Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Ο Σίμωνας ο τσαγκάρης


Ήτανε μια φορά ένας τσαγκάρης που τον έλεγαν Σίμωνα. Ο άνθρωπος αυτός, ζούσε με τη γυναίκα του και τα παιδιά του σ’ ένα χωριάτικο καλύβι και κέρδιζε το ψωμί του με τη δουλειά του. Η δουλειά του ήταν φτηνή μα το ψωμί ακριβό κι όσα κι αν κέρδιζε, τα ξόδευε για την τροφή τους.
Ένα πρωί ξεκίνησε να πάει στο χωριό, για να αγοράσει ρούχα, επειδή τα ρούχα της οικογένειάς του παλιοκαιρίσανε και λιώσανε. Είχε μαζί του κάτι λίγα χρήματα και ήλπιζε πως θα μπορούσε να πάρει επιπλέον χρήματα, που τον χρωστούσανε κάποιοι χωρικοί. Δυστυχώς όμως δεν μπόρεσε να πάρει τα χρωστούμενα και ο έμπορος δεν του έδωσε ρούχα με πίστωση, οπότε αναγκάστηκε ο Σίμωνας να πάρει τον δρόμο για το καλύβι του. Πριν εγκαταλείψει το χωριό βρήκε καιρό και ήπιε στα όρθια ένα ποτό στην ταβέρνα του χωριού για να ζεσταθεί και να αντέξει το κρύο της επιστροφής.
Στον δρόμο συνάντησε στην εξώθυρα ενός ξωκλησιού έναν νεαρό άνδρα γυμνό εντελώς να μένει ασάλευτος μέσα στο χιόνι. Στην αρχή ο Σίμωνας τάχυνε το βήμα του και προσπέρασε τον νεαρό άνδρα, δίχως να ρίξει ματιά επάνω του. Όσο προχωρούσε όμως τόσο μετάνιωνε για την συμπεριφορά του και τελικά επέστρεψε δίπλα στον γυμνό άνδρα. Εκείνος άνοιξε τα μάτια του και ο Σίμωνας τον βοήθησε να σηκωθεί, του έδωσε να φορέσει το παλτό του και κρατώντας τον από το μπράτσο σιγά-σιγά προχωρήσανε προς το καλύβι του Σίμωνα.
Στο καλύβι η γυναίκα του Σίμωνα περίμενε τον άνδρα της να έρθει με τα καινούργια ρούχα. Βλέποντας τον χωρίς δέματα στα χέρια του, να έρχεται με κάποιον άγνωστο, που φαινόταν να φοράει μόνο το φθαρμένο παλτό του άνδρα της, εκνευρίστηκε και μίλησε άσχημα στον Σίμωνα, αρνούμενη να τους βάλει να φάνε, όπως την παρακάλεσε ο άνδρας της.
- Ματριόνα, δεν έχεις στάλα αγάπη του Θεού;
Ακούγοντας τα λόγια του άντρα της η Ματριόνα, καθώς κοίταζε τον ξένο, η καρδιά της άξαφνα μαλάκωσε. Ξαναγύρισε απ’ την πόρτα και, πηγαίνοντας στο τζάκι, έβγαλε το βραδινό φαγητό. Κάθισε στη γωνιά του τραπεζιού στηρίζοντας το κεφάλι της πάνω στο χέρι της και κοιτάζοντας τον ξένο. Και η Ματριόνα λυπήθηκε τον ξένο κι άρχισε να τον συμπαθεί. Κι αμέσως το πρόσωπο του ξένου φωτίστηκε. Σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε στη Ματριόνα.
Όταν απόφαγαν, η γυναίκα σήκωσε τα πράγματα απ’ το τραπέζι κι άρχισε να κάνει στον ξένο ερωτήσεις, από πού είναι, πως βρέθηκε στα μέρη τους, αν τον ληστέψανε και του πήραν τα ρούχα του και τον άφησαν τσίτσιδο. Ο ξένος το μόνο που απάντησε ήταν πως τον λένε Μιχάλη, πως δεν τον ληστέψανε, αλλά τον τιμώρησε ο Θεός και πως ο Θεός θα τους ανταμείψει, που δείξανε συμπόνια και τον τάισαν, τον πότισαν και τον έντυσαν!
Ο Σίμωνας με την συγκατάθεση της γυναίκας του πρότεινε στον Μιχάλη, να του μάθει την δουλειά του τσαγκάρη και να τον κρατήσουνε στο καλύβι τους. Με χαρά ο Μιχάλης δέχτηκε. Επιπλέον αποδείχθηκε πολύ εύστροφος και δεξιοτέχνης κι έμαθε τόσο γρήγορα την δουλειά του τσαγκάρη, που η φήμη του σαν παραγιού ξαπλώθηκε σε εκείνα τα μέρη. Συνεχώς ερχότανε παραγγελίες στον Σίμωνα και σαφώς άρχισε η ζωή της οικογενείας του να γίνεται περισσότερο άνετη.
Μια χειμωνιάτικη μέρα, καθώς κάθονταν και δουλεύανε ο Σίμωνας κι ο Μιχάλης, ήρθε και σταμάτησε στο καλύβι τους μια άμαξα-έλκηθρο. Από την άμαξα κατέβηκε ένας κύριος, που φαινότανε πως ήταν πολύ εύπορος, μπήκε στην καλύβα και άπλωσε στο τραπέζι του εργαστηρίου ένα κομμάτι ακριβού δέρματος, που όμοιό του δεν είχε δει ποτέ μέχρι τότε ο Σίμωνας. Ο κύριος ζήτησε από τον Σίμωνα να του φτιάξει με το δέρμα μπότες, απαιτώντας να είναι γερές, να του βαστάξουν τουλάχιστον ένα χρόνο χωρίς να τρυπήσουν, να στενέψουν ή να ξεχειλώσουν. Απείλησε τον Σίμωνα πως αν δεν τα κατάφερνε, θα τον έκλεινε στην φυλακή, αλλά αν τα κατάφερνε η ανταμοιβή του Σίμωνα θα ήταν πολύ μεγάλη. Ρώτησε τον Σίμωνα αν δέχεται αυτήν την συμφωνία.
Ο Σίμωνας, αφού συνεννοήθηκε με τον Μιχάλη, δέχτηκε την συμφωνία και πήρε τα μέτρα του ποδιού του πλούσιου κυρίου. Όση ώρα έπαιρνε τα μέτρα του ποδιού ο Σίμωνας, ο Μιχάλης έβλεπε μια τον κύριο μια πίσω από αυτόν, που δεν υπήρχε κανείς και σε κάποια στιγμή χαμογέλασε και φωτίστηκε το πρόσωπό του!
Αμέσως ο κύριος δυστροπώντας απευθύνθηκε στον Μιχάλη, τον έκανε παρατήρηση επειδή χαμογελάει βλέποντάς τον και τον προέτρεψε να φροντίσει, αντί να χασκογελάει, να είναι έτοιμες έγκαιρα οι μπότες του. Ο Μιχάλης του υποσχέθηκε, πως θα ετοιμαστούν έγκαιρα.
Όταν έφυγε ο πλούσιος ξεκίνησε ο Μιχάλης να κόβει το δέρμα, συμβουλευόμενος τα στοιχεία από τα μέτρα του ποδιού, που πήρε ο Σίμωνας. Ο Σίμωνας ετοιμαζότανε για την δουλειά που θα ακολουθούσε και δεν παρατηρούσε τον Μιχάλη, αλλά η Ματριόνα που τον έβλεπε, σαν να της φάνηκε πως ο Μιχάλης έκοβε το δέρμα, όχι για να φτιαχτούν μπότες, αλλά για να φτιαχτούν παντόφλες. Η Ματριόνα δεν ήταν σίγουρη και έκρινε πως δεν έπρεπε να το πει στον Σίμωνα.
Όταν ο Σίμωνας τελείωσε την προετοιμασία και αναζήτησε από τον Μιχάλη το κομμένο δέρμα, κατάλαβε πως πραγματικά το δέρμα κόπηκε για να γίνουν παντόφλες κι όχι μπότες. Στενοχωρημένος επέπληξε τον Μιχάλη για το λάθος του αυτό, αναλογιζόμενος πως ήταν αδύνατον να μπορέσει να βρει ίδιο δέρμα και πόσο μάλλον να μπορέσει να το πληρώσει, ώστε να καλυφθεί η ζημιά.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα. Ήταν ο υπηρέτης του πλούσιου κυρίου, που παρήγγειλε τις μπότες και τους είπε πως τον έστειλε η κυρία του, ώστε να τους προλάβει και να μην κάνουνε με το δέρμα μπότες, αλλά παντόφλες. Ο πλούσιος κύριος κατά την διαδρομή της επιστροφής στο σπίτι του, πέθανε ξαφνικά και η χήρα του ζήτησε παντόφλες, για να του τις φορέσει για τελευταία φορά!
Ο Μιχάλης μάζεψε τα υπολείμματα απ’ το δέρμα, τα τύλιξε, πήρε τις μαλακές παντόφλες που είχε φτιάξει, τις χτύπησε τη μια με την άλλη, τις σκούπισε με την ποδιά του και τις έδωσε μαζί με το ρολό το δέρμα στον υπηρέτη που τις πήρε και έφυγε.
Έξι χρόνια συμπληρωθήκανε από τότε που ο Μιχάλης έγινε μέλος της οικογένειας του Σίμωνα. Δεν πήγαινε πουθενά, μιλούσε μόνο σαν ήταν ανάγκη κι είχε χαμογελάσει μονάχα δυο φορές όλα αυτά τα χρόνια, τη μια φορά όταν η Ματριόνα του έδωσε να φάει και μια δεύτερη φορά, όταν ήρθε στο καλύβι τους ο κύριος, που παρήγγειλε τις μπότες και τελικά φόρεσε παντόφλες.
Μια μέρα μια κυρία με δύο κοριτσάκια, που φαινόταν πως ήταν δίδυμα, ήρθε στο καλύβι-εργαστήριο και παρήγγειλε παπούτσια για τα κορίτσια. Παρήγγειλε δύο ζευγάρια για το καθένα κοριτσάκι αλλά ζήτησε τρία αριστερά κι ένα δεξιό για το ένα κοριτσάκι, που είχε ατροφικό κι ανάπηρο το δεξί του ποδαράκι. Στις εύλογες απορίες η κυρία απάντησε πως τα κοριτσάκια δεν ήταν δικά της αλλά τα υιοθέτησε. Τρεις μέρες πριν γεννηθούνε, είχε σκοτωθεί ο πατέρας τους, όταν σαν ξυλοκόπος έκοβε ένα δέντρο στο δάσος και από λάθος χειρισμό ο κορμός του κομμένου τον καταπλάκωσε. Όταν γεννηθήκανε οι μικρές οι μητέρα τους πέθανε στην γέννα και ξυλιασμένη καταπλάκωσε το ποδαράκι της δίδυμης, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αναπτυχθεί ομαλά αυτό. Η κυρία ήταν γειτόνισσα κι επειδή ήταν μωρομάνα, έχοντας έναν γιο περίπου δύο μηνών, ανέλαβε να μεγαλώσει τα δίδυμα, θηλάζοντάς τα και φροντίζοντάς τα, όπως έκανε και στον γιο της. Δυστυχώς πριν να κλείσει τα δύο του χρόνια ο γιος της πέθανε και τις απόμειναν οι δύο δίδυμες ορφανές, που πλέον τις θεωρούσε σαν δικές της κόρες!
Η Ματριόνα αναστέναξε και είπε:
- Σωστά το λέει η παροιμία, μπορεί κανείς να ζήσει δίχως μάνα ή πατέρα, μα δεν μπορεί να ζήσει δίχως το Θεό.
Με τέτοια λόγια κουβεντιάζανε όταν, άξαφνα, ολάκερο το καλύβι φωτίστηκε, σάμπως να το πλημμύριζε καλοκαιρινό φως απ’ τη γωνιά, όπου καθόταν ο Μιχάλης. Όλοι κοιτάζανε προς αυτόν και τον είδανε καθισμένο εκεί πέρα, με τα χέρια του διπλωμένα πάνω στα γόνατα του, να κοιτάζει ψηλά και να χαμογελά.
Όταν έφυγε η γυναίκα με τις δίδυμες ο Μιχάλης υποκλίθηκε στον Σίμωνα και στην Ματριόνα:
- Σας αποχαιρετώ, αφέντες μου. Ο Θεός με συγχώρεσε. Ζητώ κι από σας να με συγχωρέσετε, αν κάπου έσφαλα.
Κι εκείνοι είδαν πως ο Μιχάλης ακτινοβολούσε φως. Ο Σίμωνας σηκώθηκε, υποκλίθηκε μπροστά στον Μιχάλη και είπε:
- Βλέπω, Μιχαήλ, ότι δεν είσαι ένας άνθρωπος κοινός. Λύσε μου μια απορία. Όταν σε βρήκα και σε έφερα στο σπίτι ήσουνα μελαγχολικός κι όταν σου έδωσε η γυναίκα μου να φας, της χαμογέλασες και φωτίστηκες ολάκερος. Μετά, τότε που ‘ρθε ο κύριος να παραγγείλει τις μπότες κι εσύ χαμογέλασες πάλι κι έγινες ακόμα πιο φωτεινός. Και τώρα, όταν ετούτη η γυναίκα έφερε τα κοριτσάκια, εσύ χαμογέλασες για τρίτη φορά και φωτίστηκες σαν ήλιος. Πες μου, Μιχαήλ, γιατί λάμπει τόσο πολύ το πρόσωπο σου και γιατί χαμογέλασες τις τρεις εκείνες φορές;
- Εκπέμπω φως επειδή τώρα ο Θεός με συγχώρεσε. Και χαμογέλασα τρεις φορές, επειδή ο Θεός με έστειλε να μάθω τρεις αλήθειες κι εγώ τις έμαθα. Τη μια την έμαθα τότε που με λυπήθηκε η γυναίκα σου, την πρώτη φορά που χαμογέλασα, τη δεύτερη την έμαθα, τότε που ο πλούσιος παράγγειλε τις μπότες κι εγώ ξαναχαμογέλασα. Και τώρα, όταν αντίκρισα κείνα τα κοριτσάκια, έμαθα την τρίτη και τελευταία αλήθεια και χαμογέλασα για τρίτη φορά. Ο Θεός με τιμώρησε, επειδή δεν τον υπάκουσα. Ήμουνα άγγελος στον ουρανό και παράκουσα το Θεό. Με είχε στείλει ο Θεός να πάρω κάποιας γυναίκας την ψυχή. Κι ήρθα πετώντας κάτω στη γη κι αντίκρισα μια άρρωστη γυναίκα, να κείτεται μονάχη της, μια γυναίκα που είχε μόλις γεννήσει δυο δίδυμα κορίτσια. Σάλευαν ανήμπορα εκείνα στο πλευρό της μητέρας αλλά εκείνη δεν μπορούσε να τα σηκώσει και να τα φέρει ως το στήθος της. Όταν με είδε, κατάλαβε πως ο Θεός με είχε στείλει για να της πάρω την ψυχή και τότε έκλαψε και είπε:
“Άγγελε Κυρίου! Πριν από λίγο θάφτηκε ο άντρας μου που τόνε τσάκισε ένα δέντρο. Δεν έχω ούτε αδελφή ούτε θεία ούτε μητέρα: κανένα να φροντίσει για τα ορφανά μου. Μην πάρεις την ψυχή μου! Άφησε με να θηλάσω τα μωρά μου, να τα θρέψω και να τα στηρίξω στα πόδια τους, προτού πεθάνω. Τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουνε δίχως μάνα ή πατέρα”.
Κι εγώ την άκουσα. Έβαλα το ένα παιδί στο στήθος της, το άλλο στην αγκαλιά της και ξαναγύρισα στον Κύριο στον ουρανό. Πέταξα ως Αυτόν και του εξήγησα γιατί δεν μπόρεσα να πάρω την ψυχή της μητέρας.
Και λέει τότε ο Κύριος:
“Ύπαγε, πάρε της μητέρας την ψυχή και μάθε τρεις αλήθειες: Μάθε Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο, Τι δε δίνεται στον άνθρωπο και Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Όταν μάθεις αυτά τα πράγματα, θα επιστρέψεις στον ουρανό”.
Έτσι, ξαναπέταξα στη γη και πήρα την ψυχή της μητέρας. Μα ένας άνεμος άρπαξε, ξερίζωσε τα φτερά μου κι με γκρέμισε κάτω. Η ψυχή της πέταξε μόνη της στο Θεό, ενώ εγώ έπεσα καταγής στην άκρια του δρόμου. Ήμουν μονάχος στα χωράφια, γυμνός. Δε γνώρισα ποτέ ανθρώπινη ανάγκη, τι θα πει, κρύο, πείνα, πόνος, ωσότου έγινα άνθρωπος. Πεινούσα, κρύωνα, πονούσα και δεν ήξερα τι να κάνω. Άξαφνα άκουσα κάποιον να περνάει από το δρόμο. Παρά το γεγονός πως με προσπέρασε, κάνοντας πως δεν με είδε, γύρισε, με έντυσε και με πήγε στο καλύβι του. Όταν φτάσαμε στο φτωχικό του μια γυναίκα ήρθε να μας προϋπαντήσει και άρχισε να μιλά άσχημα. Ήθελε να με διώξει, να με πετάξει έξω μες στην παγωνιά κι εγώ ήξερα πως αν το έκανε, θα πέθαινα. Άξαφνα ο άντρας της τής μίλησε για το Θεό και η γυναίκα άλλαξε μονομιάς. Κι όταν μου έφερε να φάω και με κοίταξε, την κοίταξα κι εγώ και είδα πως ο θάνατος δεν κατοικούσε πια μέσα της. Είχε ζωντανέψει και αναγνώρισα και σ’ αυτή την παρουσία του Θεού.
Τότε θυμήθηκα το πρώτο μάθημα που μου είχε αναθέσει ο Κύριος: Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο. Και κατάλαβα πως μέσα στον άνθρωπο κατοικεί η αγάπη!
Όταν κοίταξα τον πλούσιο, που παρήγγειλε τις μπότες ξαφνικά, πίσω απ’ τον ώμο του, αντίκρισα το σύντροφο μου, τον άγγελο του θανάτου. Κανείς εκτός από μένα δεν έβλεπε κείνο τον άγγελο. Εγώ, όμως, τον ήξερα και ήξερα πως πριν ο ήλιος βασιλέψει, θα έπαιρνε του πλούσιου την ψυχή. Και είπα μέσα μου: “Ο άνθρωπος αυτός κάνει ετοιμασίες για ένα χρόνο μετά και δεν ξέρει, πως θα πεθάνει πριν νυχτώσει”. Και θυμήθηκα τη δεύτερη φράση του Κυρίου, Τι δε δίνεται στον άνθρωπο. Δεν του δίνεται η δυνατότητα να γνωρίζει το μέλλον. Και χαμογέλασα για δεύτερη φορά, επειδή ο Θεός μου αποκάλυψε και την δεύτερη αλήθεια!
Όταν ήρθε στο εργαστήρι η κυρία με τα δίδυμα κορίτσια, αναγνώρισα τα κορίτσια και κατάλαβα πως κρατήθηκαν στην ζωή, παρά το ότι δεν είχαν πατέρα ή μητέρα ή κάποιον άλλον συγγενή, επειδή μια ξένη γυναίκα τα αγάπησε και τα φρόντισε σαν να ήταν δικά της. Έτσι μου αποκαλύφθηκε και η τρίτη αλήθεια, πως αυτό που κρατάει τους ανθρώπους ζωντανούς είναι η αγάπη των διπλανών τους κι όχι το μέλημα και η δική τους φροντίδα για τον εαυτό τους. Και τότε χαμογέλασα για τρίτη φορά. Κρατήθηκα σαν άνθρωπος στην ζωή, όχι επειδή φρόντισα τον εαυτό μου , αλλά επειδή κάποιος περαστικός με συμπόνεσε και με αγάπησε, όπως το ίδιο έκανε και η γυναίκα του. Έμειναν στη ζωή τα ορφανά, όχι απ’ την έγνοια της μητέρας τους, μα επειδή υπήρχε αγάπη μες στην καρδιά κάποιας γυναίκας, μιας ξένης γι’ αυτά, που τα συμπόνεσε και τ’ αγάπησε. Κι όλοι οι άνθρωποι μένουν στη ζωή, όχι με τη σκέψη ότι ξοδιάζουν για την ευτυχία τους, μα επειδή μέσα στον άνθρωπο υπάρχει αγάπη.
Γνώριζα πως ο Θεός έδωσε μαζί με την ζωή και την λαχτάρα στους ανθρώπους, για να ζήσουν. Τώρα κατάλαβα, πως ο Θεός δεν επιθυμεί να ζούνε ξέχωρα οι άνθρωποι αλλά θέλει να ζούνε ενωμένοι με αγάπη ο ένας για τον άλλον. Όποιος έχει μέσα του την αγάπη, έχει μέσα του το Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.