Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Η σακούλα με τις πατάτες


Μια μέρα στην τάξη έγινε κουβέντα, για το πόσο απαραίτητο είναι, να μην κρατάμε θυμό μέσα μας, αλλά να κοιτάμε, πως θα απαλλαγούμε από αυτόν. Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές, να το δούνε αυτό πρακτικά.
- Αύριο, είχε πει, να φέρετε όλοι στο σχολείο μια πλαστική σακούλα και ένα μικρό σακί με πατάτες. Οι μαθητές τον κοίταξαν έκπληκτοι, αλλά γνώριζαν, πως ποτέ δεν αστειευότανε με τέτοια θέμα. Έτσι την άλλη μέρα ο καθένας μαθητής έφερε στην τάξη, ότι είχε ζητήσει ο δάσκαλος.
Τότε εκείνος είπε:
- Κάθε φορά που τσακώνεστε με κάποιον κι αποφασίζετε, να μην τον συγχωρέσετε, να παίρνετε μια πατάτα, να γράφετε πάνω της το όνομα εκείνου και την ημερομηνία και να την βάζετε μέσα στην πλαστική σακούλα.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, που μερικές σακούλες εμφανώς φαινότανε, να έχουν βαρύνει και αρκετές άρχισαν να μυρίζουν άσχημα. Κάποιες πατάτες είχαν αρχίσει να σαπίζουν!
Επιπλέον ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές, την πλαστική σακούλα με τις πατάτες να την κουβαλάνε συνεχώς μαζί τους, όπου κι αν πηγαίνανε, στον δρόμο, στο λεωφορείο, στο σχολείο, στα ψώνια, παντού. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να δείξει, ότι δεν πρέπει να ξεχνάει κάποιος το βάρος που κουβαλάει, όταν δεν συγχωρεί, να έχει την επίγνωση κάθε στιγμή. Οι πατάτες που άρχισαν να σαπίζουν, σηματοδοτούσαν τον αρνητισμό και τον πόνο, που αναπτύσσονται μέσα στην ψυχή, αυτού που επιλέγει, να μη συγχωρέσει.
Αυτοί που δεν συγχωρούν, ίσως το κάνουν επειδή θεωρούν, πως η συγχώρεσή τους είναι ένα δώρο προς αυτόν που τους πλήγωσε και αρνούνται να του το προσφέρουν! Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική, διότι το να συγχωρέσει κάποιος, είναι ένα δώρο που το κάνει στον ίδιο του τον εαυτό, επειδή με τον τρόπο αυτόν απαλλάσσεται από ένα περιττό βάρος.
Την επόμενη φορά λοιπόν, που θα θεωρήσουμε πολύ δύσκολο, το να συγχωρέσουμε κάποιον, ας θυμηθούμε να ελέγξουμε, μήπως η σακούλα μας παραβάρυνε και η άσχημη μυρωδιά της μας ακολουθεί παντού!

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Η κρυμμένη θειότητα των ανθρώπων


Κάποια εποχή, όλοι οι άνθρωποι ήσαν θεοί. Όμως καταχράστηκαν τόσο πολύ τη θειότητά τους, ώστε ο Μπράχμα, ο κύριος των θεών, αποφάσισε να τους αφαιρέσει την θεία εξουσία και να την κρύψει σε ένα σημείο, όπου θα ήταν αδύνατο, να την ξαναβρούν. Το μεγάλο πρόβλημα που ανέκυψε, λοιπόν, ήταν το να βρεθεί μία ασφαλής και απρόσιτη στους ανθρώπους κρύπτη.
Όταν οι ελάσσονες θεοί κλήθηκαν σε συμβούλιο, για να επιλύσουν αυτό το πρόβλημα, πρότειναν:
- Ας θάψουμε την θειότητα του ανθρώπου μέσα στη γη.
Όμως, ο Μπράχμα διαφώνησε:
- Όχι, δεν αρκεί, γιατί ο άνθρωπος θα σκάψει και θα την βρει.
- Σ’ αυτή τη περίπτωση, ας ρίξουμε την θειότητά του στα τρίσβαθα των ωκεανών!
- Όχι, γιατί αργά ή γρήγορα ο άνθρωπος θα εξερευνήσει τα βάθη όλων των ωκεανών και είναι βέβαιο, πως μια μέρα θα την ξαναβρεί και θα την επαναφέρει στην επιφάνεια.
Τότε, οι ελάσσονες θεοί κατέληξαν:
- Δεν ξέρουμε πού να την κρύψουμε, γιατί δε φαίνεται να υπάρχει πάνω στη γη ή μέσα στη θάλασσα κάποιος τόπος, στον οποίο να μη φθάσει κάποια μέρα ο άνθρωπος!
Τότε ο Μπράχμα είπε:
- Να, τι θα κάνουμε με την θειότητα του ανθρώπου. Θα την κρύψουμε στα τρίσβαθα του ίδιου του εαυτού, γιατί εκεί είναι το μόνο μέρος, όπου δεν θα σκεφθεί να ψάξει!
Κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του την θειότητά του, που είναι το σημείο, με το οποίο συνδέεται με τον Θεό και όλα τα άλλα δημιουργήματα Του. Τις περισσότερες φορές όμως ο εγωισμός του και η μέριμνα για τα πρόσκαιρα, τον κάνουν και ξεχνάει, να αναζητήσει και να βρει την θειότητα μέσα του. Γι’ αυτό και νομίζει, πως είναι σαν νησί απομονωμένο από οτιδήποτε στο περιβάλλον του και δεν μπορεί, να διακρίνει τα νήματα και τις κλωστές, που συνδέουν τη θειότητα μέσα του, με τις θειότητες του περιβάλλοντός του!

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

Η επίτευξη της γαλήνης της ψυχής


- Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ; Ρώτησε ο σοφός δάσκαλος τον οδοιπόρο, που ζητούσε απεγνωσμένα, να τον συναντήσει.
- Εγώ θέλω γαλήνη, απάντησε μελαγχολικά εκείνος.
Ο δάσκαλος πήρε ένα ξύλο κι έγραψε στο χώμα, "Εγώ θέλω γαλήνη"!
- Κοίταξε τώρα πόσο απλό είναι, είπε στον οδοιπόρο και διέγραψε με μια κίνηση το "Εγώ". Σβήνεις πρώτα το εγώ. Είναι αδύνατον να βρει γαλήνη, αυτός που πιστεύει, ότι είναι αποκομμένος από τον Θεό και τους συνανθρώπους του. Το εγώ πάντα νιώθει, ότι απειλείται κι έτσι φοβάται και αντιστέκεται.
Με μια δεύτερη κίνηση ο δάσκαλος διέγραψε και το "θέλω".
- Το θέλω δηλώνει επιθυμία, ανάγκη και προσκόλληση. Όταν τρέχεις πίσω από τις επιθυμίες σου, ποτέ δε θα γίνεις ευτυχισμένος. Είναι η γνωστή επίδραση του κουνουπιού. Αν σε ένα δωμάτιο υπάρχουν δέκα κουνούπια κι εσύ σκοτώσεις τα εννιά, το δέκατο κουνούπι δε θα σε αφήσει, να κοιμηθείς. Έτσι είναι και οι επιθυμίες. Όσες και να ικανοποιήσεις, πάντα θα υπάρχει κάποια επιθυμία, που δε θα σε αφήνει να κοιμηθείς!
Ο σοφός δάσκαλος έσβησε το "Εγώ" και το "θέλω" και είχε μείνει μοναχά η Γαλήνη!

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Η δασκάλα


Ένας καθηγητής Πανεπιστημίου στο μάθημα της κοινωνιολογίας ζήτησε από μια ομάδα φοιτητών του, να κάνουν μια εργασία. Συγκεκριμένα τους ζήτησε, να πάρουν συνέντευξη από τουλάχιστον διακόσιους μαθητές ηλικίας από 12 έως 17 ετών, που φοιτούσαν στο γυμνάσιο και στο λύκειο, της περισσότερο φτωχογειτονιάς της πόλης. Τους πρότεινε, να αποφασίσουν οι ίδιοι το ερωτηματολόγιο και τους ζήτησε για τον καθένα από τους μαθητές της φτωχογειτονιάς, που θα έπαιρναν συνέντευξη, να εκτιμήσουν γραπτά, την μελλοντική εργασιακή πορεία του.
Και για τους 200 μαθητές η ομάδα των φοιτητών κατέληξε, πως δεν είχαν καμία πιθανότητα περαιτέρω εξέλιξης!
Τα αποτελέσματα της έρευνας καταχωρήθηκαν στο ανάλογο αρχείο της Πανεπιστημιακής Σχολής.
Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, ένας άλλος καθηγητής κοινωνιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου, έτυχε να ανακαλύψει αυτήν την παλιότερη έρευνα. Ζήτησε από τους δικούς του φοιτητές, να την συνεχίσουν, αναζητώντας τους διακόσιους μαθητές και βρίσκοντας την εργασιακή και γενικότερη εξέλιξή τους.
Οι φοιτητές μπόρεσαν και βρήκαν το συντριπτικό ποσοστό των εφήβων μαθητών, περίπου 180. Σύμφωνα με ότι ανακάλυψαν οι φοιτητές, οι 176 ήταν επιτυχημένοι δικηγόροι, γιατροί και επιχειρηματίες, με βαθμό επιτυχίας μάλιστα πολύ πιο πάνω από τον μέσο όρο!
Έκπληκτος ο καθηγητής από την εξέλιξη αυτή, αποφάσισε να συνεχίσει την έρευνα σε μεγαλύτερο βάθος. Ευτυχώς όλοι αυτοί, που αφορούσε η έρευνα, συνέχισαν να ζουν στην ίδια και σε κοντινές πόλεις. Ήταν εύκολο λοιπόν για τον καθηγητή να επικοινωνήσει με τον καθένα από αυτούς και να τους κάνει μια μοναδική ερώτηση:
«Πού αποδίδεις την επιτυχημένη εργασιακή πορεία σου;»
Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση ήταν επενδυμένη με συναίσθημα:
«Σε μια δασκάλα μου στο Δημοτικό!»
Η δασκάλα ζούσε ακόμα, έτσι ο καθηγητής πήγε και τη βρήκε. Ρώτησε την ηλικιωμένη, αλλά με καθαρή σκέψη γυναίκα, ποια ήταν η μαγική συνταγή, που χρησιμοποίησε, για να ανασύρει αυτά τα παιδιά από τα χαμόσπιτα και να τα εκτοξεύσει στα ύψη, που είχαν φτάσει.
Στα μάτια της δασκάλας φάνηκε μια λάμψη και στα χείλη της άνθισε, αχνά, ένα χαμόγελο.
«Είναι πολύ απλό», είπε. «Τα αγάπησα αυτά τα παιδιά».

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Τι είναι η αγάπη


Κάποτε υπήρχε ένα ζευγάρι, που αγαπιόταν πάρα πολύ.
Ο άντρας λάτρευε τη γυναίκα και της το έδειχνε με κάθε ευκαιρία. Η γυναίκα του ήταν όμορφη, ευαίσθητη αλλά φιλάσθενη.
Ο άνδρας χρειάστηκε να φύγει στον πόλεμο, όπου πέρασε πολλές δυσκολίες και παρ’ ολίγο να χάσει και τη ζωή του.
Προσευχόταν καθημερινά, να τον αφήσει ο Θεός να ζήσει, για να γυρίσει ξανά στην πολυαγαπημένη του γυναίκα.
Όλη του η σκέψη ήταν, να την σφίξει στην αγκαλιά του κι αυτό του έδινε κουράγιο να αντέξει την πείνα, το κρύο και τις κακουχίες και τους κινδύνους των μαχών.
Όταν τέλειωσε ο πόλεμος, γεμάτος χαρά, ξεκίνησε για το σπίτι του.
Στο δρόμο όμως συνάντησε έναν οικογενειακό φίλο, που τον συλλυπήθηκε, για τη συμφορά που τους βρήκε.
- Ποια συμφορά; Ρώτησε αυτός όλο ανησυχία.
- Δεν το έμαθες; Η γυναίκα σου έπαθε μια μολυσματική ασθένεια και έχει παραμορφωθεί το πρόσωπό της!
Ο άνδρας κάθισε στη μέση του δρόμου και έκλαψε πικρά.
Όταν έφτασε στο σπίτι του αργότερα το απόγευμα, η γυναίκα του κατάλαβε, πως ο αγαπημένος της σύζυγος είχε χάσει το φως του.
Θεώρησε, πως είχε τυφλωθεί στον πόλεμο σε κάποια μάχη.
Τον αγκάλιασε όμως με την ίδια αγάπη και έζησαν ευτυχισμένοι για 15 χρόνια.
Μετά η γυναίκα πέθανε και ο άνδρας αφού της έκλεισε τα μάτια, άνοιξε τα δικά του!
Για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια υποκρίθηκε τον τυφλό για να μην την πληγώσει.
Αυτό είναι αγάπη.
Να εθελοτυφλεί κάποιος με τη θέλησή του, για να μη πληγώσει!

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

Το μικρό κεράκι


Μια φορά κι ένα καιρό, ένα μικρό κεράκι βρισκόταν σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλα κεριά, τα περισσότερα από τα οποία ήταν πολύ μεγαλύτερα και πολύ ομορφότερα από αυτό. Μερικά ήταν δεμένα με κορδέλες πολύχρωμες άλλα ήταν πιο απλά, σαν κι αυτό. Δεν ήξερε τον λόγο, που βρισκόταν εκεί και τα άλλα το έκαναν, να αισθάνεται μικρό και ασήμαντο.
Όταν έπεσε ο ήλιος και σκοτείνιασε το δωμάτιο, είδε έναν άνθρωπο να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Έρχονταν προς το μέρος του, κρατώντας ένα αναμμένο σπίρτο. Κατάλαβε, ότι θα του έβαζε φωτιά.
- Μη! φώναξε, σε παρακαλώ μη!
Όμως ήξερε, ότι δεν μπορούσε να ακουστεί και ετοιμάστηκε να υποφέρει τον πόνο, που ήταν σίγουρο, πως θα ακολουθούσε.
Προς μεγάλη του έκπληξη, το δωμάτιο γέμισε με φως. Αναρωτήθηκε από που έρχεται το φως, αφού ο άνδρας είχε σβήσει το σπίρτο. Κατάλαβε, ότι προερχόταν από τον εαυτό του.
Ύστερα ο άνδρας πήρε το μικρό κεράκι στα χέρια του και άναψε με την σειρά τους και τα άλλα κεριά. Όλα τα κεριά, πήραν φως από το μικρό κεράκι κι έδιναν το ίδιο φως με εκείνο!
Καθώς περνούσαν οι ώρες, παρατήρησε το μικρό κεράκι, πως άρχισε να λιώνει και κατάλαβε, πως σύντομα δεν θα υπήρχε.
- Ίσως ο λόγος που βρίσκομαι στη Γη, είναι για να δίνω φως μέχρι να πεθάνω, ψιθύρισε.
Και αυτό έκανε.
Όλοι μας μπορούμε να δώσουμε φως στον κόσμο. Δεν έχει σημασία πόσο ταπεινοί ή πόσο μικροί είμαστε! Ίσως όπως και το μικρό κεράκι κατάλαβε, ο λόγος που ήρθαμε στη γη είναι να προσθέσουμε το δικό μας φως, στο φως του κόσμου!

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

Οι τρεις συμβουλές


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε έναν άγονο και φτωχό τόπο ένα αντρόγυνο. Ο άντρας, που τον έλεγαν Γιάννη, ήταν εργάτης γης, αλλά στα μέρη του δεν έβρισκε δουλειά και αποφάσισε να φύγει και να αναζητήσει αλλού την τύχη του.
Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε και κατά το βραδάκι έφτασε σ' ένα πλούσιο σπίτι. Χωρίς να διστάσει, χτύπησε την πόρτα και ρώτησε, αν ήθελαν κανέναν εργάτη. Και ήταν τυχερός, γιατί ο αφέντης του σπιτιού τον πήρε αμέσως στη δούλεψή του.
Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος και ο αφέντης τον φώναξε κοντά του.
- Δούλεψες καλά και άξια, Γιάννη, να ο μισθός σου, όμως, αν μου τον δώσεις πίσω, εγώ θα σου προσφέρω για αντάλλαγμα μια καλή συμβουλή!
Ο Γιάννης σκέφτηκε λιγάκι και απάντησε:
- Χρειάζομαι τα χρήματα, αλλά η συμβουλή σου μπορεί, να
είναι πιο χρήσιμη. Την ακούω.
- Ποτέ να μην αφήνεις έναν παλιό γνώριμο δρόμο, για χάρη ενός καινούριου!
Πέρασε ένας ακόμη χρόνος κι όταν ήρθε η ώρα να πληρωθεί ο Γιάννης, ο αφέντης του αντί για χρήματα του έδωσε μία ακόμα συμβουλή.
- Κρατήσου μακριά από τους καυχησιάρηδες!
Τα ίδια έγιναν και τον επόμενο χρόνο. Η συμβουλή, αυτή τη φορά, ήταν:
- Να είσαι τίμιος, ότι και να συμβεί!
Ο Γιάννης αγαπούσε πολύ τον αφέντη του, αλλά είχε νοσταλγήσει το σπίτι του και τη γυναίκα του.
- Καλέ μου αφέντη, μαζί σου έμαθα πολλά και δούλεψα καλά. Τώρα όμως πρέπει να γυρίσω στους δικούς μου.
Κι έτσι, ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού. Το επόμενο πρωί, ο αφέντης ξεπροβόδισε τον Γιάννη και τον φίλεψε ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί.
- Πάρε αυτό το καρβέλι, και κόψε το την ώρα της πιο μεγάλης σου χαράς, όχι νωρίτερα.
Ξεκίνησε λοιπόν ο Γιάννης και στον δρόμο συνάντησε τρεις εμπόρους από το χωριό του.
- Καλώς σε βρήκαμε, για πού το έβαλες;
- Γυρνάω στο χωριό, στη γυναίκα μου, απάντησε ο Γιάννης.
- Έλα τότε μαζί μας, του πρότειναν οι έμποροι και ο
Γιάννης δέχτηκε με χαρά.
Περπάτησαν ώρα πολλή, ώσπου έφτασαν σ' ένα σταυροδρόμι.
- Πάμε από τον καινούριο δρόμο, είναι πιο σύντομος και πιο καλός, είπαν οι έμποροι.
Όμως, ο Γιάννης θυμήθηκε τη συμβουλή του αφέντη του κι επέλεξε να προχωρήσει στον παλιό δρόμο. Κι έκανε πολύ σωστά, γιατί, πριν καλά-καλά ξεμακρύνει από τους συμπατριώτες του, άκουσε τις φωνές τους:
- Κλέφτες! Κλέφτες!
Ληστές τούς είχαν στήσει καρτέρι πίσω από τα δέντρα.
- Κλέφτες! Κλέφτες, φώναξε και ο Γιάννης τρομαγμένος. Τότε οι ληστές φοβήθηκαν με τη σειρά τους και το έβαλαν στα πόδια. Μερικές ώρες αργότερα, ο Γιάννης ξανασυναντήθηκε με τους εμπόρους στο γειτονικό χωριό.
- Σου χρωστάμε τη ζωή μας, έλα να μείνουμε στο ίδιο πανδοχείο και να σου κάνουμε το τραπέζι.
Ο Γιάννης τους ακολούθησε πρόθυμα. Όμως την ώρα που άρχισαν να τρώνε και να πίνουν, οι έμποροι βάλθηκαν να καυχιούνται μεγαλόφωνα για τις καλές τους τις δουλειές και τα πολλά λεφτά, που είχαν κερδίσει στα ταξίδια τους. Τότε, ήταν που θυμήθηκε ο Γιάννης τη δεύτερη συμβουλή του αφέντη του και σηκώθηκε από το τραπέζι.
- Φίλοι μου, ευχαριστώ, δέχτηκα το τραπέζι σας, αλλά δεν μπορώ να δεχτώ και τη φιλοξενία σας. Προτιμάω να μείνω στο διπλανό το χάνι, που είναι και το πιο φτηνό.
Αυτό και έκανε. Δεν είχε όμως προλάβει να κλείσει τα μάτια του, όταν άκουσε και πάλι φωνές:
-Κλέφτες! Κλέφτες!
Κοίταξε τρέμοντας απ' το παράθυρο και είδε τους τρεις εμπόρους, να τρέχουν μες στη νύχτα και τρεις μαυροντυμένους να τους κυνηγούν. Χωρίς να το καλοσκεφτεί ο Γιάννης όρμησε μες στο σκοτάδι στο κατόπι τους, κάνοντας όση φασαρία μπορούσε. Κάτι στρατιώτες, που αναπαύονταν στο χάνι, ξύπνησαν κι αυτοί κι έτσι, όλοι μαζί, κυνήγησαν τους κακοποιούς, που χάθηκαν στο δάσος και μάλλον ακόμα τρέχουν.
- Γιάννη, μας έσωσες τη ζωή για δεύτερη φορά, μάλλον μας άκουσαν την ώρα που καυχιόμασταν και θέλησαν να μας ληστέψουν. Ζήτα μας ότι θέλεις και θα το έχεις!
- Δεν θέλω τίποτα, είπε ο Γιάννης χαμογελώντας, μονάχα λίγο ύπνο ακόμα.
Όταν ξύπνησε το πρωί, οι έμποροι είχαν κιόλας φύγει. Πάει να βγει από την πόρτα του, και σκοντάφτει σ' ένα πουγκί με χρυσά νομίσματα. Τρέχει να τους προλάβει, αλλά αυτοί είχαν γίνει καπνός. Τι να κάνει ο Γιάννης; Έριξε το πουγκί στο δισάκι του και πήρε τον δρόμο για το σπίτι του.
Έφτασε το απόγευμα στο χωριό του και στο σπίτι του, και γέμισε με χαρά, που ξανάβλεπε τη γυναίκα του. Φάγανε, τα είπανε, αλλά ο Γιάννης δεν είχε ησυχία. Ήθελε να επιστρέψει τα χρήματα στους εμπόρους. Ρώτησε από δω, ρώτησε από κει, στο τέλος έμαθε, ότι έμεναν στην κορφή του λόφου, σ' ένα αρχοντόσπιτο που έμοιαζε με παλάτι.
Πήγε και χτύπησε την πόρτα. Του άνοιξε ο πιο μεγάλος από τους τρεις, που δεν πίστευε στα μάτια του, όταν ο Γιάννης του έδωσε το πουγκί.
- Δεν έχω δει πιο τίμιο άνθρωπο στη ζωή μου, αυτά τα χρήματα είναι δικά σου. Και από αύριο το πρωί, αν θέλεις, έλα να πιάσεις δουλειά κοντά μου.
Τότε θυμήθηκε ο Γιάννης την τρίτη συμβουλή του αφέντη του και γύρισε καταχαρούμενος στο σπίτι.
- Με συμβούλεψε να είμαι τίμιος, και είχε δίκιο! Πόσο ευτυχισμένος νιώθω!
Ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή να κόψουν το καρβέλι του αφέντη. Αλλά, μόλις το μαχαίρι ακούμπησε το ψωμί, από μέσα κατρακύλησαν ένα σωρό χρυσά νομίσματα. Ήταν διπλάσιοι οι μισθοί των τριών χρόνων, που ο Γιάννης είχε ανταλλάξει με τις τρεις πολύτιμες συμβουλές!