανε αποταμιεύσει για τις κρύες μέρες του χειμώνα και είπε, πως ήρθε η στιγμή να το χρησιμοποιήσουνε.
- Πώς σου φαίνεται γάτα να ανοίξουμε το κουτί με το λίπος, που αποταμιεύσαμε και να το μοιραστούμε;
- Ποιο κουτί; ρώτησε η γάτα.
- Εκείνο που κρύψαμε στην εκκλησία.
- Α ναι, έλα μαζί μου, να το πάρουμε, απάντησε η γάτα.
Όταν έφτασαν στην εκκλησία, το ποντίκι βρήκε το κουτί άδειο και κατάλαβε, ότι η γάτα το ξεγέλασε. Τώρα κατανόησε το νόημα των ονομάτων, «Μόλις άρχισε», «Μισοφαγωμένο» και « Αποτελειωμένο».
Το ποντίκι θύμωσε και κατηγόρησε τη γάτα για κλοπή. Εξάλλου το μισό κουτί λίπος ανήκε σε εκείνο. Η γάτα όμως δε σήκωσε την προσβολή. Άρπαξε το ποντίκι και το δάγκωσε από το κεφάλι και το σκότωσε!
Για να αποκρύψει δε το εκδικητικό φονικό, έφαγε το ποντίκι ολόκληρο, όπως ήταν, με πέτσα και μουστάκια. Όμως το κρέας του ποντικού της άρεσε τόσο πολύ, που από τότε και μέχρι σήμερα κυνηγά τους ποντικούς ασταμάτητα και χωρίς έλεος!

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Ο σκύλος και η παρέα του


Στα πολύ παλιά τα χρόνια, ο σκύλος βαρέθηκε να ζει μόνος του και θέλησε να ζήσει με παρέα. Έτσι, αποφάσισε να ξεκινήσει ένα ταξίδι, ώστε να βρει άλλα ζωντανά και να ζήσει μαζί τους.
Μετά από μέρες, συνάντησε ένα τσακάλι.
- Τι ζώο είσαι εσύ;
- Εγώ είμαι τσακάλι!
- Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;
- Ναι, γιατί όχι;
Κι από εκείνη την ημέρα, το τσακάλι και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε, για να κάνουν βόλτες και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά και το τσακάλι φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου:
- Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να μας ακούσει κανένας λύκος, να έρθει και να μας φάει!
Στον σκύλο δεν άρεσε το φοβιτσιάρικο τσακάλι. Έτσι, το επόμενο κιόλας πρωί, εγκατέλειψε το τσακάλι και άρχισε να ψάχνει άλλο ζώο για παρέα. Εκεί που περπατούσε, συνάντησε έναν λύκο.
- Τι ζώο είσαι εσύ;
- Εγώ είμαι λύκος!
- Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;
Ναι, γιατί όχι;
Κι από εκείνη την ημέρα, ο λύκος και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά κι ο λύκος φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου.
- Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να μας ακούσει καμία αρκούδα, να έρθει και να μας φάει!
Πάλι πήρε τους δρόμους ο σκύλος, για να βρει άλλη παρέα. Από ότι καταλάβαμε ο σκύλος δεν ήθελε καθόλου μα καθόλου τους φοβιτσιάρηδες! Κάποια στιγμή διασταυρώθηκε ο δρόμος του με τον δρόμο μιας αρκούδας.
- Τι ζώο είσαι εσύ;
- Εγώ είμαι αρκούδα!
- Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;
- Ναι, γιατί όχι;
Κι άρχισαν λοιπόν να συγκατοικούν ο σκύλος με την αρκούδα. Το βράδυ μαντέψτε όταν γάβγιζε ο σκύλος , φοβότανε η αρκούδα. Μια και δυο φοβήθηκε η αρκούδα το δυνατό γάβγισμα του σκύλου , δεν άντεξε και του είπε:
- Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να μας ακούσει κανένας άνθρωπος, να έρθει και να μας σκοτώσει!
Κι η αρκούδα είναι φοβιτσιάρα, σκέφτηκε ο σκύλος κι έτσι το άλλο πρωί, εγκατέλειψε και την αρκούδα, συνεχίζοντας το ταξίδι του.
Κάποια στιγμή, ο σκύλος συνάντησε μπροστά του τον άνθρωπο.
- Άνθρωπε θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;
- Ναι, αμέ, γιατί όχι!
Κι άρχισαν να μένουν μαζί ο σκύλος με τον άνθρωπο. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Το πρώτο βράδυ, ο σκύλος άρχισε να γαβγίζει δυνατά και τότε ο άνθρωπος σηκώθηκε, τον πλησίασε και του είπε:
Μπράβο σκύλε, έτσι να γαβγίζεις, δυνατά. Αν περνάει κανένα τσακάλι ή κανένας λύκος ή καμιά αρκούδα, σίγουρα θα φοβηθούν από το γάβγισμά σου και θα φύγουν!
Ο άνθρωπος δεν φοβάται, σκέφτηκε ο σκύλος κι έτσι από τότε ζούνε αχώριστοι μαζί, κάτω από την ίδια στέγη!

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Ο δίκαιος δικαστής


Ήταν μια φορά ένας βασιλιάς, που ήθελε να μάθει αν ήταν αλήθεια, ότι ζούσε στο βασίλειό του ένας δίκαιος δικαστής, που έβρισκε μεμιάς το δίκιο του καθενός. Ο βασιλιάς ντύθηκε έμπορος και τράβηξε για την πολιτεία, όπου ζούσε αυτός ο δικαστής.
Στην είσοδο της πόλης ζήτησε από τον βασιλιά ένας ζητιάνος ελεημοσύνη και αφού ο βασιλιάς του έδωσε, τον παρακάλεσε να τον πάει με το άλογό του στο κέντρο της πόλης. Όταν φθάσανε στο κέντρο της πόλης ο ζητιάνος αρνήθηκε να κατέβει από το άλογο του βασιλιά, υποστηρίζοντας πως αυτό ήταν δικό του!
Γύρω από τους δύο άντρες μαζευτήκανε αργόσχολοι και ακούγοντάς και βλέποντάς τους να μαλώνουν για την ιδιοκτησία του αλόγου, τους συμβούλεψαν να καταφύγουν στον δικαστή, για να βρουν το δίκιό τους.
Ο βασιλιάς με τον ζητιάνο πήγανε στον δικαστή. Εκείνη την ώρα ο δικαστής δίκαζε διάφορες υποθέσεις και περίμεναν οι δυο άντρες τη σειρά τους.
Η πρώτη υπόθεση ήταν η αντιδικία μεταξύ ενός γραμματικού και ενός χωριάτη, οι οποίοι υποστήριζαν πως κάποια γυναίκα ήταν δική τους. Ο δικαστής τους άκουσε και τους δύο προσεκτικά , σώπασε για λίγο και ύστερα είπε:
- Αφήστε τη γυναίκα σ’ εμένα κι ελάτε αύριο, να σας πω την απόφασή μου.
Η επόμενη υπόθεση ήταν η αντιδικία ενός χασάπη κι ενός λαδέμπορα . Ο χασάπης ήταν γεμάτος αίματα και ο λαδάς ήταν γεμάτος λάδια. Ο χασάπης κρατούσε στα χέρια του κάτι νομίσματα, ενώ ο λαδάς έσφιγγε το χέρι του χασάπη.
Ο χασάπης είπε:
-Αγόρασα από αυτόν εδώ τον άνθρωπο λάδι, και την ώρα που έβγαλα το πουγκί μου να πληρώσω, με έπιασε από το χέρι και ήθελε, να μου πάρει όλα τα λεφτά. Εγώ κρατάω στο χέρι τα νομίσματα κι αυτός κρατάει εμένα από το χέρι. Μα τα λεφτά είναι δικά μου κι αυτός είναι κλέφτης.
Ο λαδάς πάλι είπε:
- Λέει ψέματα. Ο χασάπης ήρθε σ’ εμένα ν’ αγοράσει λάδι. Όταν του γέμισα ένα λαγήνι, με παρακάλεσε να του αλλάξω μια λίρα, για να πληρώσει. Έβγαλα τα χρήματα και τ’ ακούμπησα στον πάγκο. Εκείνος τότε άρπαξε τα χρήματα κι ήθελε να το σκάσει. Τότε εγώ τον έπιασα από το χέρι και τον έφερα εδώ.
Ο δικαστής σώπασε για λίγο κι ύστερα είπε:
- Αφήστε τα λεφτά κι ελάτε αύριο.
Όταν ήρθε η σειρά του βασιλιά και του ζητιάνου, είπαν και οι δυο την δική τους εκδοχή και διεκδίκησε ο καθένας του την ιδιοκτησία του αλόγου. Ο δικαστής σκέφτηκε και είπε:
- Αφήστε μου το άλογο κι ελάτε αύριο.
Την άλλη μέρα οι διάδικοι παρουσιαστήκανε μπροστά στον δικαστή, περιμένοντας τις αποφάσεις του. Πρώτοι πλησίασαν ο γραμματικός και ο χωριάτης:
- Πάρε τη γυναίκα σου, είπε στο γραμματικό. Και του χωρικού να του δώσετε πενήντα ραβδιές, είπε στους ραβδούχους ο δικαστής.
Μετά ο δικαστής κάλεσε το χασάπη:
- Τα χρήματα είναι δικά σου. Στον λαδέμπορο να ρίξετε πενήντα ραβδιές, παρήγγειλε στους ραβδούχους ο δικαστής.
Τέλος ο δικαστής κάλεσε τον βασιλιά και τον ζητιάνο.
- Θα γνωρίσεις το άλογό σου ανάμεσα σ’ άλλα είκοσι; ρώτησε ο δικαστής τον βασιλιά.
- Θα το γνωρίσω.
- Κι εσύ;
- Κι εγώ θα το γνωρίσω, είπε ο ζητιάνος.
- Ακολούθησε με , παρήγγειλε ο δικαστής στον βασιλιά.
Πήγανε στο στάβλο. Ο βασιλιάς γνώρισε αμέσως το άλογό του ανάμεσα στ’ άλλα είκοσι και το έδειξε στο δικαστή.
Μετά ο δικαστής κάλεσε το ζητιάνο στο στάβλο και είπε και σ’ αυτόν να αναγνωρίσει το άλογό του. Ο ζητιάνος γνώρισε αμέσως το άλογο και το έδειξε στο δικαστή.
Τότε ο δικαστής γύρισε στη θέση του και είπε στον βασιλιά:
- Το άλογο είναι δικό σου. Να το πάρεις. Όσο για το ζητιάνο, δώστε του πενήντα ραβδιές.
Όταν τέλειωσε το δικαστήριο, ο δικαστής τράβηξε στο σπίτι του κι ο βασιλιάς τον ακολούθησε.
- Τι συμβαίνει λοιπόν; Μήπως δεν είσαι ευχαριστημένος με την απόφασή μου; τον ρώτησε ο δικαστής.
- Όχι, είμαι ευχαριστημένος, είπε ο βασιλιάς. Θέλω μόνο να μάθω, πώς κατάλαβες, πώς η γυναίκα ήταν του γραμματικού κι όχι του χωρικού, πώς τα χρήματα ήταν του χασάπη κι όχι του λαδά και πώς το άλογο ήταν δικό μου κι όχι του ζητιάνου.
- Να πώς έμαθα για τη γυναίκα. Την κάλεσα το πρωί και της είπα "Βάλε μελάνι στο μελανοδοχείο μου". Εκείνη πήρε το μελανοδοχείο, το έπλυνε και σβέλτα έβαλε μελάνι. Πάει να πει, πως τη δουλειά αυτή την είχε συνηθίσει να την κάνει. Επομένως ο γραμματικός είχε δίκιο.
Για τα χρήματα πάλι, να πώς έμαθα την αλήθεια. Έβαλα αποβραδίς τα νομίσματα σε μια κούπα με νερό και σήμερα το πρωί κοίταξα να δω αν υπήρχε λάδι. Αν τα νομίσματα ήταν του λαδά, θα είχανε λάδι από τα χέρια του τα λαδωμένα. Αλλά στο νερό δε βρέθηκε ίχνος λαδιού. Πάει να πει, πως ο χασάπης είχε πει την αλήθεια.
- Για το άλογο ήταν πιο δύσκολο να μάθω την αλήθεια, γιατί ο ζητιάνος, όπως κι εσύ, αναγνώρισε αμέσως το άλογο ανάμεσα στ’ άλλα είκοσι. Μα εγώ δε σας πήγα στο στάβλο, για να δω αν θα γνωρίσετε το άλογο, αλλά για να δω ποιον από τους δυο, θα γνωρίσει το άλογο! Όταν το πλησίασες εσύ, γύρισε το κεφάλι του και το τέντωσε προς εσένα, ενώ όταν το άγγιξε ο ζητιάνος, ζάρωσε τ’ αυτιά του και σήκωσε το πόδι του. Από αυτό κατάλαβα, πως εσύ είσαι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του αλόγου.
Τότε ο βασιλιάς γεμάτος θαυμασμό, του είπε:
- Δεν είμαι έμπορος κύριε δικαστά. Είμαι ο βασιλιάς της χώρας! Ήρθα εδώ, για να δω με τα μάτια μου, αν είναι σωστά, όσα λένε για σένα. Και είδα, πως είσαι στ’ αλήθεια ένας σοφός δικαστής. Ζήτησέ μου, ότι επιθυμείς και θα το έχεις ως ανταμοιβή.
- Δε χρειάζομαι ανταμοιβή, απάντησε ο δικαστής. Είμαι ευχαριστημένος, που με παινεύει ο ίδιος ο βασιλιάς μου!