Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

Αν έχεις τύχη, διάβαινε


Μια φορά υπήρχε κάποιος άνθρωπος, που ήταν πολύ άτυχος. Μια μέρα, έχοντας πια κουραστεί να υποφέρει από τις αδικίες της μοίρας, πήγε να συμβουλευτεί έναν ερημίτη, που ζούσε στο δάσος πίσω από το χωριό του. Ο ερημίτης του πρότεινε, να πάει να συναντήσει τον Θεό, επειδή μόνο Αυτός μπορεί να του δώσει καλοτυχία.
Ξεκίνησε λοιπόν ο άτυχος άνθρωπος, να πάει να συναντήσει τον Θεό, ο οποίος τον καιρό εκείνο ζούσε μέσα σε μιαν άσπρη σπηλιά, ψηλά σε ένα βουνό, πάνω από τα σύννεφα.
Στο δρόμο σε ένα δάσος, συνάντησε μια τίγρη μπροστά του, η οποία μόλις τον είδε φοβισμένο, του είπε να ησυχάσει, επειδή η τίγρη έχει ένα πρόβλημα υγείας, που την κάνει να μην έχει καθόλου όρεξη, για να φάει. Όταν η τίγρη έμαθε από τον άνθρωπο, για το που πηγαίνει, τον παρακάλεσε να ρωτήσει τον Θεό, γιατί δεν έχει όρεξη, φοβούμενη πως δεν θα ζούσε για πολύ, εφόσον δεν έτρωγε! Ο οδοιπόρος το υποσχέθηκε και ξαναπήρε το δρόμο του.
Το βραδάκι της ίδιας μέρας έφτασε σε μια πράσινη πεδιάδα κι άναψε φωτιά κάτω από μια καχεκτική βελανιδιά. Ξαφνικά, σαν να άκουσε ομιλία και αντιλήφθηκε. πως η βελανιδιά ήταν αυτή που του μιλούσε. Του παραπονέθηκε επειδή ήταν πολύ καχεκτική και δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και όταν έμαθε, πως πήγαινε να συναντήσει τον Θεό, παρακάλεσε η βελανιδιά τον άτυχο άνθρωπο, να ρωτήσει και για αυτήν, τι χρειάζεται να γίνει, για να αρχίσει να αναπτύσσεται πάλι ! Ο οδοιπόρος υποσχέθηκε να το κάνει και αποκοιμήθηκε ήσυχος.
Το πρωί, ο άνθρωπος μας τράβηξε πάλι το δρόμο του. Στην πορεία του στους πρόποδες του βουνού, συνάντησε ένα σχεδόν ερειπωμένο σπίτι ανάμεσα στα βράχια, χωρίς πόρτες και παράθυρα. Διέκρινε μέσα καθισμένη μια νεαρή γυναίκα και την παρακάλεσε ο άτυχος άνθρωπος να τον φιλοξενήσει, επειδή ήρθε ήδη το βράδυ. Η γυναίκα του έγνεψε θλιμμένα να περάσει μέσα. Ο άνθρωπος βλέποντας την στενοχωρημένη, την ρώτησε γιατί συμβαίνει αυτό και αυτή απάντησε πως μόνο ο Θεός το ξέρει! Αμέσως ο άνθρωπός μας προθυμοποιήθηκε να ρωτήσει τον Θεό, όποτε Τον συναντούσε και στον γυρισμό να έλεγε στην νεαρή γυναίκα την απάντηση του Θεού!
Την επόμενη μέρα, ο ταξιδιώτης έφτασε στη σπηλιά του Θεού. Ήτανε στρογγυλή και έρημη. Στη μέση της οροφής είχε ένα άνοιγμα, από όπου έπεφτε το φως τ’ ουρανού. Ο άνθρωπος πήγε και στάθηκε από κάτω. Αμέσως άκουσε μια φωνή:
- Τι με θέλεις, τέκνο μου;
- Κύριε, θέλω την τύχη μου.
- Κάνε μου τρεις ερωτήσεις, τέκνο μου και η τύχη σου θα σε περιμένει στον τόπο σου.
- Ευχαριστώ, Κύριε. Στους πρόποδες του βουνού είναι μια γυναίκα θλιμμένη κι όλο κλαίει. Γιατί;
- Είναι όμορφη, είναι νέα, της χρειάζεται ένας άντρας.
- Κύριε, στο δρόμο μου συνάντησα ένα δέντρο πολύ άρρωστο. Από τι, άραγε, να υποφέρει;
- Μια κασέλα από χρυσάφι, δεν αφήνει τις ρίζες του να προχωρήσουν βαθιά και να βρουν το χώμα, που χρειάζεται για να ζήσει.
- Κύριε, μέσα στο δάσος είναι μια παράξενη τίγρη. Της έχει κοπεί η όρεξη.
- Να κατασπαράξει τον πιο τρελό άνθρωπο του κόσμου και θα ξαναβρεί την υγειά της.
- Κύριε, την καλημέρα μου!
O άνθρωπος κατηφόρισε ευχαριστημένος προς την πεδιάδα. Είδε τη γυναίκα δακρυσμένη μπρος στο κατώφλι της και της έκανε νόημα.
- Καλή μου γυναίκα, έναν άντρα χρειάζεσαι!
Κι εκείνη του απάντησε:
- Κόπιασε, λοιπόν, ταξιδιώτη. Η κοψιά σου μ’ αρέσει. Ας ζήσουμε μαζί ευτυχισμένοι!
- Α, δεν προλαβαίνω, πάω ν’ ανταμώσω την τύχη μου. Ο Θεός μού είπε, πως με περιμένει στον τόπο μου!
Την αποχαιρέτησε και σύντομα έφτασε κοντά στο άρρωστο δέντρο στον κάμπο. Του φώναξε από μακριά:
- Μια κασέλα γεμάτη χρυσάφι κάνει τις ρίζες σου να υποφέρουν. Ο Θεός ο ίδιος μου το είπε!
- Άνθρωπε, ξέθαψε τη. Εσύ θα γίνεις πλούσιος κι εγώ θα ξαλαφρώσω!
- Εε, δεν προλαβαίνω, πάω να ανταμώσω την τύχη μου, με περιμένει, με περιμένει!
Ο άνθρωπός μας γρήγορα περπάτησε και μπήκε στο δάσος, πριν πέσει η νύχτα. Η τίγρη τον περίμενε:
- Καλό μου θηρίο, ο Θεός είπε, πως για να λυθεί το πρόβλημά σου, πρέπει να φας έναν άνθρωπο. Όχι όμως οποιονδήποτε, αλλά τον πιο παλαβό, τον πιο τρελό, που υπάρχει στον κόσμο!
- Και πώς θα τον αναγνωρίσω;
- Α, δεν έχω ιδέα, αποκρίθηκε ο άλλος. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να σου επαναλάβω τα λόγια του Θεού, έτσι όπως το έκανα για τη γυναίκα και το δέντρο.
- Την γυναίκα;
- Ναι, τη γυναίκα. Δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα. Ήτανε νέα κι όμορφη. Της χρειαζόταν ένας άντρας. Εκείνη ήθελε εμένα. Εγώ, όμως, δεν πρόφταινα.
- Και το δέντρο;
- Ένας θησαυρός δεν το άφηνε να μεγαλώσει. Ήθελε να το απαλλάξω απ’ αυτόν. Όμως, το ξαναείπα, δεν είχα χρόνο κι εξακολουθώ να μην έχω. Άντε, λοιπόν, σε χαιρετώ γιατί βιάζομαι.
- Μα, για πού το έχεις βάλει;
- Πάω πίσω στον τόπο μου. Έχω ν’ ανταμώσω την τύχη μου. Με περιμένει, με περιμένει!
- Για μισό λεπτό, του λέει η τίγρη. Τι είναι, τέλος πάντων, ένας ταξιδιώτης, που κυνηγά την τύχη του και στο δρόμο του παραμερίζει μια καλή γυναίκα κι έναν κρυμμένο θησαυρό;
- Θέλει και ρώτημα, καλό μου θηρίο; αποκρίθηκε ο άνθρωπος αφηρημένος. Είναι παλαβός. Αν μάλιστα το καλοσκεφτείς, είναι να απορείς, αν μπορεί να υπάρχει κανείς στον κόσμο πιο τρελός από αυτόν!
Αυτή ήταν κι η τελευταία του κουβέντα. Η τίγρη, κατάφερε, επιτέλους, να γευματίσει με όρεξη περισσή κι ευχαρίστησε το Θεό, για το καλό που της έκανε!

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

Πράξεις που αφήνουν ίχνη


Ο Χάρης πορευόταν στην ζωή του, χρησιμοποιώντας την νοημοσύνη του, για να επιλέξει τον καλύτερο δρόμο και όταν δεν έβρισκε απάντηση από την νοημοσύνη του, χρησιμοποιούσε την καρδιά του. Το μόνο που σκοτείνιαζε την σκέψη του ήταν, πως κάποιες φορές είχε την αίσθηση, ότι ασχολιόταν μόνο με τον εαυτό του και αδιαφορούσε για τους άλλους.
Είχε μάθει να είναι υπεύθυνος για τη ζωή του και αγαπούσε τον εαυτό του τόσο, ώστε να προσπαθεί να του εξασφαλίζει, ότι καλύτερο. Ήξερε ότι κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια, προσέχοντας να μη βλάψει τους άλλους και κυρίως εκείνους που αγαπούσε.
Αναρωτιόταν όμως πολύ συχνά, αν έφτανε η αναζήτηση της απόλαυσης και η αποφυγή του πόνου, για να δώσουν νόημα στη ζωή του και αν ήταν σωστό, που τοποθέτησε στο επίκεντρο της ύπαρξής του την προσωπική του ικανοποίηση. Προσπαθούσε να εναρμονίσει τα συναισθήματα αυτά της προσωπικής ευχαρίστησης με τις απόψεις του περί ηθικής, με τη θρησκευτική του πίστη, με όλα αυτά, που είχε διδαχτεί από την οικογένειά του.
Κάποια μέρα ο Χάρης άρχισε να σκέπτεται, να απομακρυνθεί και να φύγει μακριά. Να βρεθεί κάπου αλλού, σε άλλη χώρα, σε άλλη πόλη, με άλλους ανθρώπους, ώστε να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Μια διαφορετική ζωή, μια ζωή στην υπηρεσία των άλλων, μια ζωή με αλληλεγγύη. Χρειαζόταν χρόνο και χώρο για να τακτοποιήσει τις σκέψεις του.
Κάποιος του είχε πει, ότι ήταν ήσυχα πάνω στο βουνό, που δέσποζε πάνω από την πόλη του και πως η θέα από εκεί σε βοηθούσε, να βάλεις τις σκέψεις σου σε τάξη. Έβαλε λοιπόν κάτι λίγα πράγματα σ’ ένα σακίδιο και ανηφόρισε προς την κορυφή.
Όταν έφτασε στο ψηλότερο σημείο του βουνού, είχε ήδη σουρουπώσει και η πόλη του φαινόταν μαγευτική από ψηλά.
- Ένα ευρώ για να κοιτάξεις μέσα από το τηλεσκόπιο, άκουσε ο Χάρης μια φωνή, να απευθύνεται προς αυτόν. Ήταν η φωνή ενός γέρου, που εμφανίστηκε από το πουθενά, με ένα μικρό πτυσσόμενο τηλεσκόπιο στα χέρια.
Ο Χάρης ψάχνει στην τσέπη του, βρίσκει το κέρμα που ήθελε, το δίνει στον γέρο κι εκείνος ανοίγει το τηλεσκόπιο και το δίνει στον Χάρη. Ο Χάρης παίρνει το τηλεσκόπιο, κοιτάζει μέσα από αυτό κάτω την πόλη και καταφέρνει να εντοπίσει τη γειτονιά του, την πλατεία και απέναντι από την πλατεία, το σχολείο.
Ξαφνικά, κάτι του τραβάει την προσοχή. Μια χρυσή κουκκίδα λάμπει ζωηρά στην αυλή του παλιού κτιρίου.
Ο Χάρης σηκώνει τα μάτια του από τον φακό, τα ανοιγοκλείνει μερικές φορές και ξανακοιτάει. Η χρυσή κουκκίδα είναι ακόμη εκεί. Χωρίς να το αντιληφθεί λέει δυνατά την σκέψη του:
- Πολύ περίεργο!
Ο γέρος τον ρωτάει:
- Πού είναι το περίεργο;
- Να εκεί, η κουκκίδα που λάμπει στην αυλή του σχολείου, λέει ο Χάρης και δίνει το τηλεσκόπιο στον γέρο, για να το δει κι αυτός.
- Αυτά είναι ίχνη.
- Τι ίχνη;
- Θυμάσαι εκείνη την ημέρα, πρέπει να ήσουνα επτά χρόνων, που ο Δημήτρης, ο παιδικός σου φίλος, έκλαιγε απαρηγόρητος στην αυλή του σχολείου; Του είχε δώσει η μητέρα του λεφτά, για να πάρει ένα μολύβι. Είχε χάσει τα λεφτά κι έκλαιγε με λυγμούς. Θυμάσαι τι έκανες; Είχες ένα καινούργιο μολύβι, που πρώτη φορά το έφερνες στο σχολείο. Ακούμπησες στην πόρτα, έσπασες το μολύβι σε δύο ίσα μέρη, έξυσες το σπασμένο μισό κι έδωσες στον Δημήτρη το άλλο μισό από το καινούργιο σου μολύβι!
- Δεν το θυμάμαι, αλλά αυτό τι σχέση έχει με τη χρυσή κουκκίδα;
- Ο Δημήτρης δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη χειρονομία και η ανάμνηση αυτή είχε μεγάλη σημασία για τη ζωή του.
- Δηλαδή;
- Υπάρχουν πράξεις στη ζωή ενός ανθρώπου, που αφήνουν ίχνη στη ζωή των άλλων. Οι πράξεις που συμβάλλουν στην εξέλιξη των υπολοίπων, αφήνουν σημάδια σαν χρυσές κουκκίδες.
Ο Χάρης ξανακοιτάει μέσα από το τηλεσκόπιο και βλέπει κι άλλη κουκκίδα να λάμπει στο δρομάκι, που βγάζει από το κολέγιο.
- Αυτή είναι για την ημέρα που βγήκες να υπερασπιστείς τον Γιώργο, θυμάσαι; Γύρισες σπίτι με μαυρισμένο μάτι και μία τσέπη του παλτού σου σκισμένη!
Ο Χάρης κοιτάζει την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη.
- Αυτή εδώ στο κέντρο είναι επειδή μεσολάβησες για να βρει νέα δουλειά η κυρία Μαρία, που μόνη της μεγάλωνε τα ανήλικα παιδιά της, όταν την απέλυσαν από το εργοστάσιο και η άλλη, εκεί δεξιά, είναι το ίχνος του γεγονότος, που έδωσες τα χρήματα που έλειπαν, για την εγχείρηση του μικρού παιδιού του Γιάννη. Τα ίχνη πάλι εδώ αριστερά, είναι από τότε που διέκοψες την εκδρομή σου , γιατί πέθανε η μητέρα του αδελφικού σου φίλου, του Αλέξανδρου και ήθελες να είσαι δίπλα του, για να του συμπαρασταθείς στην βαριά του απώλεια!
Ο Χάρης σταματάει να βλέπει μέσα από το τηλεσκόπιο. Πλέον με τα μάτια του είναι σε θέση να δει χιλιάδες χρυσές κουκκίδες, διασκορπισμένες σε ολόκληρη την πόλη.
Μόλις έπεσε ο ήλιος, η πόλη φωτίστηκε ολόκληρη από τα χρυσά του ίχνη! Τότε ένιωσε ο Χάρης, ότι μπορούσε να γυρίσει ήσυχος στο σπίτι του. Θα ξεκινούσε τη ζωή του από την αρχή, αλλά αυτή τη φορά από ένα διαφορετικό σημείο.
Το συναίσθημα είναι αυτό, που προετοιμάζει το σώμα, για να ενεργήσει. Ωστόσο, το συναίσθημα είναι η μισή διαδικασία. Η άλλη μισή είναι η δράση. Αυτό λοιπόν που γίνεται αμέσως μετά, είναι ότι φορτιζόμαστε με ενέργεια, δύναμη και διάθεση. Η μετατροπή των συναισθημάτων αυτών σε δράση θα μας επιτρέψει να συνειδητοποιήσουμε πραγματικά την απουσία αυτού, που δεν υπάρχει πια. Και η συνειδητοποίηση του απόντος, η επαφή με την απουσία που φοβόμαστε, θα μας επιτρέψει στη συνέχεια να αποδεχτούμε τη νέα πραγματικότητα. Αυτή είναι μια συνειδητοποίηση καθοριστική, πριν από τη στροφή στον εαυτό μας, για να ξεκινήσουμε το ταξίδι της αυτογνωσίας μέσα μας!

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Η γυναίκα που κουφαίνεται


Ένας τύπος τηλεφωνεί στον οικογενειακό του γιατρό.
- Γιατρέ , ο Κώστας είμαι.
- Α, γεια σου, Κώστα. Τι νέα;
- Γιατρέ σου τηλεφωνώ επειδή ανησυχώ για την γυναίκα μου την Μαρία, που έχει αρχίσει να κουφαίνεται!»
- Εντάξει. Όμως, η κώφωση δεν είναι κάτι που συμβαίνει ξαφνικά, ούτε σε οξεία μορφή. Ελάτε τη Δευτέρα από το ιατρείο να την εξετάσω. Αλλά πως κατάλαβες Κώστα, ότι δεν ακούει;
- Μα, τη φωνάζω και δεν απαντάει.
- Κοίτα, μπορεί να είναι κάτι ασήμαντο, να έχει βουλώσει το αφτί της ή κάτι παρόμοιο. Άκουσε, θα διαπιστώσουμε αμέσως το βαθμό του προβλήματος της Μαρίας. Πού είσαι τώρα;
- Στην κρεβατοκάμαρα.
- Κι εκείνη πού βρίσκεται;
- Στην κουζίνα.
- Εντάξει. Φώναξε την από εκεί.
- Μαρίααααα…! Δεν μ’ ακούει.
- Καλά. Πήγαινε στην πόρτα του δωματίου και φώναξε από το διάδρομο.
- Μαρίαααααα! Τίποτα!
- Περίμενε, μην απελπίζεσαι. Πάρε το ασύρματο τηλέφωνο και προχώρα στο διάδρομο. Φώναζε συνέχεια μέχρι να σ’ ακούσει.
- Μαρίαααααααα…! Μαρίαααααααα…! Μαρίαααααααααααα-αα…! Δεν παίρνει χαμπάρι. Είμαι στην πόρτα της κουζίνας και τη βλέπω. Είναι γυρισμένη και πλένει τα πιάτα αλλά δεν μ’ ακούει. Μαρίαααααααααα…! Τίποτα!
- Πλησίασε κι άλλο.
Ο άντρας μπαίνει στην κουζίνα, πλησιάζει τη Μαρία, βάζει το χέρι του στον ώμο της και της φωνάζει στο αφτί:
- Μαρίααααααααααααα…!
Η σύζυγος του, θυμωμένη, γυρίζει και του λέει:
- Μα τι θέλεις; Τι θέλεις, τι θέλεις, τι θέλειιιιιιιιιιιιιιιις…; Με φώναξες δέκα φορές και δέκα φορές σε ρώτησα, τι θέλεις. Όσο πάει και κουφαίνεσαι, δεν ξέρω γιατί δεν πας επιτέλους στο γιατρό να κοιταχτείς!
Αυτό είναι η προβολή. Κάθε φορά που αντιλαμβανόμαστε κάτι, που μας ενοχλεί σε κάποιον άλλον, καλό θα ήταν να θυμόμαστε, ότι αυτό που μας ενοχλεί στον άλλον, ακριβώς αυτό είναι και δικό μας χαρακτηριστικό!

Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Τα χρόνια της ζωής του ανθρώπου


Ο μύθος λέει, πως όταν ο Δίας έφτιαξε τον κόσμο και τα ζώα, που θα τον κατοικούσαν, όριζε, στο καθένα από αυτά, πόσα χρόνια θα ζούσε. Κι επειδή όλα ήταν για πρώτη φορά φτιαγμένα από το Δία και τότε θ’ άρχιζαν να ζούνε, κανένα τους δεν περηφανεύτηκε, ούτε παραπονέθηκε.
Αφού έφτιαξε όλα τα ζώα, ο Δίας έφτιαξε και τον άνθρωπο. Σ’ αυτόν έδωσε και κάτι, που δεν είχε δώσει στα άλλα ζώα. Του έδωσε το λογικό. Στον άνθρωπο ο Δίας όρισε να ζει σαράντα χρόνια. Με την λογική του ο άνθρωπος θεώρησε, πως λίγα χρόνια του όρισε ο Δίας να ζει, αλλά δεν του παραπονέθηκε, φοβούμενος μήπως και του τα ελαττώσει ακόμη περισσότερο.
Όταν βγήκε στη ζωή ο άνθρωπος ήταν άνοιξη, όλα ήτανε όμορφα γύρω του, αλλά, τις νύχτες έκανε δροσιά και καθώς δεν είχε χοντρό δέρμα, όπως τα άλλα ζώα, για να προφυλάσσεται, σκέφτηκε να φτιάξει. Μάζεψε φύλλα τα έραψε και τα φόρεσε. Αλλά τα φύλλα μαραίνονταν και τρίβονταν. Τότε χρησιμοποίησε προβιές αγριμιών.
Έπειτα είδε πως τα πουλιά χτίζανε φωλιά και σκέφτηκε κι αυτός να φτιάξει μια φωλιά, αλλά να είναι σκεπασμένη από πάνω, κι όχι ξέσκεπη, όπως οι φωλιές των πουλιών. Με το λογικό, λοιπόν, που του είχε χαρίσει ο Δίας, έφτιαξε ένα σπίτι με σκεπή, με πόρτα για να μπαινοβγαίνει και με παράθυρα, που του χρησίμευαν για να βλέπει τι γίνεται έξω, χωρίς να αναγκάζεται, να βγαίνει από το σπίτι του.
Πέρασε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι με τις ζέστες του. Τα ζώα έτρεχαν να βρούνε κανένα δέντρο για να ξαπλώσουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο άνθρωπος, όμως, είχε το σπίτι του, κι έτσι είχε όσο ίσκιο ήθελε.
Ήρθε κι ο χειμώνας κι άρχισαν οι βροχές, τα κρύα, τα χιόνια. Τα ζώα έτρεμαν από το κρύο και στριμώχνονταν το ένα πλάι στο άλλο, για να ζεσταθούν. Ο άνθρωπος όμως κλεινότανε μέσα στο σπίτι του και δεν κρύωνε καθόλου.
Ένα βράδυ, που έκανε κρύο δυνατό, άκουσε ο άνθρωπος να χτυπούν την πόρτα του. Αμέσως ρώτησε:
– Ποιος είναι;
– Είμαι εγώ, το άλογο, ακούστηκε απ’ έξω μια φωνή. Πάρε με μαζί σου, άνθρωπε, γιατί κρυώνω κι εγώ θα σου δουλεύω, για να σε ξεπληρώσω.
– Μου χαρίζεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου, για να σε πάρω;
– Σου χαρίζω, υποσχέθηκε το άλογο.
Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το άλογο ζεστάθηκε κι άρχισε να του δουλεύει.
Το άλλο βράδυ, παρουσιάστηκε το βόδι.
– Πάρε με άνθρωπε, να ζεσταθώ, κι εγώ θα σου δουλεύω, τον παρακάλεσε.
– Σε παίρνω, αν μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου, είπε ο άνθρωπος.
– Μ’ όλη μου την καρδιά, απάντησε το βόδι.
Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το έστρωσε στη δουλειά.
Το τρίτο βράδυ, ήρθε κι ο σκύλος, τουρτουρίζοντας.
– Πάρε με, άνθρωπε, στο σπίτι σου κι εγώ θα σου δουλεύω, του είπε.
– Εσύ για δουλεία δεν κάνεις, αποκρίθηκε ο άνθρωπος. Θα σε πάρω όμως για να φυλάς το σπίτι μου, όταν θα λείπω, φτάνει να μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.
– Σου τα χαρίζω! Φώναξε ο σκύλος πρόθυμα.
Κι ο άνθρωπος τον πήρε στο σπίτι του και τον έβαλε να το φυλάει κι εκείνος το φύλαγε πιστά.
Κι έτσι ο άνθρωπος κέρδισε τριάντα χρόνια. Μόνο που, όταν τελείωσε τα σαράντα δικά του κι άρχισε να ζει τα δέκα του αλόγου, άρχισε να καμαρώνει σαν εκείνο. Στα δέκα του βοδιού, έγινε βαρύς και στενοκέφαλος κι ήθελε να γίνεται πάντα το δικό του. Και, στα τελευταία δέκα χρόνια, που είχε πάρει από το σκύλο, έγινε γκρινιάρης και θύμωνε με το παραμικρό!
Γι’ αυτό, από τότε, οι άνθρωποι μετά τα σαράντα χρόνια της ζωής τους εμφανίζουν ανάλογο χαρακτήρα, επειδή μέχρι τα πενήντα ζούνε τα χρόνια του αλόγου, μέχρι τα εξήντα τα χρόνια του βοδιού και μετά τα εξήντα τα χρόνια του σκύλου!

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

Να προσέχεις με ποιον συμμαχείς


Το άλογο ζούσε ελεύθερο στο δάσος.
Μια μέρα το πλησίασε ο άνθρωπος.
- Εσύ είσαι, του είπε, το πιο υπερήφανο, το πιο γρήγορο, το πιο όμορφο από όλα τα ζώα. Καλπάζεις, ο άνεμος παίρνει τη χαίτη σου και όλοι σε θαυμάζουν. Ο λύκος τρέμει τα δυνατά σου πόδια, η αλεπού ζηλεύει την εξυπνάδα σου, το γεράκι δεν μπορεί να σε προφτάσει. Είσαι το πιο ευγενικό και το πιο μεγαλοπρεπές ζώο!
Το άλογο χλιμίντριζε όλη αυτή την ώρα συγκαταβατικά. Ο άνθρωπος συνέχισε:
- Θα έπρεπε εσύ να είσαι ο άρχοντας του δάσους, όμως υπάρχει το ελάφι.
Το άλογο έστρεψε τη μουσούδα του απορημένο.
- Αυτό το ύπουλο κτήνος σε μισεί. Θέλει να σου κλέψει τη δόξα και το βασίλειο. Πάει στις λίμνες, στα ποτάμια και στις πηγές και τα βρωμίζει με τις ακαθαρσίες του. Ποδοπατεί το χορτάρι για να μη βρεις να φας.
Το άλογο ανήσυχο χτυπούσε την οπλή του στο έδαφος.
- Και έμαθα πως σχεδιάζει να φέρει στα κέρατα του το φίδι, όταν θα κοιμάσαι, για να σε εξοντώσει.
Το άλογο ανασηκώθηκε στα πίσω του πόδια.
- Μην ανησυχείς, ω περιούσιο τετράποδο, υπάρχει λύση. Θα με αφήσεις να σου φορέσω σέλα και χαλινάρια, να σε καβαλικέψω και μαζί θα πάμε να εξοντώσουμε το δόλιο ελάφι. Έτσι θα μείνεις ο μόνος και ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος.
Το άλογο δέχτηκε. Ο άνθρωπος το καβαλίκεψε, πήρε και το πιστό του τσιράκι, τον σκύλο και άρχισαν το κυνήγι.
Σύντομα βρήκαν το ελάφι, το καταδίωξαν και το σκότωσαν.
Πάνω από το κουφάρι του ελαφιού, το άλογο έδειξε τα δόντια του ευχαριστημένο. Ζήτησε από τον άνθρωπο να κατέβει.
Εκείνος γέλασε και του έδωσε μια καμτσικιά.
- Δεν κατάλαβες. Τώρα εγώ είμαι αυτός που δίνει τις εντολές. Προχώρα, λοιπόν.
Αν λοιπόν συμμαχήσουμε κάποια φορά με τον διάβολο, ας έχουμε υπ’ όψιν μας, πως μπορεί να μας καβαλικέψει και να γίνει ο αφέντης μας. Επιπλέον ας γνωρίζουμε, πως αν δεν σκύψουμε, κανείς δεν μπορεί να ανεβεί στην πλάτη μας!

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020

Ο παπαγάλος του Γιάννη


Κάποτε ζούσε ένας άνθρωπος, ο Γιάννης, που του άρεσε να ακούει τη διδασκαλία κάποιου σοφού, χωρίς όμως να φροντίζει να κάνει πράξη, τα όσα άκουγε.
Ο Γιάννης είχε έναν παπαγάλο, που έμαθε να μιλάει πολύ καλά και να συζητάει με τον Γιάννη. Ο παπαγάλος τον ρώτησε κάποια μέρα, για ποιον λόγο πηγαίνει να ακούσει τον σοφό και ο Γιάννης απάντησε πως τον παρακολουθεί, επειδή τον ενδιαφέρει να ακούει για τον Θεό και για την ελευθερία. Τότε ο παπαγάλος τον παρακάλεσε να ρωτήσει τον σοφό, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να απελευθερωθεί και να πετάξει ελεύθερος έξω από το κλουβί!
Ο Γιάννης λοιπόν έκανε την ερώτηση του παπαγάλου στον σοφό, ο οποίος αμέσως έπεσε κάτω στο έδαφος, χάνοντας τελείως τις αισθήσεις του. Όσοι ήταν μαζεμένοι τριγύρω κατηγόρησαν τον Γιάννη σαν υπαίτιο της λιποθυμίας του σοφού και του ζήτησαν να φύγει αμέσως. Επιστρέφοντας ο Γιάννης στο σπίτι, διηγήθηκε στον παπαγάλο όλη την ιστορία.
Το επόμενο πρωί ο Γιάννης βρήκε τον παπαγάλο ακίνητο μέσα στο κλουβί του. Υπέθεσε λοιπόν, πως ο παπαγάλος ήταν νεκρός και άνοιξε το κλουβί για να τον βγάλει έξω.
Μόλις έβγαλε τον παπαγάλο έξω, αυτός ζωντάνεψε και πέταξε ελεύθερος και προσγειώθηκε στο κλαδί ενός δέντρου, λέγοντας στον Γιάννη:
- Ακολούθησα τα λόγια του σοφού και τώρα είμαι ελεύθερος. Καλό θα ήταν, να εφαρμόζεις κι εσύ τις διδασκαλίες του!
Συμβαίνει να ακολουθούμε ένα μονοπάτι και όσες πληροφορίες μαζεύουμε από αυτό, απλώς να τις έχουμε υπόψη και να μην φροντίζουμε να τις εφαρμόζουμε, για να ελέγξουμε, αν ταιριάζουν με εμάς. Επιπλέον, ίσως να τις παπαγαλίζουμε και στο περιβάλλον μας, που αντιλαμβανόμενο την στάση μας αυτή, σκέφτεται την παροιμία, δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις. Ας έχουμε υπόψη μας, πως θεωρίες που μαθαίνουμε και δεν δοκιμάζουμε να τις εφαρμόσουμε στην δική μας ζωή, ουδεμία αξία έχουν, ούτε για εμάς, άλλα ούτε και για τους ανθρώπους του περιβάλλοντός μας!

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Η εμπειρία της σιωπής


Ο Δάσκαλος μάζεψε κάποια μέρα όλους τους μαθητές και είπε:
- Σήμερα, ξεκινώντας από αυτήν τη στιγμή, δεν πρόκειται να μιλήσουμε καθόλου για τρεις μέρες. Εάν, κατά λάθος, κάποιος πει ή ψιθυρίσει μια λέξη, θα δώσει περισσότερη προσοχή, ώστε να μην το ξανακάνει. Αφότου τελειώσουν οι τρεις μέρες, θα συζητήσουμε τις εμπειρίες μας!
Η πρώτη αντίδραση των μαθητών ήταν νευρικό γέλιο και αίσθημα αμηχανίας. Μετά από λίγο σοβαρέψανε και κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης μέρας, προσπάθησαν να παραμείνουν σε ομάδες, θεωρώντας πως έτσι, ευκολότερα μπορούν να ακολουθήσουν την προτροπή του Δασκάλου. Την επόμενη μέρα ωστόσο, οι μαθητές σιγά-σιγά άρχισαν να επικοινωνούν χωρίς λόγια και την τρίτη μέρα κατάφεραν να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο από τις εκφράσεις και τις χειρονομίες. Έτσι κατάφεραν όλοι τους να αντισταθούν στην τάση να μιλήσουν και δεν ενέδωσε κανείς.
Μετά το ηλιοβασίλεμα στην τρίτης μέρα, ο Δάσκαλος μάζεψε του μαθητές, τους συνεχάρη για την επιτυχία τους, να ακολουθήσουν την οδηγία του και ζήτησε από τον καθένα να περιγράψει την εμπειρία της σιωπής των τριών ημερών.
Ο πρώτος μαθητής, ο Γιάννης, που κλήθηκε από τον Δάσκαλο, να περιγράψει την εμπειρία του, έμεινε σιωπηλός για λίγο, αλλά δεν προξένησε καμία έκπληξη, επειδή μετά από τρεις μέρες η σιωπή φαινόταν μια φυσική κατάσταση στους μαθητές!
- Άρχισα να νιώθω ότι υπάρχω. Ποτέ ξανά δεν είχα βιώσει την αίσθηση της ύπαρξής μου. Συχνά ήταν παράξενο για μένα, όταν παρατηρούσα το σώμα μου και τις πράξεις του. Μου φαινόταν, ότι το σώμα μου ήταν ένα ξένο πράγμα, και ένιωσα ένα είδος φόβου.
Αμέσως μετά πήρε τον λόγο ο Ιωσήφ:
- A, ένιωσα γεμάτος ενέργεια. Ένιωσα νέες ενέργειες στα χέρια μου, στα πόδια μου, στα μάτια μου. Κοιμήθηκα περισσότερο και πιο βαθιά, και οσφραινόμουνα το πράσινο και τα λουλούδια πιο έντονα. Τα απολάμβανα πιο πολύ!
Συνέχισε ο Τσάρλι:
- Ένιωσα τα ίδια κι εγώ κι επίσης συνειδητοποίησα για πρώτη φορά, πόσο πολύ μιλάμε όλη τη μέρα και πόσες ανοησίες λέμε. Παρατήρησα ότι χωρίς να μιλάω, η λογική μου έγινε πιο διαυγής και η ησυχία όξυνε την ικανότητά μου, να βλέπω τα κίνητρα πίσω απ’ τις πράξεις μου και τις πράξεις των άλλων ανθρώπων επίσης.
Τον λόγο μετά πήρε ο Χάρης:
- Καθ’ όλη τη διάρκεια, είχα μια μάχη μέσα μου. Δεν μιλούσα φωναχτά στην πραγματικότητα, αλλά μέσα στο κεφάλι μου, νοητικά, είχα ένα μονόλογο. Πήρε μέχρι την τρίτη μέρα προτού να μπορέσω, να σταματήσω αυτή την εσωτερική ομιλία και να παρατηρήσω το περιβάλλον μου χωρίς αυτήν. Επίσης παρατήρησα ότι όλοι οι μαθητές, είχαμε ήρεμη διάθεση, με ελάχιστες συναισθηματικές αντιδράσεις.
- Ναι, επεσήμανε ο Δάσκαλός μας, η ομιλία συνδέεται στενά με τα συναισθήματα. Μερικές φορές δρα σαν τον αέρα πάνω στα πανιά, που σπρώχνει το πλοίο πέρα και πιο πέρα στη θάλασσα. Τώρα εσύ, αγαπητέ Λεωνίδα, ποια ήταν η εμπειρία σου;
- Α, είχε πλάκα για μένα να παρατηρώ, πως περνούσε ο καθένας την ώρα του και να αντιλαμβάνομαι, ότι καταλάβαινε ο ένας τον άλλον χωρίς λέξεις. Όλοι κοιτούσαν τη δουλειά τους και μου φαινόταν, ότι όλοι εκτελούσαν τα καθήκοντά τους.
- Εσύ Αγησίλαε, τι έχεις να μας πεις;
- Κατά τη διάρκεια των ημερών της σιωπής, η μνήμη μου έγινε πολύ καθαρή. Ανακάλεσα πολλά, πολλά γεγονότα που είχα ξεχάσει, ή που ποτέ δεν είχα συνειδητοποιήσει, πως βρισκόντουσαν στο νου μου, κάποια από αυτά ήταν ευχάριστες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας.
- Πολύ καλά, πολύ καλά. Τώρα ας ακούσουμε τελευταίο τον Μάρκο και θα κλείσουμε αυτή την ανασκόπηση, είπε ο Δάσκαλος.
- Παρατήρησα, ιδιαίτερα, ότι οι εκφράσεις του προσώπου μας, οι χειρονομίες και οι κινήσεις του σώματος ήταν γεμάτες νόημα. Δεν το είχα αντιληφθεί αυτό πρωτύτερα!
- Ενδιαφέρουσα η αντίληψή σου Μάρκο, είπε ο Δάσκαλος. Όλα όσα παρατηρήσατε όλοι σας, ήταν σημαντικά και σας συνιστώ, να κάνετε αυτή την άσκηση κάθε χρόνο μέχρι το τέλος της ζωής σας. Κάθε φορά θα ανακαλύπτετε όλο και περισσότερα πράγματα. Ξεκινήστε με μια μέρα το χρόνο, κατόπιν αυξήστε σε δύο μέρες το χρόνο και σταδιακά να προσθέτετε μια μέρα, μέχρι να αφιερώνετε μια μέρα σιωπής σε κάθε μήνα. Οι περίοδοι σιωπής θα σας βοηθήσουν να έχετε μια μακρύτερη και υγιέστερη ζωή. Θα κρατήσουν γεμάτα τα αποθέματα των φυσικών, συναισθηματικών και νοητικών σας ενεργειών. Θα δημιουργήσουν ένα πεδίο ενεργείας γύρω σας. Η φωνή σας θα γίνει πιο αποτελεσματική και διεισδυτική. Θα καταλαβαίνετε τους ανθρώπους καλύτερα. Η ευαισθησία σας στις ανθρώπινες ανάγκες θα αυξηθεί τρομερά, θα γίνετε ικανοί να προσφέρετε και αυτόματα οι άνθρωποι θα σας εμπιστεύονται. Τώρα, με σιωπή, μπορείτε να πάτε για ύπνο!