Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Ότι είναι να γίνει, θα γίνει


Κάποτε δόθηκε η ευκαιρία σε έναν ευγενικό και τίμιο έμπορο, να αποκτήσει ένα φορτίο σκόνης χρυσού σε χαμηλή τιμή, ώστε όταν το μεταπωλούσε να τριπλασίαζε την περιουσία του. Αφού μέτρησε προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά, είδε ότι η συμφωνία ήταν επικερδής και η μόνη περίπτωση για να αποτύχει θα ήταν αν η Μοίρα στρεφόταν εναντίον του. Δεν αποκάλυψε την απόφασή του να προβεί στην συμφωνία, ούτε καν στην οικογένειά του, όπως αρμόζει σ' έναν οξυδερκή και προσεκτικό άνθρωπο, που κρατάει προσεκτικά μυστικά τα σχέδιά του , μέχρι να είναι σε θέση να τα υλοποιήσει.
Ένα πρωινό πριν καλά-καλά χαράξει ο έμπορος ξύπνησε τον μεγάλο του γιο, σέλωσαν δύο άλογα και ξεκίνησαν για το σημείο συνάντησης με τους πωλητές του φορτίου χρυσού, αφού είπαν και οι δυο μια σύντομη προσευχή για τον δρόμο. Στο άλογο του πατέρα εκατέρωθεν του σαμαριού υπήρχαν κρεμασμένες δύο δερμάτινες τσάντες, που είχαν μέσα το αντίτιμο για το φορτίο χρυσού.
Το βράδυ σταμάτησαν σ' ένα πανδοχείο, για να φάνε και να περάσουν την νύχτα. Μπαίνοντας στο χάνι, κάθισαν σε ένα τραπέζι και παρήγγειλαν για να φάνε. Δίπλα τους ήταν μια παρέα ανθρώπων, που εμφανώς ήταν μεθυσμένοι . Οι άνθρωποι της παρέας ξαφνικά άρχισαν να βρίζουν, να απειλούν , να μαλώνουν μεταξύ του και άρχισαν να βγαίνουν μαχαίρια.
- Θα γίνει φασαρία, ας φύγουμε, είπε ο έμπορος.
Απομακρύνθηκαν γρήγορα λοιπόν, μέχρι που η φασαρία και οι φωνές δεν ακούγονταν πια. Ο πατέρας σταμάτησε το άλογό του , κάτι συλλογίστηκε και είπε:
- Σταμάτα! Επιστρέφουμε!
Στο πανδοχείο επικρατούσε νεκρική σιγή. Κανένας δεν είχε μείνει ζωντανός. Μόνο πτώματα και λίμνες αίματος. Ο πανδοχέας και οι υπάλληλοι είχαν φύγει ή είχαν κρυφτεί.
Τότε ο έμπορος κατευθύνθηκε στο τραπέζι, που είχαν καθίσει νωρίτερα, σήκωσε από τον πάγκο τις δύο δερμάτινες τσάντες και τις έριξε στον ώμο του. Ο γιος δεν είχε αντιληφθεί ως τότε τις τσάντες, που είχαν αφήσει πίσω στην βιασύνη τους.
Ανέβηκαν πάλι στα άλογά του ο έμπορος και ο γιος του και απομακρύνθηκαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Άρχισε να χαράζει όταν σταμάτησαν σε ένα απόμερο σημείο κι εκεί ο πατέρας άνοιξε τις τσάντες και άρχισε σιωπηλά, να μοιράζει το περιεχόμενο σε δύο ίσα μέρη.
Εξασφαλίζοντας πως η κάθε τσάντα είχε ίσης αξίας περιεχόμενο με την άλλη, ο έμπορος είπε στον γιο του:
- Εδώ είναι δύο ίσα μερίδια. Πάρε όποια τσάντα θέλεις και δέσε την στη σέλα σου. Εσύ θέλω να γυρίσεις στο σπίτι, εγώ θα συνεχίσω, για να συναντήσω τους πωλητές του χρυσού και ίσως τους πίσω να μου δώσουν το μισό φορτίο, αφού έχω το μισό αντίτιμο. Αν δεν γυρίσω σε τρεις μέρες στο σπίτι, μάλλον δεν θα πρόκειται να γυρίσω ποτέ, οπότε θα γίνεις εσύ αρχηγός της οικογένειάς.
Ο μεγάλος γιος επέστρεψε στο πατρικό σπίτι κι επειδή ο πατέρας του δεν εμφανίστηκε, ανέλαβε αυτός την ευθύνη της οικογένειας. Μετά από λίγο καιρό αποφάσισε να πάρει όλη την οικογένεια και να μετοικήσουν στην πρωτεύουσα ενός ισχυρού βασιλείου.
Στο βασίλειο αυτό κάθε χρόνο γινότανε μια μεγάλη γιορτή. Κατά τη διάρκεια της γιορτής υπήρχε το έθιμο, φτωχοί, ορφανά, μοναχικοί ηλικιωμένοι ή ξένοι από μακρινούς τόπους, χωρίς στέγη για την νύχτα, να ήταν προσκαλεσμένοι από τις οικογένειες της πόλης να φάνε και να φιλοξενηθούν στα σπίτια τους. Την παράδοση τιμούσαν εξίσου και τα παλάτια των πλουσίων και οι καλύβες των φτωχών.
Ο πιο έντιμος και σεβάσμιος κάτοικος της πόλης, πριν τη δύση του ήλιου, απευθυνόταν στους συμπολίτες του, παρακαλώντας τους, να στείλουν στο δικό του σπίτι, όσους οι ίδιοι αδυνατούσαν να φιλοξενήσουν. Τα πλούτη αυτού του ανθρώπου ήταν αμύθητα, τα καραβάνια του ταξίδευαν στα πιο μακρινά μέρη της χώρας, τα καράβια του αρμένιζαν σε πολλά μέρη του κόσμου, η ομορφιά απ' τα μαρμάρινα παλάτια του με τους μεγάλους κήπους και τα δροσερά συντριβάνια, θάμπωναν τα μάτια. Ο πλούτος του τού εξασφάλιζε τιμές και σεβασμό, η ευγενική, στοργική ψυχή του και η σοφία του, του εξασφάλιζαν καθολική αγάπη. Οι ελεημοσύνες προς τους φτωχούς, ποτέ δεν μειώνονταν, ποτέ δεν εγκατέλειπε έναν άτυχο φίλο σε στιγμές ανάγκης και οι συμβουλές του στα πιο δύσκολα θέματα ήταν τόσο διορατικές και πολύτιμες, που ακόμα και ο βασιλιάς τις λάμβανε υπόψη του.
Ακούγοντας το αίτημά του, ένας συμπολίτης του είπε:
- Ένας απ' τους υπηρέτες μου, μού διηγήθηκε κάτι, γυρίζοντας απ' τα λουτρά. Ένας ξένος άντρας, υπέργηρος και άπορος, με μόνη περιουσία του μια δερμάτινη σακούλα, τα κουρέλια που έκρυβαν την γύμνια του και παλιά σκισμένα σανδάλια, βγαίνοντας από το λουτρό και αναζητώντας τα υπάρχοντά του, για να ντυθεί και να φύγει, αντιλήφθηκε, πως κάποιος του τα είχε κλέψει! Όλοι οι παρόντες οργίστηκαν και τον συμπόνεσαν αλλά η κατάπληξη που ένιωσαν ξεπέρασε κάθε συναίσθημά τους, όταν είδαν το πρόσωπο τού γέρου να είναι κάθε άλλο παρά λυπημένο ή θυμωμένο. Έλαμπε από χαρά και ευθυμία. Σήκωσε τα χέρια του και ευχαρίστησε το Θεό και την μοίρα με λόγια τόσο εξαίσια, ειλικρινή και παθιασμένα, που σώπασαν έκπληκτοι και απομακρύνθηκαν από εκείνον.
Ο φημισμένος και πλούσιος άντρας κούνησε το κεφάλι του και είπε:
- Δεν ξέρουμε αν είναι τρελός ή άγιος. Φέρε τον στο σπίτι μου φίλε μου όσο πιο σύντομα μπορείς και θα είναι επίτιμος καλεσμένος στο γεύμα μου.
Ο γέρος ζητιάνος οδηγήθηκε στο σπίτι τού πλούσιου άνδρα. Ο οικοδεσπότης τον συνάντησε στην αυλή, πήρε με σεβασμό το χέρι του και υποστηρίζοντάς τον, τον οδήγησε στην τραπεζαρία, όπου τοποθέτησε τον σεβάσμιο άνδρα στην κορυφή του τραπεζιού και πήρε όλα τα πιάτα από τους υπηρέτες, για να σερβίρει τον επίτιμο καλεσμένο με την καλύτερη μερίδα από όλα τα πλούσια εδέσματα.
Όλοι οι παρόντες ήταν ευχαριστημένοι, βλέποντας την λάμψη της ευγένειας στο πρόσωπο του ηλικιωμένου και ο οικοδεσπότης, που συγκινήθηκε απ' τα γκρίζα του μαλλιά και την ήρεμη χαρά του, τον ρώτησε:
- Πες μου, σεβάσμιε, αν μπορώ να σε χαροποιήσω εκπληρώνοντας κάποια ευχή σου μεγάλη ή μικρή.
Και ο γέροντας απάντησε μ' ένα χαμόγελο:
- Φέρε όλα σου τα παιδιά και τα παιδιά των παιδιών σου κοντά μου για να τους δώσω τις ευχές μου!
Και οι τέσσερις μεγάλοι γιοί του φημισμένου εμπόρου και τα εννέα νεαρά εγγόνια του, τον πλησίασαν ένας-ένας κατά ηλικία και ο καθένας γονάτισε μπροστά στα πόδια του και ο γέρος άνδρας έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι του καθενός.
Αφού τελείωσε αυτό το τελετουργικό, ο οικοδεσπότης ζήτησε απ' τον γέροντα να ευλογήσει και τον ίδιο. Εκείνος, όχι μόνο του έδωσε τις ευλογίες του, αλλά τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
Ο φημισμένος έμπορος σηκώθηκε πλημμυρισμένος συναισθήματα και είπε:
- Συγχώρα με σεβάσμιε για την ερώτηση, που θα σου κάνω και πίστεψέ με, δεν με οδηγεί η περιέργεια. Απ' την στιγμή που μπήκες στο σπίτι μου, σε κοιτώ επίμονα, δεν μπορώ να πάρω το βλέμμα μου από το πρόσωπό σου, που μου φαίνεται όλο και πιο οικείο και αγαπητό κάθε στιγμή. Μήπως θυμάσαι, να έχουμε συναντηθεί στο μακρινό παρελθόν;
- Χαίρομαι που μου κάνεις αυτήν την ερώτησή παιδί μου και θα ήθελα να σου κάνω με την σειρά μου μια ερώτηση. Θυμάσαι ένα απόμερο σημείο μέρος τού δάσους, δίπλα σ' ένα ρυάκι, δυο άλογα δεμένα σ' ένα δέντρο και δύο ανθρώπους σ' ένα κυκλικό ξέφωτο - τον πατέρα με τον γιό του - που άδειασαν τις τσάντες τους, που ήταν γεμάτες με πολύτιμους λίθους και χρυσάφι και τα μοίρασαν όλα σε δύο ίσα μέρη;

Κι ο έμπορος γονάτισε στο έδαφος μπροστά στο γέροντα και φίλησε την γη και αναφώνησε καθώς σηκώθηκε:
- Πατέρα μου αγαπημένε, ευχαριστώ τον Θεό τον Μεγαλοδύναμο που σ' έφερε στα μέρη αυτά. Κοίταξε, εδώ είναι το σπίτι σου κι εδώ είμαι κι εγώ με τα παιδιά μου και τους υπηρέτες σου.
Και στάθηκαν αγκαλιασμένοι για ώρα με δάκρυα χαράς να τρέχουν. Όλοι ήταν δακρυσμένοι. Όταν ηρέμησαν, ο σπουδαίος έμπορος, ρώτησε τον πατέρα του:
- Πες μου τώρα πατέρα, γιατί εκείνη την μέρα πριν τόσο πολύ καιρό, μοίρασες όσα είχαμε και γιατί είπες πως θα χωριστούμε για μεγάλο διάστημα, αν όχι για πάντα;
Ο γέροντας απάντησε:
- Όταν ξεκινήσαμε, είχαμε με το μέρος μας απαράμιλλα καλή τύχη, αν θυμάσαι. Δεν έπαυα να ευλογώ τον Θεό από φόβο, πως θα μας ζηλέψει η μοίρα. Όταν επιστρέψαμε σε κείνο το πανδοχείο και βρήκα άθικτες τις τσάντες μας, αν και εκτεθειμένες σε κοινή θέα και σε πιθανή κλοπή, κατάλαβα πως η τύχη είχε ξεπεράσει οτιδήποτε είχε συμβεί ποτέ σε θνητό και ότι μας επιφύλασσε μεγάλη σειρά από ατυχίες και θλίψεις. Για να σώσω εσένα, τον πρωτότοκο γιό μου από την επερχόμενη συμφορά, αποφάσισα να σε αφήσω παίρνοντας την αναπόδραστη μοίρα μου μαζί μου, γιατί όπως λένε, είναι τρελός αυτός, που αναζητάει καταφύγιο από την καταιγίδα κάτω από ένα δέντρο, αυτός που προσελκύει τον κεραυνό. Δες την δυστυχία και την εξαθλίωση που έπεσαν πάνω μου μετά τον χωρισμό μας και πες μου αν δεν φάνηκα μυαλωμένος, που έπραξα έτσι τότε.
Όλοι οι ακροατές υποκλίθηκαν στον ηλικιωμένο, θαυμάζοντας την σοφία του και την μεγάλη του αγάπη για την οικογένεια, που είχε αφήσει.
Ένας από τους μεγαλύτερους και πιο αξιοσέβαστους καλεσμένους τον ρώτησε:
- Γιατί χάρηκες σήμερα τόσο πολύ, αντί να θρηνήσεις, μόλις αντιλήφθηκες, πως τα μοναδικά πράγματα που είχες στην κατοχή σου, τα είχαν κλέψει; Σε ικετεύω, μην εξοργιστείς με την αδιάκριτη ερώτησή μου, αλλά σε παρακαλώ απάντησέ μου.
Ο γέροντας του απάντησε με καλοσυνάτο χαμόγελο:
- Χάρηκα τόσο, γιατί είχε φθάσει για μένα εκείνη η στιγμή, που η μοίρα μου είχε κουραστεί, να με καταδιώκει. Μπορεί κανείς να φανταστεί κάποιο ον πιο άτυχο και άπορο από έναν ζητιάνο, που του κλέβουν την τσάντα με τα υπάρχοντά του; Καμία μεγαλύτερη κακοτυχία δεν θα μπορούσε πλέον, να πέσει πάνω μου. Ορίστε! Δεν είχα δίκιο; Δεν βρήκα την ίδια κιόλας μέρα, τον γιο μου και τα παιδιά του και τα παιδιά των παιδιών του; Και τώρα μπορώ να ζήσω μέχρι το τέλος των ημερών μου μέσα σε αγάπη, ευχαρίστηση και ηρεμία χωρίς φόβο, πως θα προκαλέσω πάνω τους κακή τύχη.
Όλοι υποκλίθηκαν πάλι και φώναξαν με μια φωνή:
- Κισμέτ. Κανένας δεν μπορεί να αποφύγει την μοίρα του, το πεπρωμένο του. Ότι είναι να γίνει, θα γίνει

tag

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.