Κυριακή 12 Ιουλίου 2020

Ο Ψευτογιατρός


Ο Νώντας από μικρό παιδί ήθελε να σπουδάσει ιατρική. Σαν μαθητής όμως δεν είχε κλίση στις θετικές επιστήμες και λόγω του ότι ο πατέρας του ήταν μεγαλοδικηγόρος, τελικά αναγκάσθηκε να δώσει εξετάσεις στη νομική σχολή και να διαδεχθεί στο επάγγελμα τον πατέρα, συνεχίζοντας έτσι την οικογενειακή παράδοση.
Το μεράκι όμως για ιατρική του έμεινε. Δεν άφηνε ιατρικό άρθρο ή είδηση στις εφημερίδες, που να μη τα μελετούσε με ιδιαίτερη προσοχή. Κρατούσε αρχειοθετημένα όλα τα ένθετα των εφημερίδων και τα περιοδικά με ιατρικό περιεχόμενο, που έπεφταν στα χέρια του. Έτρεχε σε ιατρικές διαλέξεις για το κοινό και παρακολουθούσε με θρησκευτική ευλάβεια όλες τις εκπομπές για την υγεία στη τηλεόραση και ραδιόφωνο. 

Η έλευση του διαδικτύου τον είχε ενθουσιάσει. Ανακάλυψε όλες τις διευθύνσεις με ιατρικές πληροφορίες για το κοινό αλλά και μερικές για επαγγελματίες υγείας και ρουφούσε κυριολεκτικά την επεξεργασμένη γνώση, που ήταν διαθέσιμη.
Ο Νώντας με τη πάροδο του χρόνου με τις γνώσεις που είχε αποκτήσει, ένοιωσε αρκετά σοφός και έμπειρος και άρχισε να συμβουλεύει τους γύρω του για διάφορα προβλήματα υγείας με την αυτοπεποίθηση και το κύρος ενός επαγγελματία λειτουργού του Ιπποκράτη. Αυτό είχε σαν άμεση συνέπεια πολλοί γνωστοί του να προστρέχουν στις «ιατρικές» του γνώσεις και ο Νώντας να αποκτήσει το προσωνύμιο «Ο γιατρός», που όταν το άκουγε ένοιωθε πολύ μεγαλύτερη ικανοποίηση, απ’ ότι όταν τον αποκαλούσαν με την πραγματική επαγγελματική του ιδιότητα του δικηγόρου.
Ο Νώντας παρ’ όλο ότι ασχολιόταν με τα ιατρικά, δεν ήταν υποχόνδριος σε θέματα υγείας. Πέρα από τα μικροκρυολογήματα δεν είχε αρρωστήσει ποτέ σοβαρά μιας, όπως και ο ίδιος έλεγε σε φίλους και γνωστούς, ακολουθούσε ένα εξαιρετικά υγιεινό τρόπο ζωής «προλαμβάνοντας παρά θεραπεύοντας», όπως τόνιζε σε κάθε ευκαιρία.
Εκείνο το πρωί ο Νώντας ξύπνησε με ένα έντονο πόνο στο στήθος. Έτρεξε στο μπάνιο, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του, ότι ήταν κάτι παροδικό. Ο πόνος όμως δεν υποχωρούσε, παρά το ζεστό μπάνιο που έκανε. Σκέφθηκε εντατικά τις πιθανές διαγνώσεις και ο φόβος για κάποιο καρδιακό επεισόδιο, άρχισε να φωλιάζει μέσα του.
Η ανησυχία του ήταν μεγάλη και δεν μπορούσε να σκεφθεί καθαρά. Αυτός που είχε συμβουλεύσει χιλιάδες γνωστούς του, τώρα δεν μπορούσε να βοηθήσει τον εαυτό του!
Χαιρέτισε βιαστικά τη γυναίκα του, χωρίς να της πει τίποτε και στο αυτοκίνητο πήρε από το κινητό του ένα φίλο του γιατρό και έκλεισε ένα ραντεβού, να εξετασθεί άμεσα.
Ο Νώντας μπήκε στο ιατρείο με φούρια.
-Γεια σου γιατρέ, χαιρέτισε το φίλο του.
-Γεια σου κ. συνάδελφε, του απάντησε ειρωνικά αυτός. Τι συμβαίνει;
- Είναι ένας νυγμώδης πόνος στο αριστερό ημιθωράκιο , περιοδικός, εντοπισμένος, που πολλές φορές επιτείνεται με την αναπνοή και μου προκαλεί ένα αίσθημα επικείμενου θανάτου, περιέγραψε με επαγγελματική ακρίβεια το σύμπτωμά του ο Νώντας. Νομίζω συνέχισε, ότι μπορεί να οφείλεται σε ισχαιμία του μυοκαρδίου, σε περιαρθρίτιδα του αριστερού ώμου η σε υποκλινικό ακόμη έρπη ζωστήρα.
Ο γιατρός δεν απάντησε. Τον εξέτασε προσεκτικά, του πήρε τη πίεση και του έκανε και ένα καρδιογράφημα. Ο Νώντας γεμάτος αγωνία τον ρώτησε όταν τελείωσε.
-Τι είναι απ’ όλα αυτά γιατρέ μου.
-Μεσοπλεύριος νευραλγία και οπωσδήποτε τίποτα απ’ αυτά τα σοβαρά που μου αράδιασες, του απάντησε ο γιατρός. Περιόρισε τους καφέδες και την ένταση στη ζωή σου.
Στην επιστροφή ο Νώντας ένοιωθε σαν παιδάκι. Άρχισε να σιγοτραγουδάει περπατώντας με βήμα ζωηρό που εναλλασσόταν με μικρά πηδηματάκια. Σταμάτησε όταν άκουσε το όνομά του. Ήταν ο γείτονας του ο Βρασίδας, που φαινόταν χλωμός και ανήσυχος.
– Νώντα μου ευτυχώς που σε βρήκα του είπε. Ξέρεις, από εχθές το βράδυ έχω αυτό το πόνο στη κοιλιά, που με βασανίζει και…
Ο Νώντας τον διέκοψε λέγοντάς του:
-Δεν υπάρχουν γιατροί ρε Βρασίδα; Τι τα λες σ’ εμένα; Τρελάθηκες; Άντε σε κάνα γιατρό της προκοπής να σ' εξετάσει, να βρεις κι εσύ την υγειά σου!

Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

Ο Τάκης


Όταν ήμουν στην Έκτη Δημοτικού έγινε κάτι μαγικό, γνώρισα τον Τάκη! Ο Τάκης ήταν ένα παιδί με ειδικές ανάγκες, κάποια χρόνια μεγαλύτερος μου. Ήταν η μασκότ της περιοχής με την κακή, κάκιστη έννοια. Τα παιδιά τον κορόιδευαν, Οι μεγάλοι τον κορόιδευαν, όλοι τον κορόιδευαν και τον περιγελούσαν κι έκαναν πλάκα με τον Τάκη!
Με τον τρόπο που μιλούσε ή προσπαθούσε να μιλήσει, με τις άναρθρες κραυγές του, με τις άτσαλες κινήσεις και τους μανιερισμούς του, με το γέλιο του και το ορθάνοιχτο στόμα του.
Κι εκείνος γελούσε ακόμη περισσότερο, προκαλώντας ακόμη περισσότερο τις κοροϊδίες και τα πειράγματα.
Ήταν η πρώτη ημέρα στην Έκτη τάξη και θυμάμαι την μαμά του Τάκη, να τον κρατά από το χέρι ολόκληρο άντρα και να μιλά με το δάσκαλο.
Έκλαιγε, έκλαιγε γοερά και θυμάμαι μια φράση που άκουσα στα κλεφτά “Θα γονατίσω εδώ μπροστά σας, να σας φιλήσω τα πόδια. Σας ικετεύω, σας παρακαλώ, σας παρακαλώ”….
Δεν το ήξερα τότε, μα έβλεπα μια Ικέτιδα.
Αμέσως μετά ο Τάκης μπήκε στην τάξη με το δάσκαλο κι έγινε χαμός. Γέλια, φωνές, λες κι ήρθε το τσίρκο.
Ο δάσκαλος δεν μας μάλωσε, δεν είπε τίποτε, έβαλε τον Τάκη να καθίσει στο πρώτο θρανίο και μας ανακοίνωσε, πως κάθε λίγες ημέρες ένα νέο παιδί από όλους εμάς θα καθόταν δίπλα στον Τάκη και θα είχε την ευθύνη του, έτσι ώστε ο Τάκης να μην χάνει τα μαθήματα, να βρίσκει τα μολύβια και να μαζεύει τα πράγματα του, να έχει βοήθεια στο διάβασμα.
Φρίξαμε!
Θα καθόμασταν μαζί με τον Τάκη;
Μα ο Τάκης έχει σάλια. “Θα του μάθετε να τα σκουπίζει.”
Μα ο Τάκης μας πειράζει, μας χτυπάει, μας ενοχλεί.
“Θα σταματήσετε να τον πειράζετε, να τον χτυπάτε, να τον ενοχλείτε.”
Μα ο Τάκης δεν ξέρει να διαβάζει καν…
”Θα τον βοηθήσετε εσείς, να μάθει να διαβάζει.”
Κι έτσι εκείνη η τάξη στην Έκτη Δημοτικού εκείνη την αξέχαστη χρονιά ανέλαβε τον Τάκη.
Κάθισα κι εγώ μαζί του σαν ήρθε η σειρά μου και τον θυμάμαι τόσο χαρούμενο και γελαστό, τόσο γενναιόδωρο για τη βοήθεια, τόσο αγωνιστή και τόσο ευτυχισμένο για πρώτη φορά!
Θυμάμαι να προσπαθώ να τον κάνω να πει το όνομα μου κι όταν τα κατάφερε τι απίθανο ήταν εκείνο το χειροκρότημα και το άναρθρο δυνατό του γέλιο με το λαμπερό πρόσωπο, θα μου μείνει αξέχαστο!
Στο τέλος της χρονιάς ο Τάκης είχε μάθει να διαβάζει, μάζευε τα πράγματα του και πάντα ερχόταν προετοιμασμένος για την επόμενη ημέρα και το πιο σημαντικό, είχε φίλους.
Έπαιζε μαζί με τα αγόρια ποδόσφαιρο και με τα κορίτσια κυνηγητό κι αν και ήταν άτσαλος και αργός, πάντα ήταν μαζί μας στα ομαδικά παιχνίδια. Έκανε για πρώτη φορά παρέλαση, περήφανος κι όλοι τον χειροκροτούσαν, παρόλο που έχανε το βήμα του, επιτέλους αποδεκτός μπροστά σε όλους εκείνους, που τον είχαν σαν παιχνίδι.
Στο τέλος της χρονιάς ο Τάκης ήταν ο προστατευόμενος μας, κανείς δεν τον πείραζε, κανείς δεν τον ενοχλούσε, δεν ανεχόμασταν λέξη για εκείνον.
Ο Τάκης είχε γίνει από ιδιαίτερος, ξεχωριστός, σπάνιος κι ήταν δικός μας και νιώθαμε κι εμείς ξεχωριστοί μαζί του!
Την τελευταία ημέρα στο σχολείο, θυμάμαι την μαμά του Τάκη. Κρατούσε στα χέρια της τα χέρια του δασκάλου, είχε το πρόσωπο της κολλημένο σε εκείνα τα ντροπαλά του χέρια, τα φιλούσε κι έκλαιγε κι έκλαιγε με λυγμούς, ψιθυρίζοντας. “ευχαριστώ, ευχαριστώ”.
Ήταν η τελευταία του χρονιά στο σχολείο, η Έκτη Δημοτικού.
Δεν πήγε ποτέ στο γυμνάσιο ο Τάκης.
Η μαμά μου ακόμη τον θυμάται και κλαίει κι ακόμη θυμόμαστε εκείνον το δάσκαλο, τον καταπληκτικό εκείνο άνθρωπο που μας έκανε το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσε να κάνει ένας δάσκαλος…
Μας έκανε υπεύθυνους ανθρώπους.
Μας έκανε ανθρώπους!!!
Εκείνον τον απίθανο μπουρλοτιέρη που έβαλε φωτιά στα όνειρα μας, νέος, ξανθός, μουσάτος, ψηλός, αδύνατος κι όμορφος, σαν το Χριστό τον ίδιο.
Όπου κι αν είσαι δάσκαλε, καλή σου ώρα και σε ευχαριστώ!

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Στην τάξη του Δημοτικού


Άφωνη άφησε δασκάλα σε Δημοτικό Σχολείο ένας οκτάχρονος μαθητής, όταν τυχαία, ανακάλυψε το μυστικό του.
Μέχρι εκείνη τη μέρα, το υπέροχο μυστικό, μοιραζόταν ο οκτάχρονος με συνομήλικο συμμαθητή και φίλο του. Ο φίλος του οκτάχρονου είχε πατέρα άνεργο και φαίνεται ότι μια μέρα, είπε στον οκτάχρονο φίλο του, πως σε λίγες μέρες, του είπε η μάμα του, δεν θα είχε υλικά να του φτιάχνει σάντουιτς για το σχολείο και ήταν στεναχωρημένη.
Ο οκτάχρονος, όπως είπε στη δασκάλα του, χωρίς να πει στη μητέρα του το γιατί, της ζήτησε να του μοιράζει το σάντουιτς από τη μέση, για να μπορεί να το τρώει πιο εύκολα.
Στην πραγματικότητα όμως, εδώ και βδομάδες, κάθε μέρα ο οκτάχρονος έδινε το μισό του σάντουιτς στο φίλο του. Κάθονταν στο παγκάκι στην πίσω μεριά του σχολικού γηπέδου το διάλειμμα, μοίραζαν το σάντουιτς και έτρωγαν μαζί.
Μια μέρα η δασκάλα τους, το πρόσεξε και τις επόμενες δυο μέρες τα παρακολούθησε. Την τρίτη μέρα, την περασμένη Δευτέρα, δεν κρατήθηκε. Τους πλησίασε και απλά τους έσφιξε στην αγκαλιά της.
Η δασκάλα κράτησε το μυστικό των δύο οκτάχρονων και ένιωσε μεγάλη χαρά, που έχει στην τάξη της ένα τέτοιο μαθητή!

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2020

Ύπαρξη – Ανυπαρξία του Θεού


Εάν μπορούσε κάποιος και αποδείκνυε με την λογική την ύπαρξη του Θεού, ουσιαστικά αυτό που θα αποδείκνυε, θα ήταν η ανυπαρξία του Θεού! Εάν οι συνειδητές του αντιλήψεις, που αποτελούνται από κάποιες γνώσεις, που αποκόμισε στην διάρκεια μερικών δεκαετιών, μπορούσαν να χωρέσουν, να ορίσουν και να κατανοήσουν το Απόλυτο, αυτόματα καθιστά ασήμαντο και λυπητερό το ον, που μπορεί και χωράει μέσα στον τόσο περιορισμένο και ατελή ανθρώπινο νου!
Ας σκεφτούμε τι σημαίνει η λέξη Πίστη. Πίστη είναι η περιοχή του μυστηρίου. Όπου υπάρχουν λογικές αποδείξεις, δεν υπάρχει Πίστη. Εκεί στην θέση της Πίστης μπαίνει η γνώση, η αποκάλυψη αντικαθίσταται με την λογική, τα δόγματα αντικαθίστανται με τους συλλογισμούς, η μεταφυσική αντικαθίσταται με τη φυσική. Στις περιπτώσεις που τα οφθαλμοφανή γεγονότα καταγράφονται ένα προς ένα, η Πίστη δεν συμπεριλαμβάνεται. Στον απόλυτο φιλοσοφικό Σκεπτικισμό, αποδεικνύεται με συλλογισμούς, που φαίνονται λογικοί, η καταγραφή των συνεχόμενων αρνήσεων, μέχρι που στο τέλος η κατάληξη είναι η άρνηση της ίδια της άρνησης!
Η Πίστη έχει αναμφίβολες και αναμφισβήτητες αποδείξεις διαφορετικού χαρακτήρα. Είναι η διαισθητική διείσδυση στον υπέρ λογικό άυλο κόσμο, είναι η επικοινωνία του ανθρώπου, ως περιορισμένης προσωπικότητας, με Τον Θεό, που είναι η Απόλυτη Προσωπικότητα, είναι η πραγματική μυστηριακή εμπειρία, η οποία αποκτιέται από άμεση επαφή με τον πνευματικό κόσμο, είναι η εσωτερική αίσθηση της ψυχής, η υποκειμενική γνώση που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και οικεία, με την έννοια της ιδιαίτερης. Εδώ γίνεται κοινωνία με την Θεία Χάρη, που στην γλώσσα της επιστήμης λέγεται, ενέργειες ανωτέρας φύσεως.
Στην κοινωνία με τον Θεό αλλάζει ο ίδιος άνθρωπος, ως υποκείμενο γνώσης και ο πνευματικός του ορίζοντας διευρύνεται αμέτρητα. Χρειάζεται να θυμόμαστε, ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι πιο βαθιά από την λογική του και η γνώση καταλαμβάνει την σφαίρα των συναισθημάτων, όπου η Διάχυτη Αγάπη είναι μια από τις βασικές δυνάμεις κατανοήσεως, που ενώνει το Άπειρο με το περιορισμένο, τον Ζωντανό Θεό με τον άνθρωπο.
Θα μπορούσε κάποιος καλοπροαίρετα να απορήσει, γιατί δεν φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, για να σβήσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες σχετικές με την ύπαρξη Του, να Τον βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας, όπως βλέπουμε τον ήλιο ή τα αστέρια. Σίγουρα τότε θα γινότανε φανερή η ύπαρξή Του στον οποιονδήποτε και κάθε αμφισβήτηση του προσώπου Του θα έπαυε μονομιάς να υφίσταται.
Η απάντηση είναι, πως ο Θεός αποκρύπτει την ύπαρξή Του, για να μην στερήσει στον άνθρωπο την δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στην Πίστη και στην Απιστία και να επιτρέψει στον άνθρωπο, να λύσει το υπαρξιακό πρόβλημα αυτόνομα. Αν δεν υπήρχε τέτοια επιλογή, τότε η Πίστη σαν ελεύθερη πράξη της ψυχής δεν θα μπορούσε να υπάρχει και στην θέση της θα έμπαινε το ηθικά αδιάφορο ολοφάνερο. Ο Θεός δεν μας έβαλε μπροστά στο αναπόφευκτο γεγονός της ύπαρξης Του, επειδή θέλει να Τον ψάχνουμε με την ελεύθερή μας βούληση, επειδή θέλει να προσελκυόμαστε σ’ Αυτόν, επειδή θέλει να διψάμε γι’ Αυτόν. Θέλει να είναι η αγάπη της καρδιάς μας και όχι το αποτέλεσμα μιας λογικής μας ανάλυσης.
Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα της προσωπικής επαφής μαζί Του μέσω της ελεύθερης βούλησης και την έδωσε σε εμάς και μόνο σε εμάς από όλα τα δημιουργήματά του. Αυτή η δυνατότητα προσωπικής επαφής είναι το πιο άξιο και ανώτερο, που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα από τον Δημιουργό και το δημιούργημα. Αυτό και μόνο αποδεικνύει, πως ο άνθρωπος δεν είναι ένα απλό προϊόν δημιουργίας του Θεού, όπως είναι όλα τα υπόλοιπα που Αυτός δημιούργησε, αλλά είναι η αντανάκλαση του Θεού στην γη. Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ελεύθερη βούληση, τότε δεν θα ήταν εικόνα του Θεού. Χωρίς την ελευθερία δεν υφίσταται η ύπαρξη του καλού, χωρίς την ελευθερία υπάρχει μόνο η αναγκαιότητα. Χωρίς προσωπική ελευθερία δεν υπάρχει αγάπη και χωρίς την πνευματική αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει η θέωση, σαν ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Είναι φανερό, ότι ακόμα και ο πιο δυστυχής άνθρωπος δεν θα ήθελε να ανταλλάξει την θέση του με ένα ευτυχισμένο ζώο, το οποίο καθοδηγείται από τα ένστικτα επιβίωσης και μόνο, δίχως να μπορεί να αντιταχθεί στα ένστικτα αυτό.
Φαίνεται ότι η άρνηση της ύπαρξης του Θεού, στην πραγματικότητα είναι κρυφή και βαθιά νοσταλγία για τον Θεό κι αυτοί που αρνούνται την ύπαρξη του Θεού, την αισθάνονται σαν πόνο, αδυνατώντας να καταλάβουνε, από που προέρχεται ο πόνος αυτός. Η καρδιά θρηνεί την μοναξιά της, σαν το μωρό στην κούνια του που θρηνεί, όταν απουσιάζει η ζεστασιά της παρουσίας της μητέρας. Ο νους όμως πετρωμένος μέσα στην υπερηφάνεια του, γοητευμένος από την νεκρή λάμψη του Εωσφόρου, αντιστεκόμενος στην καρδιά την μαλώνει:
- Σώπασε και άσε με στα χέρια του κακού δαίμονα της ζωής μου, δεν θέλω ούτε τον Θεό ούτε καμία άλλη δύναμη, να μ’ εξουσιάζει. Για ποια αιώνια ζωή μου μιλάς; Το μέλλον του σύμπαντος είναι μια μαύρη διαστημική τρύπα, όπου σαν σκιές θα εξαφανιστούν οι κόσμοι και θα εξαφανιστεί η ίδια η ύλη, θα τελειώσει ο χρόνος, αλλά δεν θα έρθει η αιωνιότητα. Θα γίνει η αποκορύφωση του σύμπαντος, που είναι το μέγα Τίποτα!

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2020

Μοιρασιά από τον Θεό


Η Χρυσούλα κατά το μεσημεράκι όταν έφθανε η ώρα του φαγητού, μάζευε γύρω τα μικρά της. Έκαναν όλοι μαζί το σταυρό τους, έλεγαν το «Πάτερ ημών» και άρχιζαν να τρώνε, ότι καλό βρισκότανε κάθε φορά.
Κάποια φορά η Χρυσούλα έβγαλε από το ταγάρι της ένα καλοζυμωμένο καρβέλι, κοίταξε τα παιδιά της στα μάτια και είπε :
- Αυτό το καρβέλι είναι δικό σας! Πως θέλετε, παιδιά μου να σας το μοιράσω το ψωμί, σαν Θεός ή σαν άνθρωπος;
Εκείνα με μια φωνή απάντησαν:
- Μαμά, σαν Θεός!
Τα παιδιά γνώριζαν πολύ καλά από τα λόγια της μητέρας τους, ότι ο Θεός είναι Πατέρας καλοκάγαθος, που όλα τα μοιράζει δίκαια και ήθελαν να απολαύσουν τη δίκαιη μοιρασιά του Θεού. Πήρε λοιπόν το καρβέλι η μάννα, το σταύρωσε, το ασπάστηκε με ευλάβεια και άρχισε μετά να κόβει με το χέρι της και να δίνει στο καθένα το μερίδιό του. Τα μικρά πεινασμένα άρπαξαν με λαχτάρα το ψωμάκι και έβαλαν την πρώτη μπουκιά κιόλας στο στόμα. Όμως η μάννα φρόντισε, ν’ αφήσει εκείνη την ημέρα περίσσευμα το μισό καρβέλι.
Τα μικρά τρώγοντας λοξοκοιτούσαν το ένα το άλλο, αν κρατούσαν όλα ίσου μεγέθους μερίδα. Είδαν μετά τη μητέρα τους που καλοδίπλωσε πίσω τους το υπόλοιπο μισό καρβέλι και το έβαλε βιαστικά πάλι μέσα στο ταγάρι. Και εκείνα απορημένα ρώτησαν:
- Μαμά, γιατί μας στέρησες τη δίκαιη μοιρασιά; Εμείς σου είπαμε να μας μοιράσεις το ψωμί σαν Θεός, όχι σαν άνθρωπος, επειδή πιστεύουμε, πως ο Θεός είναι περισσότερο δίκαιος από τον άνθρωπο!
- Καλά μου παιδιά, σαν Θεός σας το μοίρασα. Ο Θεός φροντίζει για όλα τα παιδιά του κόσμου, ακόμη και για εκείνα, που δεν έχουν να φάνε. Το υπόλοιπο καρβέλι ο Θεός δεν σας το μοίρασε, επειδή θέλει να το πάμε στα φτωχά παιδάκια!
Έκπληκτα άκουσαν τα μικρά το μεγάλο μάθημα για την αγάπη. Και έτρεξαν αμέσως με χαρά να βοηθήσουν, να μοιραστεί το υπόλοιπο ψωμί στα παιδάκια του χωριού, που δεν είχαν να φάνε.
Από τότε πολλές φορές έκαναν το ίδιο. Και όταν μεγάλωσαν και έκαναν τις δικές τους οικογένειες, δεν σταμάτησαν να το πραγματοποιούν!

Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

Ντοστογιέφσκι


Να ’σαι είκοσι δύο χρονών και να είσαι θανατοποινίτης! Να περιμένεις να σε κρεμάσουν! Η ζωή μπροστά γεμάτη ομορφιά και νιάτα και εσένα να θέλουν να σε σκοτώσουν;
Και γιατί τέλος πάντων; Γιατί θέλησες να υπάρχει ισότητα και σωστό στην κοινωνία! Να μην υπάρχουν αφεντάδες και δούλοι. Να είμαστε όλοι ίσοι. Και να είναι όλα ίσια. Όχι στραβά κι ανάποδα.
Και να έχεις κι αυτές τις κυρούλες εδώ τώρα στο τρένο, που σε πάει στην εξορία! Τσιμπούρια:
– Πάρε αδερφέ ένα Ευαγγέλιο.
Δώρο στο δίνουν! Να τις προσβάλλεις; Ρίξτο στην τσέπη, πες ευχαριστώ και φύγε. Αυτό και κάνεις. Φεύγοντας όμως, έμεινες μόνος σου στην φυλακή! Εσύ πολιτικός κατάδικος θανατοποινίτης και οι άλλοι ποινικοί κατάδικοι κάθε καρυδιάς καρύδι. Εδώ καταλαβαίνεις στο πετσί σου την μοναξιά του πλήθους. Εδώ ζεις το ότι, την αποξένωση δεν την δημιουργούν τα χιλιόμετρα, αλλά η διάθεση. Ότι ο άνθρωπος γίνεται δικός σου, όταν έχετε το ίδιο περιεχόμενο καρδιάς, όχι την ίδια στέγη. Ότι η ζωή και στα είκοσι, γεμάτη νιάτα κι ομορφιά, είναι ανυπόφορη χωρίς αγάπη.
Τα καταλαβαίνεις, θυμώνεις και καπνίζεις! Για να καθαρίσεις το τσιμπούκι σου, κόβεις σελίδες από το Ευαγγέλιο! Έτσι κι αλλιώς άχρηστο σου φαίνεται. Παπαδοκουβέντες!! Χα-χα! Να που σε κάτι φάνηκε χρήσιμο το δώρο των γυναικών!
Περνούν οι μέρες και συ έχεις σκίσει όλο το κατά Ματθαίον και κατά Μάρκον καθώς και δεκατέσσερα κεφάλαια από τον Λουκά. Έχεις πλαντάξει. Μονοτονία, προσμονή θανάτου, τσιγάρο και μαυρίλα. Βαριεστημένος αφόρητα: «Δε διαβάζω να δω τι λέει;» σκέφτεσαι και το ανοίγεις.
Κι «ανοίγει» η ζωή σου!
Ένας πατέρας που δεν ρωτάει, γιατί το έκανες. Μια αγκαλιά που ανοίγει, πριν της το ζητήσεις. Μια αγάπη χωρίς όρους και όρια. Μια θυσία που βλέπει με στοργή τον άλλον.
Το δεκαπέντε κεφάλαιο του κατά Λουκάν είναι η ιστορία του άσωτου υιού ή μάλλον του εύσπλαχνου πατέρα. Το ότι είμαι άσωτος, το ξέρω. Αξία έχει που μαθαίνω, ότι Αυτός δεν είναι αστυνόμος της ζωής μου, αλλά πατέρας που με αγαπά.
Αλλάζουν όλα. Αποχτούν νόημα. Τελειώνει η ορφάνια. Δεν τρέχω και ζω τζάμπα! Η ζωή γίνεται όμορφη, όχι μόνο από τα νιάτα (υπήρχαν και πριν), αλλά κι από το νόημα που απόχτησε. Σε λίγο θα μας πεις:
- Ο άνθρωπος δεν θέλει μονάχα να ζει μα θέλει και να ξέρει γιατί ζει!

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Το σβησμένο κερί


Ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι, που ήταν πολλά χρόνια μαζί και αγαπούσε πάρα πολύ ο ένας τον άλλον!
Δυστυχώς μια μέρα το κορίτσι πέθανε! Το αγόρι δεν μπορούσε να το πιστέψει, τα δάκρυά του δεν σταματούσαν να πέφτουν ούτε λεπτό!
Την αγαπούσε όσο τίποτα! Ήταν πάντα θλιμμένος και έκλαιγε συνεχώς! Οι φίλοι του τον συμπαθούσαν πολύ και δεν ήθελαν να τον βλέπουν να κλαίει!
Μια μέρα το αγόρι είδε ένα όνειρο:
Ονειρεύτηκε την κοπέλα του στον ουρανό, μαζί με άλλες πολλές κοπέλες, ντυμένες στα λευκά!
Παρατήρησε όμως, ότι όλες οι κοπέλες κρατούσαν στα χέρια τους από ένα αναμμένο κερί, ενώ το κερί της κοπέλας του ήταν σβησμένο!
Τότε πήγε κοντά της και την ρώτησε:
- Όλες οι κοπέλες έχουν από ένα αναμμένο κερί, εσένα το κερί σου γιατί είναι σβηστό;
Τον πλησίασε το κορίτσι και του είπε:
- Σε παρακαλώ σταμάτα να κλαις, μόλις ανάβω το δικό μου το κερί, τα δάκρυά σου το σβήνουν!