Ο παπάς κι ο ταξιτζής

Ήταν κάποτε σε ένα χωριό δυο άνδρες με το ίδιο όνομα. Τους έλεγαν Χοακίν Γκονζάλες. Ο ένας ήταν ο παπάς της ενορίας και ο άλλος ήταν ταξιτζής. Έτσι το ήθελε η μοίρα, να πεθάνουν και οι δύο την ίδια μέρα. Και πάνε στον ουρανό, όπου τους περιμένει ο Άγιος Πέτρος.
« Το όνομά σου; » ρωτάει τον πρώτο ο Άγιος Πέτρος.
« Χοακίν Γκονζάλες. »
« Ο παπάς; »
« Όχι, όχι, ο ταξιτζής. »
Ο Άγιος Πέτρος συμβουλεύεται τις σημειώσεις του και του λέει:
« Ωραία, έχεις κερδίσει τον παράδεισο. Σου ανήκουν αυτοί οι χιτώνες, που είναι φτιαγμένοι με χρυσή κλωστή κι αυτή η πλατινένια ράβδος, η στολισμένη με ρουμπίνια. Μπορείς να περάσεις μέσα. »
« Ευχαριστώ, ευχαριστώ, » λέει ο ταξιτζής.
Περνάνε και δυο-τρεις άλλοι, ώσπου έρχεται η σειρά του παπά.
« Το όνομά σου; »
« Χοακίν Γκονζάλες. »
« Ο παπάς. »
« Μάλιστα. »
« Πολύ καλά, τέκνο μου. Έχεις κερδίσει τον παράδεισο. Σου ανήκει αυτός ο λινός χιτώνας κι αυτό το ξύλινο ραβδί, το διακοσμημένο με γρανίτη. »
Λέει ο παπάς:
« Συγγνώμη, δεν είναι ότι κάνω διακρίσεις, αλλά πρέπει να έχει γίνει κάποιο λάθος. Εγώ είμαι ο Χοακίν Γκονζάλες, ο παπάς! »
« Ναι, τέκνο μου, κέρδισες τον παράδεισο, σου ανήκει ο λινός χιτώνας. »
« Όχι, δεν είναι δυνατόν! Τον γνωρίζω τον άλλο κύριο. Δούλευε ταξιτζής, ζούσε στο χωριό μου και ήταν σκέτη συμφορά! Ανέβαινε στα πεζοδρόμια, τρακάριζε κάθε μέρα, μια φορά έπεσε πάνω σε ένα σπίτι, οδηγούσε απαίσια, έριχνε κάτω τα φανάρια, παρέσυρε τα πάντα στο δρόμο του. Κι εγώ πέρασα εβδομήντα πέντε χρόνια από τη ζωή μου, κηρύττοντας κάθε Κυριακή στην ενορία μου. Πως γίνεται, να δίνεται σ’ εκείνον τον χιτώνα με τη χρυσή κλωστή και την πλατινένια ράβδο και σ’ εμένα αυτό εδώ; Πρέπει να έχει γίνει λάθος! »
« Όχι, δεν υπάρχει κανένα λάθος, » λέει ο Άγιος Πέτρος. « Απλώς, κι εμείς εδώ στον ουρανό συνηθίσαμε να κάνουμε μια αποτίμηση, όπως κάνετε κι εσείς στη γήινη ζωή σας. »
« Πως; Δεν καταλαβαίνω. »
« Φυσικά, τώρα λειτουργούμε με βάση τα αποτελέσματα. Κοίτα, θα σου εξηγήσω τι έγινε στη δική σου περίπτωση και θα το καταλάβεις αμέσως: Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, κάθε φορά που έκανες κήρυγμα, ο κόσμος κοιμόταν, ενώ κάθε φορά που εκείνος οδηγούσε το ταξί, ο κόσμος προσευχόταν. Αποτελέσματα!!! Κατάλαβες τώρα; »
Η αποτίμηση της ζωής με βάση τα αποτελέσματα είναι μια θέση υπερβολικά ασήμαντη, για να την πάρουμε στα σοβαρά.
Δίνοντας προτεραιότητα στο αποτέλεσμα μπορώ, αν είμαι τυχερός, να κατακτήσω στιγμές δόξας.
Δίνοντας προτεραιότητα στο σχέδιο και κάνοντάς το δρόμο, μπορώ να ανταλλάξω αυτές τις ένδοξες στιγμές με την ευτυχία!
Η αποτίμηση της ζωής γίνεται με βάση τη διαδρομή , όχι με το που έφτασε κανείς.
Η αποτίμηση της ζωής γίνεται με βάση το πέρασμα μου , όχι με τα πόσα κατάφερα να μαζέψω στο δρόμο.
Τα πόσα μάζεψα είναι θέμα ματαιοδοξίας , να ευχαριστήσω τη μαμά, να γίνω κάποιος, να διακριθώ.
Κι αυτός δεν είναι ο δρόμος.
Ο δρόμος δεν είναι να ικανοποιήσουμε, όσους θα ήθελαν να γίνουμε τούτο ή το άλλο.
Αν αποβλέπουμε μόνο στο αποτέλεσμα, δεν πρόκειται να καταφέρουμε σχεδόν τίποτα.
Η επιδίωξη του αποτελέσματος και μόνο, δεν έχει νόημα. Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, φτάνει κανείς σε λάθος συμπεράσματα για την πραγματικότητα.
Ο δρόμος δείχνει την κατεύθυνση.
Και η κατεύθυνση είναι κάτι πολύ σπουδαιότερο από το αποτέλεσμα.
Οι δυο ναυαγοί

Ένα κρουαζιερόπλοιο κατά τη διάρκεια μιας σφοδρότατης καταιγίδας βυθίστηκε και μόνο δύο από τους επιβάτες του κατάφεραν να κολυμπήσουν μέχρι ένα μικρό ερημονήσι. Οι δυο ναυαγοί μη ξέροντας τι άλλο να κάνουν, συμφώνησαν ότι δεν είχαν άλλη διέξοδο, από το να προσευχηθούν στο Θεό. Ωστόσο για να εξακριβώσουν ποιανού η προσευχή είναι ισχυρότερη, αποφάσισαν να χωρίσουν την περιοχή στα δύο και να μείνουν στις αντίθετες πλευρές του νησιού.
Το πρώτο πράγμα για το οποίο προσευχήθηκαν, ήταν τροφή. Το επόμενο πρωινό ο πρώτος άνδρας είδε ένα δέντρο γεμάτο φρούτα στην πλευρά του και ικανοποίησε την πείνα του. Η άλλη πλευρά του νησιού παρέμεινε άγονη.
Μετά από μια εβδομάδα ο πρώτος άνδρας ένοιωθε μοναξιά και αποφάσισε να προσευχηθεί για μια σύζυγο. Την επόμενη μέρα, μια γυναίκα βγήκε κολυμπώντας στη δική του πλευρά του νησιού. Στην άλλη πλευρά δεν έγινε τίποτα.
Σύντομα ο πρώτος άνδρας προσευχήθηκε για ένα σπίτι, ρούχα, περισσότερη τροφή. Την επόμενη μέρα έγινε το θαύμα ! Ότι προσευχήθηκε του δόθηκε ! Ωστόσο ο δεύτερος άνδρας ακόμη δεν κατάφερε να αποκτήσει τίποτα.
Τελικά, ο πρώτος άνδρας προσευχήθηκε για ένα πλοίο, ώστε αυτός και η σύζυγος του να μπορέσουν να φύγουν από το ερημονήσι. Το πρωί βρήκε ένα πλοίο αραγμένο στη δική του πλευρά του νησιού. Ο πρώτος άνδρας και η σύζυγος του επιβιβάστηκαν στο πλοίο και αποφάσισαν, να αφήσουν τον δεύτερο άνδρα μόνο του στο νησί. Θεώρησαν, ότι ο δεύτερος άνδρας ήταν ανάξιος να λάβει τις ευλογίες του Θεού. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν, επειδή υπέθεσαν, πως καμιά από τις προσευχές του δεύτερου άντρα δεν εισακούστηκε.
Καθώς το καράβι ήταν έτοιμο να σαλπάρει, ο πρώτος άνδρας άκουσε μια φωνή από τον ουρανό να δονεί τον αέρα :
« Γιατί παρατάς τον σύντροφό σου στο νησί ; »
« Οι ευλογίες είναι μόνο δικές μου, καθώς εγώ ήμουν αυτός, που προσευχήθηκε για να τις λάβει. Από τις δικές του προσευχές δεν εισακούστηκε καμία και έτσι δεν του αξίζει τίποτα, » απάντησε ο πρώτος άνδρας.
« Κάνεις πολύ μεγάλο λάθος » τον επίπληξε η φωνή.
« Ο άνδρας αυτός προσευχόταν μόνο για ένα πράγμα, το οποίο και εισακούστηκε. Αν δεν γινόταν αυτό, εσύ δεν θα λάμβανες καμιά από τις ευλογίες μου »
« Πες μου, » ρώτησε ο πρώτος άνδρας, « ποια ήταν η προσευχή του, για την οποία του είμαι
υποχρεωμένος; »
« Προσευχόταν, να εισακουστούν όλες οι προσευχές σου! »
Από όσο γνωρίζουμε, οι ευλογίες μας δεν είναι οι καρποί μόνο των δικών μας προσευχών αλλά και των προσευχών, που άλλοι άνθρωποι κάνουν για μας.
Ότι κάνεις για τους άλλους, είναι σημαντικότερο από ότι κάνεις για σένα.
Μολονότι ο κοινός άνθρωπος αδιάκοπα ζητάει, η φωνή του δεν εισακούγεται, γιατί δεν ζητάει παρά μονάχα με τη διάνοιά του και τα κίνητρα του είναι εγωιστικά.
Η προσευχή για ν' ακουστεί από το Θεό, πρέπει να γίνεται με ταπείνωση και να προέρχεται από την καρδιά, αλλιώς δεν ωφελεί.
Σπόρος για Χρυσή Αχλαδιά

Κάποτε ένας πολύ φτωχός άνθρωπος ζήλεψε και έκλεψε μία πήλινη κούπα.
Τον πιάσανε όμως, την ώρα που έκανε την κλεψιά και τον κλείσανε στη φυλακή.
Έμεινε ξεχασμένος εκεί μέσα για πολλούς μήνες χωρίς δίκη, τόσο, που άρχισε να σκέφτεται, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να βγει.
Να δραπετεύσει δε μπορούσε, γιατί οι φύλακες ήταν πολλοί και τον φυλάγανε καλά. Δεν του έμενε λοιπόν, παρά η πονηριά.
Μια μέρα παρακάλεσε κάποιο φύλακα, να τον πάει στο αυτοκράτορα.
- Και γιατί θες να δεις τον αυτοκράτορα; ρώτησε ο φύλακας.
- Θέλω να του δώσω ένα θησαυρό πολύ σπάνιο, απάντησε ο κλέφτης.
Έτσι, τον οδήγησαν στην αυλή του αυτοκράτορα.
- Τι θέλεις από μένα; τον ρώτησε ο αυτοκράτορας.
- Μεγαλειότατε, θέλω να σας προσφέρω ένα θησαυρό πολύ σπάνιο, απάντησε ο κλέφτης κι έβγαλε από την τσέπη του ένα καλά διπλωμένο κομματάκι χαρτί, το οποίο ανοίγει προσεχτικά και το δίνει στο φρουρό, όπου και εκείνος με την σειρά του το δίνει στον αυτοκράτορα.
- Μα δεν είναι παρά ένα κουκούτσι από αχλάδι! φώναξε ο αυτοκράτορας, μόλις πήρε στα χέρια του και είδε το περιεχόμενο του χαρτιού.
- Ναι, είναι μονάχα ένα κουκούτσι από αχλάδι, απάντησε ο κλέφτης, αλλά ένα σπάνιο είδος! Αν το φυτέψετε, θα γίνει δέντρο, και πάνω σ' αυτό το δέντρο θα ωριμάσουν χρυσά αχλάδια.
- Και τότε γιατί δεν το φύτεψες εσύ;
- Υπάρχει σοβαρός λόγος. Για να βγάλει τα χρυσά αχλάδια, πρέπει να φυτευτεί από κάποιον, που δεν έκλεψε ποτέ και δεν είπε ψέματα σε κανέναν. Διαφορετικά, θα βγάλει τα συνηθισμένα αχλάδια. Γι' αυτό έφερα σε σας αυτό το κουκούτσι, γιατί σίγουρα δεν έχετε κλέψει, ούτε εξαπατήσει ποτέ κανέναν.
- Τι βλακείες… μουρμούρισε ο αυτοκράτορας, ο οποίος θυμήθηκε, ότι είχε κλέψει αρκετές φορές και εξαπατήσει φτωχούς χωριάτες με τη βαριά φορολογία.
- Εντάξει, τότε ας το φυτέψει ο υπουργός σας, αφού εσείς δεν με πιστεύετε.
- Εγώ δεν το πιστεύω και δεν θα το κάνω, είπε ο υπουργός γιατί απλά ο ίδιος είχε δωροδοκηθεί από πολλούς πολίτες.
- Εντάξει, ας το φυτέψει ο στρατηγός του αυτοκρατορικού στρατού, πρότεινε ο κλέφτης.
- Μα εγώ δεν κάνω καθόλου για κηπουρός, είπε ο στρατηγός γιατί απλά κι αυτός είχε εξαπατήσει τους στρατιώτες του στην πληρωμή τους.
- Εντάξει, τότε ας δοκιμάσει ο ανώτατος δικαστής.
Αλλά, ούτε και ο δικαστής δέχτηκε, γιατί συνήθως έβγαζε τις αποφάσεις του ανάλογα με τα λεφτά, που ο κόσμος του έδινε.
- Εντάξει, τότε, ο αυτοκρατορικός γιατρός.
- Εμένα δεν μου επιτρέπει ο όρκος μου να πλουτίσω με τέτοιο τρόπο, είπε ο γιατρός γιατί απλά ο ίδιος πλούτιζε με έναν άλλο τρόπο.
- Ας, το φυτέψει, επιτέλους, ο φύλακας των φυλακών.
- Δεν ασχολούμαι εγώ με τέτοια θέματα, είπε φύλακας γιατί και αυτός με τη σειρά του δεχόταν λεφτά από τους φυλακισμένους και κανόνιζε πόσο αυστηρά θα τους συμπεριφερόταν.
Κι έτσι συνεχίστηκε η ιστορία για κάμποση ώρα.
Οποιονδήποτε και να πρότεινε, αυτός έβρισκε μια δικαιολογία για ν’ αρνηθεί, γιατί δεν είχε καθαρή τη συνείδησή του.
Στο τέλος ο κλέφτης ξέσπασε σε γέλια:
- Όλοι σας, όποιοι και αν είστε και δεν εξαιρώ κανέναν, κλέβετε, εξαπατάτε, λέτε ψέματα, αλλά κανένας δεν μπαίνει γι' αυτά στη φυλακή. Ενώ εγώ, το μόνο που πήρα ήταν μια απλή, πήλινη κούπα, κι όμως έπρεπε να με κλείσουν γι' αυτό μέσα.
Κι έτσι , επειδή είναι παραμύθι και έχει πάντα καλή κατάληξη , ο αυτοκράτορας άφησε ελεύθερο τον «τίμιο» κλέφτη!
Πίστεψε
Ένας άθεος περνούσε μες απ' τα βουνά, στο χωριό που ζούσε. Περπατούσε πάνω σ' ένα στενό μονοπάτι, όταν ξαφνικά γλίστρησε κι έπεσε στο γκρεμό. Πέφτοντας, την τελευταία στιγμή, έπιασε με το χέρι του το κλαδί ενός μικρού δέντρου που φύτρωνε μέσα σε μια ρωγμή του βράχου. Κρεμασμένος από το κλαδί και ταλαντευόμενος από το κρύο αέρα, κατανόησε την απελπιστική του κατάσταση. Μακριά κάτω, φαίνονταν τα μυτερά βράχια, ενώ δεν υπήρχε τρόπος να ανέβει πάνω στο μονοπάτι. Σε λίγο τα χέρια του είχαν παγώσει και ο άθεος σκέφτηκε:
" Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα, μόνο ο Θεός μπορεί να με σώσει! Ποτέ δεν πίστεψα στον Θεό, αλλά τώρα καταλαβαίνω το λάθος μου. Τι χάνω; "
Και με απελπισμένη φωνή, είπε:
" Ω! Θεέ, αν υπάρχεις, σώσε με και για όλη μου τη ζωή θα σε πιστεύω! "
Δεν πήρε απάντηση. Ξαναφώναξε, ικετεύοντας:
" Σε παρακαλώ, Θεέ! Δεν σε πίστευα, αλλά τώρα, αν με σώσεις απ' το θάνατο, θα γίνω αμέσως ο πιο πιστός σου οπαδός. "
Ξαφνικά, απ' τα ουράνια ακούστηκε μια μεγάλη φωνή:
" Όχι ! Ξέρω πως δεν θα το κάνεις. Ξέρω τέτοιους ανθρώπους σαν εσένα! "
Ο άνθρωπος απ' την έκπληξη και τον τρόμο του παρ' ολίγο ν' αφήσει το κλαδί.
" Σε ικετεύω, Θεέ μου! Κάνεις λάθος! Εγώ στ' αλήθεια πιστεύω, σ' αυτά που λέω. Θα σε πιστέψω με όλη μου την ψυχή! "
" Όλοι στις δύσκολες στιγμές αυτά λέτε. Ξέρω, πως δεν πρόκειται να πιστέψεις. ''
Ο άνθρωπος ικέτευε και προσπαθούσε να πείσει τον Θεό.
Τελικά ο Θεός είπε:
" Καλώς, θα σε σώσω, αλλά θα κάνεις, αυτό που θα σου
πω. "
" Ω! Παντοδύναμε, βεβαίως και θα το κάνω. "
" Άφησε το κλαδί. "
" Να αφήσω το κλαδί; " φώναξε ο άνθρωπος, " μήπως με πέρασες για τρελό; "
Αδικίες της φύσης

Κάποτε ο Δίας με την Ήρα λογομαχούσαν για τις απιστίες του Δία.
- Να!!! Το κάνω για να ισορροπώ τα πράγματα, και να κρατώ την τάξη, είπε ο Δίας.
- Μα τι λες τώρα; Βάλθηκες να με τρελάνεις;
- Όχι. Το πράγμα είναι απλό. Κάθε φορά που σμίγουμε, η συμμετοχή μας στο ερωτικό αγαθό είναι άνιση. Γιατί εσύ παίρνεις το πολύ, κι εγώ το λίγο, έτσι τα 'χει κανονισμένα η φύση.
Η Ήρα κοίταξε το Δία ξαφνιασμένη. Ύστερα γέλασε ειρωνικά και του είπε:
- Όχι, λοιπόν άντρα μου. Κάθε φορά που αγαπιόμαστε, χαιρόμαστε μισή - μισή τη χαρά της ηδονής.
- Λάθος. Εσύ το πολύ, και εγώ το λίγο.
Πιαστήκανε και μαλώνανε και δεν έβρισκαν άκρη. Ξαφνικά ο Δίας γέλασε και έγνεψε στην Ήρα να ηρεμήσει.
- Άκου πουλάκι μου, της λέει τρυφερά ο Δίας. Ο θεϊκός σου σύντροφος που όλα τα γνωρίζει, θα δώσει τη λύση. Θα κράξουμε έναν, που τα 'χει γνωρίσει και τα δύο. Τον Τειρεσία λέω.
- Τον Τειρεσία;
- Ναι. Τον Τειρεσία με τα μαστάρια. Και της είπε την ιστορία του Τειρεσία.
- Ο Τειρεσίας, που λες, είναι ο μόνος που αγκάλιασε σαν άντρας, και μαζί αγκαλιάστηκε σα γυναίκα. Μια μέρα καθώς περπατούσε στο λιβάδι, βλέπει δυο φίδια ζευγαρωμένα. Θέλεις από ξάφνιασμα, θέλεις από φόβο, χτυπά με το ραβδί του και τα χωρίζει. Επειδή λοιπόν διατάραξε μια ιερή στιγμή της φύσης, η φύση τον τιμωρεί. Αστραπιαία αλλάζει φύλο. Γίνεται γυναίκα. Εφτά χρόνους έζησε στη Κρήτη σα μια διαβόητη πόρνη.
Απάνου στους εφτά χρόνους ξανασυναντά στην εξοχή τα φίδια ζευγαρωμένα. Θέλεις από ξάφνιασμα, θέλεις από φόβο, τα ξαναχτυπά με το ραβδί του και τα χωρίζει. Αστραπιαία αλλάζει φύλλο. Ξαναγίνεται άντρας. Αυτόνε να καλέσουμε, να μας λύσει τη διαφορά.
Η Ήρα συμφωνεί.- Φώναξέ τον!!!
Έρχεται ο Τειρεσίας και στέκεται δειλά μπροστά στους Παντοδύναμους.
- Πες μας, Τειρεσία! του λέει ο Δίας. Άντρας και γυναίκα εσύ, γνώρισες την ηδονή, και κατέχεις γνώση διπλή. Στη διάρκεια της ερωτικής σμίξης ποιος χαίρεται περισσότερο, η γυναίκα ή ο άντρας;
Ο Τειρεσίας εθάρρεψε και είπε:
- Από τα δέκα μερίσματα του καρπού της ηδονής για τη γυναίκα προορίστηκαν τα εννέα, και για τον άντρα το ένα.«Δέκα μοιρών ούσων εννέα τερπέσθαι την γυναίκα, οιήν δε τον άνδρα».
Ένα επιστημονικό πείραμα

Ένας επιστήμονας από της Ινδίες ήθελε να δοκιμάσει μια θεωρία και χρειαζόταν έναν εθελοντή. Τελικά τον βρήκε στο πρόσωπο ενός θανατοποινίτη, καταδικασμένου να εκτελεστεί με απαγχονισμό.
Ο επιστήμονας πρότεινε στον θανατοποινίτη, το ακόλουθο: Θα συμμετείχε σε ένα επιστημονικό πείραμα, που προέβλεπε να του γίνει ένα μικρό κόψιμο στον δάχτυλο, με σκοπό το αίμα του να στάζει σιγά-σιγά, μέχρι την τελευταία σταγόνα. Ο επιστήμονας αποκάλυψε στον θανατοποινίτη, πως είχε ελάχιστες πιθανότητες να επιβιώσει μετά το τέλος του πειράματος, αλλά ότι έτσι κι αλλιώς, ο θάνατός του θα ήταν χωρίς πόνο, ούτε καν θα καταλάβαινε πότε θα ερχότανε το μοιραίο.
Ο καταδικασμένος άνθρωπος δέχτηκε, επειδή ήταν προτιμότερος ο θάνατος με αυτόν τον τρόπο, από το να πεθάνει στην ηλεκτρική καρέκλα. Τον έβαλαν σε ένα φορείο και του έδεσαν το σώμα του, για να μην μπορεί να κουνηθεί. Στη συνέχεια έκαναν ένα μικρό κόψιμο στο δάχτυλο και τοποθετήθηκε κάτω από το χέρι του ένα μικρό βάζο αλουμινίου.
Το κόψιμο ήταν επιφανειακό, μόνο στα πρώτα στρώματα δέρματος. Κάτω από το κρεβάτι, ένα μπουκάλι ορού τοποθετήθηκε με μια μικρή βαλβίδα για να ρυθμίζει το πέρασμα του υγρού, με τη μορφή των σταγόνων που έπεφταν στο βάζο. Ο καταδικασμένος μπορούσε να ακούει τον ήχο, που έκανε κάθε σταγόνα αίματός του πέφτοντας στο μπουκάλι του ορού, αλλά αν ήθελε μπορούσε και να μετράει τις σταγόνες αίματος , που έχανε.
Μετά από κάποιο εύλογο χρόνο ο επιστήμονας, χωρίς να τον αντιληφθεί ο κατάδικος , ρύθμισε τη βαλβίδα του ορού, έτσι ώστε ο ορός να μειωθεί, Ο σκοπός του επιστήμονα ήταν να νομίσει ο κατάδικος, πως ήδη έχασε όλο του το αίμα , πράγμα φυσικά που δεν ήταν αλήθεια.
Με το πέρασμα των λεπτών το πρόσωπό του κατάδικου έχανε το χρώμα, ο ρυθμός της καρδιάς του επιτάχυνε, η αναπνοή του δυσκόλεψε, σαν να μην είχαν τη δύναμη οι πνεύμονές του να λειτουργήσουν. Όταν η απελπισία έφτασε στο μέγιστο σημείο της, ο επιστήμονας έκλεισε εντελώς τη βαλβίδα και τότε ο καταδικασμένος έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε.
Ο επιστήμονας κατάφερε να αποδείξει, ότι το ανθρώπινο μυαλό συμμορφώνεται αυστηρά, με ότι αντιλαμβάνεται σαν πραγματικότητα και ότι το άτομο τη δέχεται, είτε θετικά είτε αρνητικά, ενεργώντας σε όλο το ψυχικό και οργανικό του μέρος.
Φαίνεται, ότι το μυαλό δεν έχει όρια, όταν εξαπατά τον εαυτό του.
Ο Βουδιστής Δάσκαλος

Ένας Βουδιστής Δάσκαλος ήρθε με τους μαθητές του σε ένα χωριό. Στο χωριό αυτό όμως δεν συμπαθούσαν τους Βουδιστές , οπότε μαζεύτηκαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού γύρω από τον Δάσκαλο και τους μαθητές και άρχισαν να τον βρίζουν και να τον χαρακτηρίζουν κακό , στραβό , ανάποδο. Μία ώρα, δύο ώρες, τρεις ώρες, πέντε ώρες κράτησε το επεισόδιο αυτό, μέχρι που οι χωρικοί κουραστήκαν και σταματήσανε.
Ο Δάσκαλος τότε έκανε μια υπόκλιση και ευχαρίστησε τους υβριστές του. Οι μαθητές του μείναμε έκπληκτοι. Πώς έγινε αυτό; Θεωρούσαν τον Δάσκαλό τους σαν μεγάλο άνθρωπο και φωτισμένο και μπροστά στα μάτιά τους κάποιοι αχαρακτήριστοι χωρικοί τον περιέλουσαν με τόσες βρισιές και του φόρτωσαν τόσες προσβολές και παρόλα αυτά, αντί ο Δάσκαλός τους να αντιδράσει και να υπερασπιστεί τουλάχιστον τον εαυτό του , επέλεξε απλώς να ευχαριστήσει αυτούς που τον περιέπαιξαν.
Εύλογα λοιπόν παρακάλεσαν τον Δάσκαλό τους να τους εξηγήσει τη συμπεριφορά του. Τότε αυτός τους είπε :
« Ευχαρίστησα τους χωρικούς , επειδή τόση ώρα αυτοί δούλεψαν για εμένα. »
« Εξήγησέ μας! » Επέμειναν οι μαθητές.
« Με βρίζουν τόσες ώρες, έχουν βάλει όλα τα απόβλητα του κόσμου επάνω στο κεφάλι μου και μέσα μου δεν κουνήθηκε τίποτα, ούτε το παραμικρό και εγώ για ακόμα μια φορά επιβεβαιώθηκα, ότι είμαι καθαρός.
Γιατί αν έχουμε μέσα μας ακόμα και λίγες ακαθαρσίες, οπωσδήποτε θα βρεθεί κάποιος, να μας τις τραβήξει. Είναι Νόμος: Αν υπάρχει γάντζος κάτι θα κρεμάσουνε. Αν ο άνθρωπος κάτι έχει, θα τον χτυπάνε συνέχεια εκεί που πονάει. Το γάτο τον τραβάνε από αυτό που εξέχει πιο πολύ. Ή από την ουρά ή από τα μουστάκια ! »