Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

 Στον ζωολογικό κήπο


Ένας άντρας και η σύζυγός του πήγαν στο ζωολογικό κήπο. Εκεί είδαν έναν αρσενικό πίθηκο να αγκαλιάζει με πάθος τη σύντροφό του. Η γυναίκα νοσταλγικά, είπε:
- Τι ρομαντικό!
Τότε είδαν ένα λιοντάρι και τη λιονταρίνα του να είναι απόμακρα μεταξύ τους. Το λιοντάρι ήταν σιωπηλό και μόνο στη γωνία του σαν να μην υπήρχε η λέαινα.
Η σύζυγός γυρνάει και λέει στον άντρα της:
- Τι θλιβερή σκηνή χωρίς αγάπη! Τότε ο σύζυγός της λέει:
- Ρίξε αυτή την πέτρα στη λιονταρίνα και πρόσεξε!
Μόλις η γυναίκα πέταξε την πέτρα, το αρσενικό λιοντάρι πήδηξε για να υπερασπιστεί τη λιονταρίνα του!
Αμέσως μετά παίρνει μια πέτρα ο άντρας και την πετάει προς το μέρος της θηλυκής πιθήκου. Αντιλαμβανόμενος την πέτρα ο αρσενικός πίθηκος παρατάει την σύντροφό του και τρέχει μακριά φοβισμένος.
Ο σύζυγος γυρνάει και λέει:
- Μην ξεγελιέσαι από αυτό που βλέπεις ως ρομαντισμό σε μερικούς. Είναι συχνά μια παραπλανητική πτυχή, που κρύβει μια κενή καρδιά. Υπάρχουν άλλοι αντίθετα που δεν δείχνουν τίποτα, αλλά οι καρδιές τους είναι γεμάτες ειλικρινή αγάπη!
Δυστυχώς μάλλον οι περισσότεροι από εμάς μοιάζουμε με τον πίθηκο περισσότερο, παρά με το λιοντάρι.

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

 Το τέλος του ληστή



Μια φορά πιάσανε έναν ληστή και τον καταδικάσανε σε θάνατο με απαγχονισμό, γιατί καθώς έκλεβε προσπάθησε κάποιος να τον εμποδίσει κι εκείνος τον σκότωσε. Οπότε καταδικάστηκε και για φόνο, όχι μόνο για τις κλοπές που είχε κάνει.
Εκεί που ήταν έτοιμος να ανεβεί στην κρεμάλα, μπροστά στα βλέμματα πλήθους κόσμου που παρακολουθούσε, ήρθε η μητέρα του και έκλαιγε φωνάζοντας:
- Καημένο μου παιδί, τί σου έμελλε να πάθεις!
Όταν ο δήμιος ρώτησε τον ληστή για το ποια είναι η τελευταία του επιθυμία, ο ληστής ζήτησε να του επιτραπεί να φιλήσει για τελευταία φορά τη μητέρα του.
Πλησίασε λοιπόν η μητέρα τον γιο της κι εκείνος της ζήτησε να του επιτρέψει να την φιλήσει στη γλώσσα της. Παραξενευμένη η μάνα το δέχτηκε και έγειρε το πρόσωπό της με τη γλώσσα της παρατεταμένη, για να δεχθεί το φιλί του γιου της.
Ο γιος με μια ξαφνική κίνηση απέκοψε με τα δόντια τη γλώσσα της μάνας του και την έφτυσε στα πόδια της!
Ο κόσμος όλος που παρακολουθούσε τη σκηνή έμεινε κατάπληκτος και ζήτησαν να μάθουν γιατί το έκανε αυτό.
Τότε ο κλέφτης είπε:
- Ακούστε ολόκληρη την ιστορία μου, αφού θέλετε να μάθετε. Όταν πήγα μικρός στο σχολείο, στην πρώτη τάξη άρχισα να κλέβω από τους συμμαθητές μου διάφορα μικροπράγματα, ένα μολύβι, μια σβήστρα, μια ξύστρα. Ποτέ η μάνα μου, που έβλεπε να φέρνω στο σπίτι πράγματα που δεν ήταν δικά μου, δεν με χτύπησε ούτε με μάλωσε, αλλά μου έλεγε και “ Μπράβο! Μόνο πρόσεξε να μην καταλάβουν πως εσύ είσαι αυτός που κλέβει ”.
Στη δευτέρα τάξη άρχισα να κλέβω πανωφόρια παιδιών από την κρεμάστρα, πάλι αυτή, η μάνα μου, δεν με μάλωσε, συνέχιζε να με συγχαίρει και να μου θυμίζει πως δεν πρέπει να μάθει κανείς πως είμαι εγώ ο κλέφτης.
Την συνέχει την καταλαβαίνετε όλοι σας. Σε κάθε τάξη που πήγαινα στο σχολείο, έκλεβα όλο και ακριβότερα πράγματα, κι αυτή, η μάνα μου που βλέπετε, χαιρόταν.
Σαν τελείωσα το σχολείο, το είχα πια καμάρι μου να κλέβω και να μη με πιάνουνε. Έφτασα να ζω μονάχα με την κλεψιά.
Έτσι έφτασα να κάνω και φόνο, που γι’ αυτό με πιάσατε και θα με κρεμάσετε.
Γι’ αυτό της αξίζει που της έκοψα με τα δόντια μου τη γλώσσα της, επειδή αν αυτή η γλώσσα αντί να με επαινέσει την πρώτη φορά που έκλεψα, με μάλωνε και μου εξηγούσε πόσο κακό είναι αυτό που κάνω, τότε σίγουρα δεν θα βρισκόμουν σήμερα μπροστά σας, περιμένοντας τον θάνατό μου!
Όπως της έκοψα τώρα τη γλώσσα έτσι και αυτή έπρεπε να έκοβε το κακό στη ρίζα του, όσο ήταν καιρός”.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

Ανάγκες κι επιθυμίες


Κάποτε στην Ινδία ένας πλούσιος αποφάσισε να εγκαταλείψει τα πλούτη του και να ασκητέψει. Μια και στη χώρα αυτή ο καιρός είναι πάντα ζεστός, σκέφτηκε ότι το μόνο που θα χρειαζόταν χειμώνα-καλοκαίρι, ήταν ένα κομμάτι ρούχο γύρω από τη μέση του.
Διάλεξε μια ερημική περιοχή και έφτιαξε την πιο απλή καλύβα, για να τον προστατεύει από τον ήλιο και τη βροχή.
Τις πρώτες μέρες τις πέρασε ξέγνοιαστα. Μετά όμως άρχισε να ανησυχεί μήπως τα ποντίκια, που είχαν μαζευτεί από τα λίγα ψίχουλα που έπεφταν από το απλό δείπνο του, του έτρωγαν το πανί που φορούσε στη μέση του, όταν αυτός κοιμόταν.
— Χρειάζομαι μια γάτα να κυνηγά τα ποντίκια, αποφάσισε. Πήγε στο κοντινό χωριό και πήρε ένα γατάκι.
Σε λίγες μέρες όμως είδε ότι το γατάκι όλο κι αδυνάτιζε.
«Πώς δεν το είχα σκεφτεί!» συλλογίστηκε. «Το γατάκι χρειάζεται γάλα για να μεγαλώσει».
Πήγε στο χωριό κι αγόρασε μια κατσίκα, για να ταΐζει με το γάλα της το γατάκι του.
Αλλά η ευτυχία του δεν κράτησε πολύ.
«Τι θα γίνει αν η κατσίκα μου φύγει; Και ποιος θα τη βόσκει και θα την ποτίζει;»
Ξαναπήγε στο χωριό και ζήτησε από ένα βοσκόπουλο, να έρθει να του προσέχει την κατσίκα.
— Και πού θα κοιμάμαι; ρώτησε το τσοπανόπουλο. Η καλύβα σου δεν χωρά ούτε εσένα.
Αναγκάστηκε λοιπόν ο ασκητής, να φτιάξει μια νέα καλύβα. Και να πάρει μια υπηρέτρια για να την καθαρίζει και για να μαγειρεύει για το βοσκόπουλο.
Αλλά έπρεπε να χτίσει ένα σπίτι, για να μένει η κοπέλα. Και για να μη νιώθει μοναξιά, αναγκάστηκε να της φέρει και τις φίλες της.
Έτσι έπρεπε να χτίσει ένα μικρό πανδοχείο. Ο πανδοχέας έφερε εκεί και την οικογένειά του και, για να μην τα πολυλογούμε, σε μερικούς μήνες, γύρω από τη φτωχική καλύβα, είχε χτιστεί ένα μικρό χωριό, που σε λίγο έγινε κωμόπολη και σε μερικά χρόνια πολιτεία.
«Όσο πιο πολύ παλεύεις να ικανοποιήσεις τις ανάγκες και τις επιθυμίες σου, τόσο περισσότερο τις αυξάνεις», σκέφτηκε ο πρώην ασκητής.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

           Το πιο πολύτιμο πράγμα


Κάποιος ευγενής στα χρόνια του Μεσαίωνα είχε έρθει σε σύγκρουση με τον Βασιλιά. Ο Βασιλιάς λοιπόν συγκέντρωσε στρατό και περικύκλωσε το Κάστρο του ευγενή, με σκοπό να το καταλάβει και να τιμωρήσει τον ευγενή, που αμφισβήτησε την εξουσία του Βασιλιά.
Ο ευγενής γνωρίζει, πως δεν θα μπορέσει να αντέξει πολύ ακόμα την πολιορκία και προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να πετύχει όσο πιο ευνοϊκούς όρους γίνεται, προκειμένου να παραδοθεί. Αλλά οι πολιορκητές δεν είναι διατεθειμένοι να συμφωνήσουν εύκολα και δεν υποχωρούν στον όρο του ευγενή, να αφεθούν ελεύθεροι όλοι οι άντρες του πολιορκημένου Κάστρου.
Την ίδια στιγμή οι πολιορκημένες γυναίκες βρίσκονται σε επαφή με τους πολιορκητές. Στέλνουν αγγελιοφόρο στον Βασιλιά και ζητούν να τις αφήσει ελεύθερες, επιτρέποντάς τους να πάρουν μαζί τους μόνο ένα, το πιο πολύτιμο, πράγμα που έχουν.
Το αίτημά τους έγινε δεκτό ως λογικό από τον Βασιλιά και σύντομα άνοιξαν οι πύλες του Κάστρου και άρχισαν να βγαίνουν μια-μια οι γυναίκες. Αλλά δεν ήταν φορτωμένες με ασημικά, χρυσαφικά και διαμάντια. Καθεμιά από αυτές είχε φορτωθεί τον άντρα της και αγκομαχούσε να τον μεταφέρει έξω από το Κάστρο και μακριά από τον θάνατό του.
Λένε ότι ο Βασιλιάς συγκινήθηκε όταν είδε αυτό το θέαμα. Κάλεσε τις γυναίκες και τους άντρες στο παλάτι του και μαζί υπόγραψαν συμφωνία να είναι φίλοι και σύμμαχοι στο μέλλον.
Και από τότε το Κάστρο αυτό ονομάζεται Κάστρο της Αγάπης!

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

 Τι θέλει η γυναίκα




Έχοντας υπόψη ένα από τα φλέγοντα θέματα της επικαιρότητας, ας θυμηθούμε και το παρακάτω παραμύθι:

Ο Πρίγκιπας ήταν πολύ στενοχωρημένος. Είχε φτάσει σε ηλικία γάμου και στην προσπάθειά του να βρει κατάλληλη σύζυγο ταξίδευε σε όλη τη Χώρα, για να την αναζητήσει. Πριν από μερικές βδομάδες, στην διάρκεια του ταξιδιού του, είχε συναντήσει και είχε νικηθεί σε μονομαχία από κάποιον γίγαντα, ο οποίος του είχε χαρίσει τη ζωή με την προϋπόθεση, πως σε ένα μήνα θα έπρεπε ο Πρίγκιπας να απαντήσει στην ερώτηση του γίγαντα, «Τι είναι αυτό που θέλει μια γυναίκα;». Στην αντίθετη περίπτωση ο Πρίγκιπας θα γινόταν σκλάβος του γίγαντα.
Στις μέρες που ακολούθησαν τη μονομαχία ο Πρίγκιπας είχε συναντήσει χιλιάδες γυναίκες και είχε πάρει εκατοντάδες απαντήσεις. Άλλες του είχαν πει ότι επιθυμούσαν τα πλούτη, τη δόξα, τα λούσα, άλλες έναν όμορφο σύζυγο, άλλες τον έρωτα, τα ταξίδια, το να φτιάξουν οικογένεια και άλλες έδιναν διαφορετικές απαντήσεις. Ο Πρίγκιπας φοβόταν, ότι καμιά από αυτές δεν ήταν η κατάλληλη απάντηση, που θα απέτρεπε την προοπτική να γίνει σκλάβος του γίγαντα.
Κάποιο σούρουπο συνάντησε σε ένα δάσος μια χωριατοπούλα κι αποφάσισε να τη ρωτήσει κι αυτήν χωρίς πολλές ελπίδες βέβαια, πως θα έπαιρνε την κατάλληλη απάντηση.
Την καλησπέρισε αφηρημένα και της έκανε την ερώτησή του.
— Θα σου απαντήσω, του αποκρίθηκε εκείνη, αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα μου κάνεις όποια χάρη σου ζητήσω, αν η απάντησή μου αποδειχθεί πως είναι η σωστή.
Ξαφνιάστηκε με την απαίτηση της ο Πρίγκιπας και, για πρώτη φορά, έπεσε με προσοχή πάνω της το βλέμμα του. Ήταν το πιο αξιολύπητο πλάσμα που είχε δει ποτέ, καμπούρα, άσχημη, κουτσή, με τα πιο φτωχικά ρούχα που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Ο Πρίγκιπας όμως δεν είχε πια επιλογή, την ίδια νύχτα έληγε η προθεσμία με τον γίγαντα. Συμφώνησε λοιπόν να της κάνει όποια χάρη του ζητήσει, αν αποδεικνυόταν πως η απάντησή της ήταν η σωστή.
— Αυτό που θέλει μια γυναίκα είναι να τη σέβονται σαν άνθρωπο, απάντησε εκείνη.
Ο Πρίγκιπας την ευχαρίστησε, την επαναβεβαίωσε για τον όρκο του και έτρεξε στο σημείο που θα συναντούσε τον γίγαντα. Εκείνος, όταν άκουσε αυτό που του είπε ο Πρίγκιπας, παραδέχτηκε ότι ήταν η σωστή απάντηση και τον αποδέσμευσε από την υποχρέωσή του.
Χαρούμενος ο Πρίγκιπας ξαναγύρισε στην κοπέλα και αφού την ευχαρίστησε πάλι για τη βοήθεια της, ζήτησε να ακούσει την χάρη που θέλει από αυτόν.
Η κοπέλα τότε του ζήτησε να την παντρευτεί!
Ο Πρίγκιπας προς στιγμή αναστατώθηκε. Όταν ξεκίνησε να αναζητεί γυναίκα για να παντρευτεί, ποτέ δεν φανταζόταν πως μια τόσο άσχημη κοπέλα θα γινόταν η σύζυγός του. Ήταν τίμιος άνθρωπος όμως ο Πρίγκιπας και σε καμία περίπτωση δεν σκέφτηκε να αθετήσει την υπόσχεση που έδωσε.
Οι γάμοι έγιναν το ίδιο βράδυ με όλο το βαρύ κλίμα, που θα περίμενε κάποιος από ένα τόσο αταίριαστο ζευγάρι. Αργά τη νύχτα οι μελλόνυμφοι αποσύρθηκαν στον γαμήλιο κοιτώνα.
Ο Πρίγκιπας κάθισε δίπλα στη φωτιά κοιτώντας τις φλόγες της και δίπλα του κάθισε η σύζυγός του.
— Δεν αντέχει ο αγαπημένος μου σύζυγος να μου ρίξει ούτε ένα βλέμμα; ρώτησε εκείνη.
Ο Πρίγκιπας γύρισε το βλέμμα του και έμεινε εμβρόντητος: δίπλα του καθόταν η πιο ωραία γυναίκα που είχε συναντήσει στη ζωή του.
— Μην παραξενεύεσαι, καλέ μου, του είπε αυτή. Υπήρχε μια κατάρα για εμένα να είμαι η πιο άσχημη γυναίκα του κόσμου μέχρι να βρεθεί ένας άντρας που θα κατάφερνε να ξεπεράσει την απέχθειά του για την ασχήμια μου. Εσύ το έκανες αυτό και σ’ ευχαριστώ, αλλά υπάρχει μια προϋπόθεση κι εδώ πρέπει να διαλέξεις, ή θα είμαι ωραία τη νύχτα για σένα και τη μέρα θα γίνομαι άσχημη για όλους τους άλλους ή θα είμαι ωραία τη μέρα και άσχημη τη νύχτα, που θα με έχεις εσύ. Ξέρω ότι είναι δύσκολο ν’ αποφασίσεις. Αν είμαι ωραία τη μέρα, ασφαλώς θα μ’ ερωτευθούν πολλοί, ίσως να ερωτευθώ κι εγώ κάποιον από αυτούς και να σε εγκαταλείψω κάποτε. Αν είμαι ωραία τη νύχτα, θα είμαι μόνο για σένα, δεν θα κινδυνεύεις από κανέναν, αλλά θα ξέρεις πόσο δυστυχισμένη θα είμαι, αφού θα με κοιτάζουν όλοι με απέχθεια. Η απόφαση είναι τώρα δική σου.
Ο Πρίγκιπας σκέφτηκε για λίγο και ύστερα είπε:
— Κάθε γυναίκα θέλει να τη σέβονται σαν προσωπικότητα. Διαλέγω να είσαι ωραία τη μέρα, γιατί θέλω να σεβαστώ την προτίμησή σου και να μην προτιμήσω το συμφέρον μου, που θα σε κάνει δυστυχισμένη.
— Αγαπημένε μου, τώρα λύθηκε και το δεύτερο μέρος της κατάρας, που σου το είχα κρύψει, για να μη σε επηρεάσω στην απόφασή σου και το οποίο έλεγε ότι, αν βρεθεί κάποιος που θα με σεβαστεί σαν άνθρωπο, τότε θα είμαι πάντα ωραία, μέρα και νύχτα, μέχρι να με γεράσει κι εμένα ο χρόνος, όπως όλα τα πλάσματα.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Ο Σίμωνας ο τσαγκάρης


Ήτανε μια φορά ένας τσαγκάρης που τον έλεγαν Σίμωνα. Ο άνθρωπος αυτός, ζούσε με τη γυναίκα του και τα παιδιά του σ’ ένα χωριάτικο καλύβι και κέρδιζε το ψωμί του με τη δουλειά του. Η δουλειά του ήταν φτηνή μα το ψωμί ακριβό κι όσα κι αν κέρδιζε, τα ξόδευε για την τροφή τους.
Ένα πρωί ξεκίνησε να πάει στο χωριό, για να αγοράσει ρούχα, επειδή τα ρούχα της οικογένειάς του παλιοκαιρίσανε και λιώσανε. Είχε μαζί του κάτι λίγα χρήματα και ήλπιζε πως θα μπορούσε να πάρει επιπλέον χρήματα, που τον χρωστούσανε κάποιοι χωρικοί. Δυστυχώς όμως δεν μπόρεσε να πάρει τα χρωστούμενα και ο έμπορος δεν του έδωσε ρούχα με πίστωση, οπότε αναγκάστηκε ο Σίμωνας να πάρει τον δρόμο για το καλύβι του. Πριν εγκαταλείψει το χωριό βρήκε καιρό και ήπιε στα όρθια ένα ποτό στην ταβέρνα του χωριού για να ζεσταθεί και να αντέξει το κρύο της επιστροφής.
Στον δρόμο συνάντησε στην εξώθυρα ενός ξωκλησιού έναν νεαρό άνδρα γυμνό εντελώς να μένει ασάλευτος μέσα στο χιόνι. Στην αρχή ο Σίμωνας τάχυνε το βήμα του και προσπέρασε τον νεαρό άνδρα, δίχως να ρίξει ματιά επάνω του. Όσο προχωρούσε όμως τόσο μετάνιωνε για την συμπεριφορά του και τελικά επέστρεψε δίπλα στον γυμνό άνδρα. Εκείνος άνοιξε τα μάτια του και ο Σίμωνας τον βοήθησε να σηκωθεί, του έδωσε να φορέσει το παλτό του και κρατώντας τον από το μπράτσο σιγά-σιγά προχωρήσανε προς το καλύβι του Σίμωνα.
Στο καλύβι η γυναίκα του Σίμωνα περίμενε τον άνδρα της να έρθει με τα καινούργια ρούχα. Βλέποντας τον χωρίς δέματα στα χέρια του, να έρχεται με κάποιον άγνωστο, που φαινόταν να φοράει μόνο το φθαρμένο παλτό του άνδρα της, εκνευρίστηκε και μίλησε άσχημα στον Σίμωνα, αρνούμενη να τους βάλει να φάνε, όπως την παρακάλεσε ο άνδρας της.
- Ματριόνα, δεν έχεις στάλα αγάπη του Θεού;
Ακούγοντας τα λόγια του άντρα της η Ματριόνα, καθώς κοίταζε τον ξένο, η καρδιά της άξαφνα μαλάκωσε. Ξαναγύρισε απ’ την πόρτα και, πηγαίνοντας στο τζάκι, έβγαλε το βραδινό φαγητό. Κάθισε στη γωνιά του τραπεζιού στηρίζοντας το κεφάλι της πάνω στο χέρι της και κοιτάζοντας τον ξένο. Και η Ματριόνα λυπήθηκε τον ξένο κι άρχισε να τον συμπαθεί. Κι αμέσως το πρόσωπο του ξένου φωτίστηκε. Σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε στη Ματριόνα.
Όταν απόφαγαν, η γυναίκα σήκωσε τα πράγματα απ’ το τραπέζι κι άρχισε να κάνει στον ξένο ερωτήσεις, από πού είναι, πως βρέθηκε στα μέρη τους, αν τον ληστέψανε και του πήραν τα ρούχα του και τον άφησαν τσίτσιδο. Ο ξένος το μόνο που απάντησε ήταν πως τον λένε Μιχάλη, πως δεν τον ληστέψανε, αλλά τον τιμώρησε ο Θεός και πως ο Θεός θα τους ανταμείψει, που δείξανε συμπόνια και τον τάισαν, τον πότισαν και τον έντυσαν!
Ο Σίμωνας με την συγκατάθεση της γυναίκας του πρότεινε στον Μιχάλη, να του μάθει την δουλειά του τσαγκάρη και να τον κρατήσουνε στο καλύβι τους. Με χαρά ο Μιχάλης δέχτηκε. Επιπλέον αποδείχθηκε πολύ εύστροφος και δεξιοτέχνης κι έμαθε τόσο γρήγορα την δουλειά του τσαγκάρη, που η φήμη του σαν παραγιού ξαπλώθηκε σε εκείνα τα μέρη. Συνεχώς ερχότανε παραγγελίες στον Σίμωνα και σαφώς άρχισε η ζωή της οικογενείας του να γίνεται περισσότερο άνετη.
Μια χειμωνιάτικη μέρα, καθώς κάθονταν και δουλεύανε ο Σίμωνας κι ο Μιχάλης, ήρθε και σταμάτησε στο καλύβι τους μια άμαξα-έλκηθρο. Από την άμαξα κατέβηκε ένας κύριος, που φαινότανε πως ήταν πολύ εύπορος, μπήκε στην καλύβα και άπλωσε στο τραπέζι του εργαστηρίου ένα κομμάτι ακριβού δέρματος, που όμοιό του δεν είχε δει ποτέ μέχρι τότε ο Σίμωνας. Ο κύριος ζήτησε από τον Σίμωνα να του φτιάξει με το δέρμα μπότες, απαιτώντας να είναι γερές, να του βαστάξουν τουλάχιστον ένα χρόνο χωρίς να τρυπήσουν, να στενέψουν ή να ξεχειλώσουν. Απείλησε τον Σίμωνα πως αν δεν τα κατάφερνε, θα τον έκλεινε στην φυλακή, αλλά αν τα κατάφερνε η ανταμοιβή του Σίμωνα θα ήταν πολύ μεγάλη. Ρώτησε τον Σίμωνα αν δέχεται αυτήν την συμφωνία.
Ο Σίμωνας, αφού συνεννοήθηκε με τον Μιχάλη, δέχτηκε την συμφωνία και πήρε τα μέτρα του ποδιού του πλούσιου κυρίου. Όση ώρα έπαιρνε τα μέτρα του ποδιού ο Σίμωνας, ο Μιχάλης έβλεπε μια τον κύριο μια πίσω από αυτόν, που δεν υπήρχε κανείς και σε κάποια στιγμή χαμογέλασε και φωτίστηκε το πρόσωπό του!
Αμέσως ο κύριος δυστροπώντας απευθύνθηκε στον Μιχάλη, τον έκανε παρατήρηση επειδή χαμογελάει βλέποντάς τον και τον προέτρεψε να φροντίσει, αντί να χασκογελάει, να είναι έτοιμες έγκαιρα οι μπότες του. Ο Μιχάλης του υποσχέθηκε, πως θα ετοιμαστούν έγκαιρα.
Όταν έφυγε ο πλούσιος ξεκίνησε ο Μιχάλης να κόβει το δέρμα, συμβουλευόμενος τα στοιχεία από τα μέτρα του ποδιού, που πήρε ο Σίμωνας. Ο Σίμωνας ετοιμαζότανε για την δουλειά που θα ακολουθούσε και δεν παρατηρούσε τον Μιχάλη, αλλά η Ματριόνα που τον έβλεπε, σαν να της φάνηκε πως ο Μιχάλης έκοβε το δέρμα, όχι για να φτιαχτούν μπότες, αλλά για να φτιαχτούν παντόφλες. Η Ματριόνα δεν ήταν σίγουρη και έκρινε πως δεν έπρεπε να το πει στον Σίμωνα.
Όταν ο Σίμωνας τελείωσε την προετοιμασία και αναζήτησε από τον Μιχάλη το κομμένο δέρμα, κατάλαβε πως πραγματικά το δέρμα κόπηκε για να γίνουν παντόφλες κι όχι μπότες. Στενοχωρημένος επέπληξε τον Μιχάλη για το λάθος του αυτό, αναλογιζόμενος πως ήταν αδύνατον να μπορέσει να βρει ίδιο δέρμα και πόσο μάλλον να μπορέσει να το πληρώσει, ώστε να καλυφθεί η ζημιά.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα. Ήταν ο υπηρέτης του πλούσιου κυρίου, που παρήγγειλε τις μπότες και τους είπε πως τον έστειλε η κυρία του, ώστε να τους προλάβει και να μην κάνουνε με το δέρμα μπότες, αλλά παντόφλες. Ο πλούσιος κύριος κατά την διαδρομή της επιστροφής στο σπίτι του, πέθανε ξαφνικά και η χήρα του ζήτησε παντόφλες, για να του τις φορέσει για τελευταία φορά!
Ο Μιχάλης μάζεψε τα υπολείμματα απ’ το δέρμα, τα τύλιξε, πήρε τις μαλακές παντόφλες που είχε φτιάξει, τις χτύπησε τη μια με την άλλη, τις σκούπισε με την ποδιά του και τις έδωσε μαζί με το ρολό το δέρμα στον υπηρέτη που τις πήρε και έφυγε.
Έξι χρόνια συμπληρωθήκανε από τότε που ο Μιχάλης έγινε μέλος της οικογένειας του Σίμωνα. Δεν πήγαινε πουθενά, μιλούσε μόνο σαν ήταν ανάγκη κι είχε χαμογελάσει μονάχα δυο φορές όλα αυτά τα χρόνια, τη μια φορά όταν η Ματριόνα του έδωσε να φάει και μια δεύτερη φορά, όταν ήρθε στο καλύβι τους ο κύριος, που παρήγγειλε τις μπότες και τελικά φόρεσε παντόφλες.
Μια μέρα μια κυρία με δύο κοριτσάκια, που φαινόταν πως ήταν δίδυμα, ήρθε στο καλύβι-εργαστήριο και παρήγγειλε παπούτσια για τα κορίτσια. Παρήγγειλε δύο ζευγάρια για το καθένα κοριτσάκι αλλά ζήτησε τρία αριστερά κι ένα δεξιό για το ένα κοριτσάκι, που είχε ατροφικό κι ανάπηρο το δεξί του ποδαράκι. Στις εύλογες απορίες η κυρία απάντησε πως τα κοριτσάκια δεν ήταν δικά της αλλά τα υιοθέτησε. Τρεις μέρες πριν γεννηθούνε, είχε σκοτωθεί ο πατέρας τους, όταν σαν ξυλοκόπος έκοβε ένα δέντρο στο δάσος και από λάθος χειρισμό ο κορμός του κομμένου τον καταπλάκωσε. Όταν γεννηθήκανε οι μικρές οι μητέρα τους πέθανε στην γέννα και ξυλιασμένη καταπλάκωσε το ποδαράκι της δίδυμης, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αναπτυχθεί ομαλά αυτό. Η κυρία ήταν γειτόνισσα κι επειδή ήταν μωρομάνα, έχοντας έναν γιο περίπου δύο μηνών, ανέλαβε να μεγαλώσει τα δίδυμα, θηλάζοντάς τα και φροντίζοντάς τα, όπως έκανε και στον γιο της. Δυστυχώς πριν να κλείσει τα δύο του χρόνια ο γιος της πέθανε και τις απόμειναν οι δύο δίδυμες ορφανές, που πλέον τις θεωρούσε σαν δικές της κόρες!
Η Ματριόνα αναστέναξε και είπε:
- Σωστά το λέει η παροιμία, μπορεί κανείς να ζήσει δίχως μάνα ή πατέρα, μα δεν μπορεί να ζήσει δίχως το Θεό.
Με τέτοια λόγια κουβεντιάζανε όταν, άξαφνα, ολάκερο το καλύβι φωτίστηκε, σάμπως να το πλημμύριζε καλοκαιρινό φως απ’ τη γωνιά, όπου καθόταν ο Μιχάλης. Όλοι κοιτάζανε προς αυτόν και τον είδανε καθισμένο εκεί πέρα, με τα χέρια του διπλωμένα πάνω στα γόνατα του, να κοιτάζει ψηλά και να χαμογελά.
Όταν έφυγε η γυναίκα με τις δίδυμες ο Μιχάλης υποκλίθηκε στον Σίμωνα και στην Ματριόνα:
- Σας αποχαιρετώ, αφέντες μου. Ο Θεός με συγχώρεσε. Ζητώ κι από σας να με συγχωρέσετε, αν κάπου έσφαλα.
Κι εκείνοι είδαν πως ο Μιχάλης ακτινοβολούσε φως. Ο Σίμωνας σηκώθηκε, υποκλίθηκε μπροστά στον Μιχάλη και είπε:
- Βλέπω, Μιχαήλ, ότι δεν είσαι ένας άνθρωπος κοινός. Λύσε μου μια απορία. Όταν σε βρήκα και σε έφερα στο σπίτι ήσουνα μελαγχολικός κι όταν σου έδωσε η γυναίκα μου να φας, της χαμογέλασες και φωτίστηκες ολάκερος. Μετά, τότε που ‘ρθε ο κύριος να παραγγείλει τις μπότες κι εσύ χαμογέλασες πάλι κι έγινες ακόμα πιο φωτεινός. Και τώρα, όταν ετούτη η γυναίκα έφερε τα κοριτσάκια, εσύ χαμογέλασες για τρίτη φορά και φωτίστηκες σαν ήλιος. Πες μου, Μιχαήλ, γιατί λάμπει τόσο πολύ το πρόσωπο σου και γιατί χαμογέλασες τις τρεις εκείνες φορές;
- Εκπέμπω φως επειδή τώρα ο Θεός με συγχώρεσε. Και χαμογέλασα τρεις φορές, επειδή ο Θεός με έστειλε να μάθω τρεις αλήθειες κι εγώ τις έμαθα. Τη μια την έμαθα τότε που με λυπήθηκε η γυναίκα σου, την πρώτη φορά που χαμογέλασα, τη δεύτερη την έμαθα, τότε που ο πλούσιος παράγγειλε τις μπότες κι εγώ ξαναχαμογέλασα. Και τώρα, όταν αντίκρισα κείνα τα κοριτσάκια, έμαθα την τρίτη και τελευταία αλήθεια και χαμογέλασα για τρίτη φορά. Ο Θεός με τιμώρησε, επειδή δεν τον υπάκουσα. Ήμουνα άγγελος στον ουρανό και παράκουσα το Θεό. Με είχε στείλει ο Θεός να πάρω κάποιας γυναίκας την ψυχή. Κι ήρθα πετώντας κάτω στη γη κι αντίκρισα μια άρρωστη γυναίκα, να κείτεται μονάχη της, μια γυναίκα που είχε μόλις γεννήσει δυο δίδυμα κορίτσια. Σάλευαν ανήμπορα εκείνα στο πλευρό της μητέρας αλλά εκείνη δεν μπορούσε να τα σηκώσει και να τα φέρει ως το στήθος της. Όταν με είδε, κατάλαβε πως ο Θεός με είχε στείλει για να της πάρω την ψυχή και τότε έκλαψε και είπε:
“Άγγελε Κυρίου! Πριν από λίγο θάφτηκε ο άντρας μου που τόνε τσάκισε ένα δέντρο. Δεν έχω ούτε αδελφή ούτε θεία ούτε μητέρα: κανένα να φροντίσει για τα ορφανά μου. Μην πάρεις την ψυχή μου! Άφησε με να θηλάσω τα μωρά μου, να τα θρέψω και να τα στηρίξω στα πόδια τους, προτού πεθάνω. Τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουνε δίχως μάνα ή πατέρα”.
Κι εγώ την άκουσα. Έβαλα το ένα παιδί στο στήθος της, το άλλο στην αγκαλιά της και ξαναγύρισα στον Κύριο στον ουρανό. Πέταξα ως Αυτόν και του εξήγησα γιατί δεν μπόρεσα να πάρω την ψυχή της μητέρας.
Και λέει τότε ο Κύριος:
“Ύπαγε, πάρε της μητέρας την ψυχή και μάθε τρεις αλήθειες: Μάθε Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο, Τι δε δίνεται στον άνθρωπο και Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Όταν μάθεις αυτά τα πράγματα, θα επιστρέψεις στον ουρανό”.
Έτσι, ξαναπέταξα στη γη και πήρα την ψυχή της μητέρας. Μα ένας άνεμος άρπαξε, ξερίζωσε τα φτερά μου κι με γκρέμισε κάτω. Η ψυχή της πέταξε μόνη της στο Θεό, ενώ εγώ έπεσα καταγής στην άκρια του δρόμου. Ήμουν μονάχος στα χωράφια, γυμνός. Δε γνώρισα ποτέ ανθρώπινη ανάγκη, τι θα πει, κρύο, πείνα, πόνος, ωσότου έγινα άνθρωπος. Πεινούσα, κρύωνα, πονούσα και δεν ήξερα τι να κάνω. Άξαφνα άκουσα κάποιον να περνάει από το δρόμο. Παρά το γεγονός πως με προσπέρασε, κάνοντας πως δεν με είδε, γύρισε, με έντυσε και με πήγε στο καλύβι του. Όταν φτάσαμε στο φτωχικό του μια γυναίκα ήρθε να μας προϋπαντήσει και άρχισε να μιλά άσχημα. Ήθελε να με διώξει, να με πετάξει έξω μες στην παγωνιά κι εγώ ήξερα πως αν το έκανε, θα πέθαινα. Άξαφνα ο άντρας της τής μίλησε για το Θεό και η γυναίκα άλλαξε μονομιάς. Κι όταν μου έφερε να φάω και με κοίταξε, την κοίταξα κι εγώ και είδα πως ο θάνατος δεν κατοικούσε πια μέσα της. Είχε ζωντανέψει και αναγνώρισα και σ’ αυτή την παρουσία του Θεού.
Τότε θυμήθηκα το πρώτο μάθημα που μου είχε αναθέσει ο Κύριος: Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο. Και κατάλαβα πως μέσα στον άνθρωπο κατοικεί η αγάπη!
Όταν κοίταξα τον πλούσιο, που παρήγγειλε τις μπότες ξαφνικά, πίσω απ’ τον ώμο του, αντίκρισα το σύντροφο μου, τον άγγελο του θανάτου. Κανείς εκτός από μένα δεν έβλεπε κείνο τον άγγελο. Εγώ, όμως, τον ήξερα και ήξερα πως πριν ο ήλιος βασιλέψει, θα έπαιρνε του πλούσιου την ψυχή. Και είπα μέσα μου: “Ο άνθρωπος αυτός κάνει ετοιμασίες για ένα χρόνο μετά και δεν ξέρει, πως θα πεθάνει πριν νυχτώσει”. Και θυμήθηκα τη δεύτερη φράση του Κυρίου, Τι δε δίνεται στον άνθρωπο. Δεν του δίνεται η δυνατότητα να γνωρίζει το μέλλον. Και χαμογέλασα για δεύτερη φορά, επειδή ο Θεός μου αποκάλυψε και την δεύτερη αλήθεια!
Όταν ήρθε στο εργαστήρι η κυρία με τα δίδυμα κορίτσια, αναγνώρισα τα κορίτσια και κατάλαβα πως κρατήθηκαν στην ζωή, παρά το ότι δεν είχαν πατέρα ή μητέρα ή κάποιον άλλον συγγενή, επειδή μια ξένη γυναίκα τα αγάπησε και τα φρόντισε σαν να ήταν δικά της. Έτσι μου αποκαλύφθηκε και η τρίτη αλήθεια, πως αυτό που κρατάει τους ανθρώπους ζωντανούς είναι η αγάπη των διπλανών τους κι όχι το μέλημα και η δική τους φροντίδα για τον εαυτό τους. Και τότε χαμογέλασα για τρίτη φορά. Κρατήθηκα σαν άνθρωπος στην ζωή, όχι επειδή φρόντισα τον εαυτό μου , αλλά επειδή κάποιος περαστικός με συμπόνεσε και με αγάπησε, όπως το ίδιο έκανε και η γυναίκα του. Έμειναν στη ζωή τα ορφανά, όχι απ’ την έγνοια της μητέρας τους, μα επειδή υπήρχε αγάπη μες στην καρδιά κάποιας γυναίκας, μιας ξένης γι’ αυτά, που τα συμπόνεσε και τ’ αγάπησε. Κι όλοι οι άνθρωποι μένουν στη ζωή, όχι με τη σκέψη ότι ξοδιάζουν για την ευτυχία τους, μα επειδή μέσα στον άνθρωπο υπάρχει αγάπη.
Γνώριζα πως ο Θεός έδωσε μαζί με την ζωή και την λαχτάρα στους ανθρώπους, για να ζήσουν. Τώρα κατάλαβα, πως ο Θεός δεν επιθυμεί να ζούνε ξέχωρα οι άνθρωποι αλλά θέλει να ζούνε ενωμένοι με αγάπη ο ένας για τον άλλον. Όποιος έχει μέσα του την αγάπη, έχει μέσα του το Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη!

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

Σαν παραμύθι


Μία γυναίκα που φορούσε ένα ξεθωριασμένο καρό φουστάνι, με το σύζυγό της ντυμένο με ένα φτωχικό κοστούμι, κατέβηκαν από το τρένο στη Βοστώνη και κατευθύνθηκαν προς το γραφείο του προέδρου του Πανεπιστημίου Harvarard.
Δεν είχαν ραντεβού.
Η γραμματέας μπορούσε να καταλάβει από την πρώτη στιγμή, ότι τέτοιοι επαρχιώτες δεν είχαν καμία δουλειά στο Harvard.
- Θα θέλαμε να δούμε τον πρόεδρο, είπε ο άντρας με χαμηλή φωνή.
- Θα είναι απασχολημένος όλη μέρα, απάντησε η γραμματέας κοφτά.
- Θα περιμένουμε, απήντησε η γυναίκα.
Για ώρες η γραμματέας τούς αγνοούσε, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα απογοητευτούν και θα φύγουν.
Καθώς όμως είδε ότι δεν έφευγαν, η γραμματέας αποφάσισε να ενοχλήσει τον πρόεδρο, παρόλο που δεν το ήθελε με τίποτα.
- Ίσως αν τους δείτε για ένα λεπτό, να φύγουν, του είπε!
Εκείνος αναστέναξε με αγανάκτηση και έγνεψε θετικά.
Ο πρόεδρος στράφηκε προς το ζευγάρι με ύφος βλοσυρό και αλαζονικό. Η γυναίκα τού είπε:
- Είχαμε έναν γιο, που φοίτησε στο Πανεπιστήμιό σας για ένα χρόνο. Το αγαπούσε και ήταν πολύ ευτυχισμένος εδώ. Αλλά δυστυχώς πριν από ένα χρόνο πέθανε απρόσμενα. Ο άντρας μου και εγώ θα θέλαμε να χτίσουμε ένα μνημείο για αυτόν, στο χώρο του Πανεπιστημίου.
Ο πρόεδρος δεν συγκινήθηκε καθόλου. Αντιθέτως εκνευρίστηκε: 

- Κυρία μου, απάντησε με αναίδεια, δεν μπορούμε να βάζουμε αγάλματα, για κάθε άνθρωπο που φοίτησε στο Harvard και πέθανε. Αν το κάναμε, τότε αυτό το μέρος θα έμοιαζε με νεκροταφείο!
- Όχι, απάντησε γρήγορα η γυναίκα, δεν θέλουμε να στήσουμε ένα άγαλμα. Σκεφτήκαμε να δωρίσουμε ένα κτήριο στο Harvard!
Του προέδρου του γύρισαν τα μάτια. Έριξε μία ματιά στο ξεθωριασμένο καρό φουστάνι και το φτωχικό κοστούμι και φώναξε:
- Ένα κτήριο! Έχετε ιδέα πόσο κοστίζει ένα κτίριο; Για την ανέγερση και αποπεράτωση όλων των κτηρίων, που έχουμε εδώ 
στο Harvard, χρειάστηκαν περισσότερα από επτάμισι εκατομμύρια δολάρια! 
Για μία στιγμή η γυναίκα έμεινε σιωπηλή. Ο πρόεδρος χαμογέλασε χαιρέκακα. Ίσως ήρθε η ώρα να τους ξεφορτωθεί, σκέφτηκε. Η γυναίκα στράφηκε προς τον άντρα της και είπε ήρεμα:
- Μόνο τόσα χρειάζονται για να φτιάξει κανείς ένα πανεπιστήμιο; Γιατί δεν φτιάχνουμε το δικό μας τότε;
Ο σύζυγος έγνεψε θετικά.
Το πρόσωπο του προέδρου κιτρίνισε και καταλήφθηκε από σύγχυση.
Ο κύριος και η κυρία Leland Stanford σηκώθηκαν όρθιοι και βγήκαν έξω. Ταξίδεψαν μέχρι το Palo Alto στην Καλιφόρνια, όπου ίδρυσαν το Πανεπιστήμιο που φέρει το όνομά τους, το Πανεπιστήμιο Stanford, στη μνήμη ενός γιου τον οποίο το Harvard είχε ξεχάσει.
Το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ (αγγλικά: Leland Stanford Junior University) είναι ένα ιδιωτικό ερευνητικό πανεπιστήμιο, με έδρα το Στάνφορντ στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ.Είναι ένα από τα κορυφαία πανεπιστήμια στον κόσμο.
Ιδρύθηκε το 1885 από τον πρώην κυβερνήτη της Καλιφόρνια και γερουσιαστή των ΗΠΑ Λίλαντ Στάνφορντ και τη γυναίκα του, Τζέιν Λάθροπ Στάνφορντ, στη μνήμη του γιου τους, Λίλαντ Στάνφορντ του νεώτερου, ο οποίος πέθανε από τυφοειδή πυρετό στην Ευρώπη, μερικές βδομάδες πριν τα 16α του γενέθλια. Οι Στάνφορντ χρησιμοποίησαν έκταση από τα αγροκτήματά τους για την εγκατάσταση του πανεπιστημίου, με την ελπίδα της δημιουργίας ενός μεγάλου ιδρύματος στην Καλιφόρνια.

Στο Στάνφορντ εγγράφονται κάθε χρόνο περίπου 6700 προπτυχιακοί και 8000 μεταπτυχιακοί φοιτητές από τις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο!