Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

Πίστεψε


Ένας άθεος περνούσε μες απ' τα βουνά, στο χωριό που ζούσε. Περπατούσε πάνω σ' ένα στενό μονοπάτι, όταν ξαφνικά γλίστρησε κι έπεσε στο γκρεμό. Πέφτοντας, την τελευταία στιγμή, έπιασε με το χέρι του το κλαδί ενός μικρού δέντρου που φύτρωνε μέσα σε μια ρωγμή του βράχου. Κρεμασμένος από το κλαδί και ταλαντευόμενος από το κρύο αέρα, κατανόησε την απελπιστική του κατάσταση. Μακριά κάτω, φαίνονταν τα μυτερά βράχια, ενώ δεν υπήρχε τρόπος να ανέβει πάνω στο μονοπάτι. Σε λίγο τα χέρια του είχαν παγώσει και ο άθεος σκέφτηκε: 
" Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα, μόνο ο Θεός μπορεί να με σώσει! Ποτέ δεν πίστεψα στον Θεό, αλλά τώρα καταλαβαίνω το λάθος μου. Τι χάνω; "
Και με απελπισμένη φωνή, είπε:
" Ω! Θεέ, αν υπάρχεις, σώσε με και για όλη μου τη ζωή θα σε πιστεύω! "
Δεν πήρε απάντηση. Ξαναφώναξε, ικετεύοντας:
" Σε παρακαλώ, Θεέ! Δεν σε πίστευα, αλλά τώρα, αν με σώσεις απ' το θάνατο, θα γίνω αμέσως ο πιο πιστός σου οπαδός. "
Ξαφνικά, απ' τα ουράνια ακούστηκε μια μεγάλη φωνή:
" Όχι ! Ξέρω πως δεν θα το κάνεις. Ξέρω τέτοιους ανθρώπους σαν εσένα! "
Ο άνθρωπος απ' την έκπληξη και τον τρόμο του παρ' ολίγο ν' αφήσει το κλαδί.
" Σε ικετεύω, Θεέ μου! Κάνεις λάθος! Εγώ στ' αλήθεια πιστεύω, σ' αυτά που λέω. Θα σε πιστέψω με όλη μου την ψυχή! "
" Όλοι στις δύσκολες στιγμές αυτά λέτε. Ξέρω, πως δεν πρόκειται να πιστέψεις. ''
Ο άνθρωπος ικέτευε και προσπαθούσε να πείσει τον Θεό.
Τελικά ο Θεός είπε:
" Καλώς, θα σε σώσω, αλλά θα κάνεις, αυτό που θα σου 

πω. "
" Ω! Παντοδύναμε, βεβαίως και θα το κάνω. "
" Άφησε το κλαδί. "
" Να αφήσω το κλαδί; " φώναξε ο άνθρωπος, " μήπως με πέρασες για τρελό; "
Αδικίες της φύσης


Κάποτε ο Δίας με την Ήρα λογομαχούσαν για τις απιστίες του Δία.
- Να!!! Το κάνω για να ισορροπώ τα πράγματα, και να κρατώ την τάξη, είπε ο Δίας.
- Μα τι λες τώρα; Βάλθηκες να με τρελάνεις;
- Όχι. Το πράγμα είναι απλό. Κάθε φορά που σμίγουμε, η συμμετοχή μας στο ερωτικό αγαθό είναι άνιση. Γιατί εσύ παίρνεις το πολύ, κι εγώ το λίγο, έτσι τα 'χει κανονισμένα η φύση.
Η Ήρα κοίταξε το Δία ξαφνιασμένη. Ύστερα γέλασε ειρωνικά και του είπε:
- Όχι, λοιπόν άντρα μου. Κάθε φορά που αγαπιόμαστε, χαιρόμαστε μισή - μισή τη χαρά της ηδονής.
- Λάθος. Εσύ το πολύ, και εγώ το λίγο.
Πιαστήκανε και μαλώνανε και δεν έβρισκαν άκρη. Ξαφνικά ο Δίας γέλασε και έγνεψε στην Ήρα να ηρεμήσει.
- Άκου πουλάκι μου, της λέει τρυφερά ο Δίας. Ο θεϊκός σου σύντροφος που όλα τα γνωρίζει, θα δώσει τη λύση. Θα κράξουμε έναν, που τα 'χει γνωρίσει και τα δύο. Τον Τειρεσία λέω.
- Τον Τειρεσία;
- Ναι. Τον Τειρεσία με τα μαστάρια. Και της είπε την ιστορία του Τειρεσία.
- Ο Τειρεσίας, που λες, είναι ο μόνος που αγκάλιασε σαν άντρας, και μαζί αγκαλιάστηκε σα γυναίκα. Μια μέρα καθώς περπατούσε στο λιβάδι, βλέπει δυο φίδια ζευγαρωμένα. Θέλεις από ξάφνιασμα, θέλεις από φόβο, χτυπά με το ραβδί του και τα χωρίζει. Επειδή λοιπόν διατάραξε μια ιερή στιγμή της φύσης, η φύση τον τιμωρεί. Αστραπιαία αλλάζει φύλο. Γίνεται γυναίκα. Εφτά χρόνους έζησε στη Κρήτη σα μια διαβόητη πόρνη.
Απάνου στους εφτά χρόνους ξανασυναντά στην εξοχή τα φίδια ζευγαρωμένα. Θέλεις από ξάφνιασμα, θέλεις από φόβο, τα ξαναχτυπά με το ραβδί του και τα χωρίζει. Αστραπιαία αλλάζει φύλλο. Ξαναγίνεται άντρας. Αυτόνε να καλέσουμε, να μας λύσει τη διαφορά.
Η Ήρα συμφωνεί.- Φώναξέ τον!!!
Έρχεται ο Τειρεσίας και στέκεται δειλά μπροστά στους Παντοδύναμους.
- Πες μας, Τειρεσία! του λέει ο Δίας. Άντρας και γυναίκα εσύ, γνώρισες την ηδονή, και κατέχεις γνώση διπλή. Στη διάρκεια της ερωτικής σμίξης ποιος χαίρεται περισσότερο, η γυναίκα ή ο άντρας;
Ο Τειρεσίας εθάρρεψε και είπε:
- Από τα δέκα μερίσματα του καρπού της ηδονής για τη γυναίκα προορίστηκαν τα εννέα, και για τον άντρα το ένα.«Δέκα μοιρών ούσων εννέα τερπέσθαι την γυναίκα, οιήν δε τον άνδρα».
Ένα επιστημονικό πείραμα


Ένας επιστήμονας από της Ινδίες ήθελε να δοκιμάσει μια θεωρία και χρειαζόταν έναν εθελοντή. Τελικά τον βρήκε στο πρόσωπο ενός θανατοποινίτη, καταδικασμένου να εκτελεστεί με απαγχονισμό.
Ο επιστήμονας πρότεινε στον θανατοποινίτη, το ακόλουθο: Θα συμμετείχε σε ένα επιστημονικό πείραμα, που προέβλεπε να του γίνει ένα μικρό κόψιμο στον δάχτυλο, με σκοπό το αίμα του να στάζει σιγά-σιγά, μέχρι την τελευταία σταγόνα. Ο επιστήμονας αποκάλυψε στον θανατοποινίτη, πως είχε ελάχιστες πιθανότητες να επιβιώσει μετά το τέλος του πειράματος, αλλά ότι έτσι κι αλλιώς, ο θάνατός του θα ήταν χωρίς πόνο, ούτε καν θα καταλάβαινε πότε θα ερχότανε το μοιραίο.
Ο καταδικασμένος άνθρωπος δέχτηκε, επειδή ήταν προτιμότερος ο θάνατος με αυτόν τον τρόπο, από το να πεθάνει στην ηλεκτρική καρέκλα. Τον έβαλαν σε ένα φορείο και του έδεσαν το σώμα του, για να μην μπορεί να κουνηθεί. Στη συνέχεια έκαναν ένα μικρό κόψιμο στο δάχτυλο και τοποθετήθηκε κάτω από το χέρι του ένα μικρό βάζο αλουμινίου.
Το κόψιμο ήταν επιφανειακό, μόνο στα πρώτα στρώματα δέρματος. Κάτω από το κρεβάτι, ένα μπουκάλι ορού τοποθετήθηκε με μια μικρή βαλβίδα για να ρυθμίζει το πέρασμα του υγρού, με τη μορφή των σταγόνων που έπεφταν στο βάζο. Ο καταδικασμένος μπορούσε να ακούει τον ήχο, που έκανε κάθε σταγόνα αίματός του πέφτοντας στο μπουκάλι του ορού, αλλά αν ήθελε μπορούσε και να μετράει τις σταγόνες αίματος , που έχανε.
Μετά από κάποιο εύλογο χρόνο ο επιστήμονας, χωρίς να τον αντιληφθεί ο κατάδικος , ρύθμισε τη βαλβίδα του ορού, έτσι ώστε ο ορός να μειωθεί, Ο σκοπός του επιστήμονα ήταν να νομίσει ο κατάδικος, πως ήδη έχασε όλο του το αίμα , πράγμα φυσικά που δεν ήταν αλήθεια.
Με το πέρασμα των λεπτών το πρόσωπό του κατάδικου έχανε το χρώμα, ο ρυθμός της καρδιάς του επιτάχυνε, η αναπνοή του δυσκόλεψε, σαν να μην είχαν τη δύναμη οι πνεύμονές του να λειτουργήσουν. Όταν η απελπισία έφτασε στο μέγιστο σημείο της, ο επιστήμονας έκλεισε εντελώς τη βαλβίδα και τότε ο καταδικασμένος έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε.
Ο επιστήμονας κατάφερε να αποδείξει, ότι το ανθρώπινο μυαλό συμμορφώνεται αυστηρά, με ότι αντιλαμβάνεται σαν πραγματικότητα και ότι το άτομο τη δέχεται, είτε θετικά είτε αρνητικά, ενεργώντας σε όλο το ψυχικό και οργανικό του μέρος.
Φαίνεται, ότι το μυαλό δεν έχει όρια, όταν εξαπατά τον εαυτό του.
Ο Βουδιστής Δάσκαλος


Ένας Βουδιστής Δάσκαλος ήρθε με τους μαθητές του σε ένα χωριό. Στο χωριό αυτό όμως δεν συμπαθούσαν τους Βουδιστές , οπότε μαζεύτηκαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού γύρω από τον Δάσκαλο και τους μαθητές και άρχισαν να τον βρίζουν και να τον χαρακτηρίζουν κακό , στραβό , ανάποδο. Μία ώρα, δύο ώρες, τρεις ώρες, πέντε ώρες κράτησε το επεισόδιο αυτό, μέχρι που οι χωρικοί κουραστήκαν και σταματήσανε.
Ο Δάσκαλος τότε έκανε μια υπόκλιση και ευχαρίστησε τους υβριστές του. Οι μαθητές του μείναμε έκπληκτοι. Πώς έγινε αυτό; Θεωρούσαν τον Δάσκαλό τους σαν μεγάλο άνθρωπο και φωτισμένο και μπροστά στα μάτιά τους κάποιοι αχαρακτήριστοι χωρικοί τον περιέλουσαν με τόσες βρισιές και του φόρτωσαν τόσες προσβολές και παρόλα αυτά, αντί ο Δάσκαλός τους να αντιδράσει και να υπερασπιστεί τουλάχιστον τον εαυτό του , επέλεξε απλώς να ευχαριστήσει αυτούς που τον περιέπαιξαν.
Εύλογα λοιπόν παρακάλεσαν τον Δάσκαλό τους να τους εξηγήσει τη συμπεριφορά του. Τότε αυτός τους είπε :
« Ευχαρίστησα τους χωρικούς , επειδή τόση ώρα αυτοί δούλεψαν για εμένα. »
« Εξήγησέ μας! » Επέμειναν οι μαθητές.
« Με βρίζουν τόσες ώρες, έχουν βάλει όλα τα απόβλητα του κόσμου επάνω στο κεφάλι μου και μέσα μου δεν κουνήθηκε τίποτα, ούτε το παραμικρό και εγώ για ακόμα μια φορά επιβεβαιώθηκα, ότι είμαι καθαρός.
Γιατί αν έχουμε μέσα μας ακόμα και λίγες ακαθαρσίες, οπωσδήποτε θα βρεθεί κάποιος, να μας τις τραβήξει. Είναι Νόμος: Αν υπάρχει γάντζος κάτι θα κρεμάσουνε. Αν ο άνθρωπος κάτι έχει, θα τον χτυπάνε συνέχεια εκεί που πονάει. Το γάτο τον τραβάνε από αυτό που εξέχει πιο πολύ. Ή από την ουρά ή από τα 
μουστάκια ! »
Τα δυο αγόρια


Μια αραβική ιστορία λέει ότι κάποτε δύο αγόρια, ένα πλουσιόπαιδο κι ένα φτωχόπαιδο, επέστρεφαν στα σπίτια τους από τα ψώνια, που είχαν κάνει στην αγορά.
Το πλουσιόπαιδο είχε αγοράσει μια σακούλα μελοπάστελα και το φτωχόπαιδο ένα μπαγιάτικο ξεροκόμματο.
Το φτωχόπαιδο, καθώς βάδιζαν στο δρόμο τους, λιμπίστηκε τις λιχουδιές και συνεχώς έριχνε κρυφές ματιές στη σακούλα με τα μελοπάστελα. Είχε γεμίσει το στόμα του σάλια κι άρχισαν να τρέχουν έξω από τα χείλη του. Το πλουσιόπαιδο το παρατήρησε και θέλησε να κάνει τη δοκιμασία σκληρότερη και βαρύτερη.
« Θα σου δώσω να γευτείς από τις λιχουδιές μου, του είπε, αν μου κάνεις μια χάρη. Αν κάνεις το σκύλο, ενώ θα βαδίζουμε. »
Αυτοστιγμεί το φτωχόπαιδο έπεσε στα τέσσερα κι άρχισε να γαυγίζει όσο πιο δυνατά μπορούσε, να γλείφει τα πέδιλα του πλουσιόπαιδου και να τρώει λαίμαργα τα σπασμένα μελοπάστελα, που του πετούσε το πλουσιόπαιδο.
Ένας σοφός γέροντας βλέποντας τη σκηνή κούνησε λυπημένος το κεφάλι του και μονολόγησε:
« Αν το άμοιρο φτωχόπαιδο είχε λίγη αξιοπρέπεια, θα έβρισκε έναν έντιμο τρόπο, για να κερδίσει λίγα χρήματα, για να αγοράσει τις λιχουδιές, που επιθύμησε. Προτίμησε όμως, να μεταβληθεί σε σκύλο, για να γευτεί, ότι λιμπίστηκε. Αν αύριο μεγαλώνοντας οι συγκυρίες το φέρουν στην εξουσία, θα κάνει το ίδιο και για την κατοχή δημόσιου αξιώματος. Θα είναι ικανό να προδώσει την πατρίδα του για ένα πουγκί χρυσού! »
Ο ένοχος κατακρίνει


Κάποια μέρα ένας Γέροντας πήρε τρία πνευματικά του παιδιά και ξεκίνησαν να τελέσουν Εσπερινό σε κάποιο μοναστήρι. Επειδή ήταν μακριά το μοναστήρι, αποφάσισαν να πάρουν ταξί , για να πάνε εκεί. Όταν φάνηκε ένα ταξί στον δρόμο , τα πνευματικά παιδιά του γέροντα του είπαν να κάνουν νεύμα , ώστε να σταματήσει ο ταξιτζής. Ο Γέροντας όμως τους ανταπάντησε, πως ο ταξιτζής θα σταματήσει χωρίς νεύμα μπροστά τους. Συνεχίζοντας τους είπε να μη μιλήσουν καθόλου , όταν μπουν στο ταξί , ότι κι αν ακούσουν να πει ο ταξιτζής. Ο ίδιος ο Γέροντας θα μιλούσε με τον ταξιτζή.
Πράγματι το ταξί σταμάτησε μπροστά τους, χωρίς να του κάνουνε νεύμα. Μπήκανε λοιπόν και ο οδηγός , παρά την παρουσία του Γέροντα , άρχισε να καταφέρεται εναντίον των κληρικών και να τους κατηγορεί για πολλά και διάφορα.
« Έτσι δεν είναι ρε παιδιά , » είπε απευθυνόμενος στα πνευματικοπαίδια ο ταξιτζής. « Τι λέτε κι εσείς ; » ρωτούσε αλλά τα παιδιά κάνοντας υπακοή στον Γέροντα δεν ανταπαντούσαν,
Αφού είδε κι αποείδε ο οδηγός από την μη απάντηση των παιδιών , στράφηκε προς τον Γέροντα :
« Έτσι δεν είναι παππούλη ; Τι λες κι εσύ ; Δεν είναι αλήθεια όσα γράφουν οι εφημερίδες κι αφορούν τα σκάνδαλα με τους ιερωμένους ; »
Ο Γέροντα λοιπόν του απάντησε :
« Παιδί μου θα σου πω μια μικρή ιστορία . Πιστεύω πως αν την ακούσεις τη πρώτη φορά , δεν θα χρειαστεί να την επαναλάβω. Κάποιος άνθρωπος είχε έναν ηλικιωμένο γείτονα , που ήταν ιδιοκτήτης ενός μεγάλου κτήματος. Αυτό το κτήμα το είχε βάλει στο μάτι ο περί ου ο λόγος κι αποφάσισε να το κάνει δικό του. Επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να το πετύχει αυτό , αποφάσισε και προχώρησε στον φόνο του ηλικιωμένου γείτονα , τον οποίο κι έθαψε . Επειδή ο γείτονας δεν είχε στενούς συγγενείς , η απουσία του πέρασε απαρατήρητη. Μετά την παρέλευση κάποιου εύλογου χρονικού διαστήματος , ο φονιάς με πλαστά χαρτιά διεκδίκησε και πήρε στην κυριότητά του το κτήμα του δολοφονημένου. Αφού λοιπόν το έκανε δικό του , το πούλησε το κτήμα και με τα χρήματα που πήρε , αγόρασε ένα ταξί . Έφυγε λοιπόν από το χωριό και κατέβηκε στην πόλη κι έκτοτε δουλεύει το ιδιόκτητο ταξί.!»
Ο ταξιτζής συγκλονισμένος με όσα άκουσε , σταμάτησε το ταξί στην άκρη του δρόμου.
« Παππούλη σε παρακαλώ μη πεις πουθενά αυτήν την ιστορία. Μόνο εσύ κι εγώ την γνωρίζουμε. »
« Όχι παιδί μου , του απάντησε ο Γέροντας. Εκτός από εμάς τους δύο την γνωρίζει κι ο Θεός. Και να φροντίσεις από εδώ κι εμπρός να αλλάξεις ζωή , ώστε να μη χάσεις την ψυχή σου. »

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Το βασικό είναι να πραγματοποιείς


Ένας επισκέπτης ζήτησε από έναν μεγάλο δάσκαλο του 
Ζεν , να του εξηγήσει, ποιο είναι το νόημα της διδασκαλίας του Βούδα.
Ο δάσκαλος του απάντησε με τα λόγια της «Βίβλου» του Βουδισμού , πως το νόημα της διδασκαλίας είναι να μην κάνεις κακό , αλλά πάντοτε να επιδιώκεις να κάνεις το καλό.
Ο επισκέπτης δυσφόρησε με την απάντηση του δασκάλου , επειδή περίμενε μια βαθυστόχαστη απάντηση από αυτόν και θεώρησε πως ξεφεύγει, λέγοντάς του κάτι κοινότυπο. Έτσι απογοητευμένος ο επισκέπτης είπε, πως την συγκεκριμένη απάντηση του δάσκαλου θα μπορούσε να την δώσει κι ένα παιδάκι τριών χρόνων.
Ο δάσκαλος συμφώνησε, πως θα μπορούσε να γνωρίζει την απάντηση ένα τρίχρονο παιδάκι . Με τη σειρά του όμως κατέληξε, πως ακόμη κι αν γνωρίζει ένα παιδάκι, πως πρέπει να κάνει το καλό και να αποφεύγει το κακό , το ζήτημα είναι, πως ακόμη κι ένας ογδοντάχρονος ηλικιωμένος δεν μπορεί να το πραγματοποιήσει αυτό.