Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

Οι υποτακτικοί του ασκητή


Ήταν ένας ασκητής κι είχε δύο υποτακτικούς. Προσπαθούσε πολύ να τους ωφελήσει και να τους κάνει καλούς. Είχε, όμως, την ανησυχία, αν όντως προχωρούν στην πνευματική ζωή, αν προοδεύουν κι αν είναι έτοιμοι για τη Βασιλεία του Θεού. Περίμενε ένα σημάδι γι’ αυτό απ’ τον Θεό, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση.
Κάποια ημέρα θα γινόταν αγρυπνία στην εκκλησία μιας άλλης σκήτης, που απείχε πολλές ώρες απ’ τη δική τους. Έπρεπε να γίνει πορεία μες στην έρημο. Έστειλε τους υποτακτικούς του απ’ το πρωί, ώστε να φθάσουν νωρίς, για να τακτοποιήσουν την εκκλησία, κι ο Γέροντας θα πήγαινε τ’ απόγευμα.
Οι υποτακτικοί είχαν προχωρήσει αρκετά, όταν ξαφνικά άκουσαν βογγητά. Ήταν ένας άνθρωπος βαριά τραυματισμένος και ζητούσε βοήθεια:
- Πάρτε με, σας παρακαλώ, τους έλεγε, γιατί εδώ είναι ερημιά, κανείς δεν περνάει, ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει; Εσείς είστε δύο. Σηκώστε με και οδηγήστε με στο πρώτο χωριό.
- Δεν μπορούμε! του είπαν. Βιαζόμαστε να πάμε για την αγρυπνία. .
- Πάρτε με, σας παρακαλώ! Αν μ’ αφήσετε, θα πεθάνω, θα με φάνε τα θηρία.
- Δεν μπορούμε! Πρέπει να πάμε στο καθήκον μας.
Κι έφυγαν.
Τ’ απόγευμα ξεκίνησε ο Γέροντας για την αγρυπνία. Πέρασε απ’ τον ίδιο δρόμο. Έφθασε και στο μέρος, που ήταν ο τραυματισμένος. Τον βλέπει, τον πλησιάζει και του λέει:
- Τι έπαθες, άνθρωπε του Θεού; Τι έχεις; Από πότε είσαι εδώ; Δεν σε είδε κανείς;
- Πέρασαν το πρωί δύο μοναχοί και τους παρακάλεσα να με βοηθήσουν, αλλά βιαζόντουσαν να πάνε στην αγρυπνία.
- Θα σε πάρω εγώ. Μην ανησυχείς!
- Δεν μπορείς εσύ, είσαι γέροντας, δεν μπορείς να με σηκώσεις, αδύνατον!
- Όχι, θα σε πάρω! Δεν μπορώ να σ’ αφήσω! Θα σκύψω, και συ στηρίξου πάνω μου και λίγο-λίγο θα σε πάω στο κοντινό χωριό. Λίγο σήμερα, λίγο αύριο θα φθάσω.
Και τον πήρε με μεγάλη δυσκολία κι άρχισε να βαδίζει με το βάρος εκείνο μες στην άμμο πάρα πολύ δύσκολα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και σκεπτόταν: «Έστω και σε τρεις ημέρες θα φθάσω».
Καθώς όμως προχωρούσε, άρχισε να νιώθει το φορτίο του πιο ελαφρό, πιο ελαφρό και σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε, σαν να μην κρατάει τίποτα. Τότε γυρίζει πίσω να δει τι συμβαίνει και βλέπει με έκπληξη πάνω του έναν άγγελο.
Ο άγγελος του λέει:
- Μ’ έστειλε ο Θεός να σε πληροφορήσω, ότι οι δύο υποτακτικοί σου δεν είναι άξιοι της Βασιλείας του Θεού, γιατί δεν έχουν αγάπη!

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Ο ζητιάνος κι ο θεολόγος


Κάποιος θεολόγος ακατάπαυστα παρακαλούσε το Θεό, να του φανερώσει κάποιον άνθρωπο, που θα μπορούσε να του δείξει τον πιο σίγουρο δρόμο για τη Βασιλεία των Ουρανών.
Κάποια μέρα, στο αποκορύφωμα της προσευχής άκουσε μια φωνή:
– Πήγαινε και έξω από την Εκκλησία θα βρεις τον άνθρωπο που ζητάς.
Πηγαίνει λοιπόν ο θεολόγος βιαστικά στην Εκκλησία, όπου βρίσκει ένα γέρο ζητιάνο με κουρελιασμένα ρούχα και πληγωμένα γόνατα:
– Καλό και ευτυχισμένο πρωινό, γέροντα.
– Ποτέ δεν είχα κακό και δυστυχισμένο πρωινό.
Αμήχανα ο θεολόγος προσπαθεί να συνεχίσει:
– Εύχομαι ο Θεός να σου δίνει κάθε αγαθό!
– Πάντοτε ο Θεός μου δίνει, ότι αγαθό χρειάζομαι.
Φανερά παραξενεμένος τώρα ο θεολόγος λέει στον γέρο ζητιάνο:
– Τι συμβαίνει με σένα, γέροντα; Εγώ σου δίνω ευχές κι εσύ φαίνεται πως κακοκαρδίζεσαι!
– Σε ευχαριστώ για τις ευχές σου, αλλά δεν αισθάνομαι πως είμαι δυστυχής, παρά το γεγονός ότι φαίνεται, πως δεν μου περισσεύουν τα υλικά αγαθά . Ζω σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Για ότι θέλησε ο Θεός να μου δώσει, ποτέ δεν δυσανασχέτησα και επιλέγω να είμαι ευγνώμων και ευχαριστημένος!
– Από που ήλθες εσύ, γέροντα, εδώ;
– Από τον Θεό.
– Και που Τον συνάντησες;
– Εκεί που Τον άφησα, στην αγαθή θέληση.
– Ποιος είσαι, γέροντα και που ανήκεις;
– Όποιος κι αν είμαι, είμαι ικανοποιημένος με την κατάστασή μου, γιατί βασιλιάς είναι αυτός, που κυβερνά και διευθύνει τον εαυτό του, προσπαθώντας να ακολουθήσει, όχι το δικό του θέλημα, αλλά το θέλημα του Θεού!
Ο θεολόγος αποδέχθηκε τελικά, πως ο δρόμος του ζητιάνου ήταν ο μόνος σίγουρος για τον Ουρανό, δηλαδή η τελεία παράδοση στο θέλημα τού Θεού!
Η ησυχία της σιωπής


Σ΄ένα μοναχικό ερημίτη έφτασαν μια μέρα κάποιοι επισκέπτες.
Τον ρώτησαν:
- Τι νόημα έχει η ζωή σου στην ησυχία;
Ο μοναχός εκείνη τη στιγμή μόλις έβγαζε νερό από ένα βαθύ πηγάδι.
Είπε:
-Κοιτάξτε στο πηγάδι, τι βλέπετε;
Εκείνοι κοίταξαν:
- Τίποτα.
Μετά από λίγο ο μοναχός τούς είπε ξανά:
- Κοιτάξτε στο πηγάδι, συνεχίζετε να μη βλέπετε τίποτα;
Εκείνοι κοίταξαν πάλι κάτω.
- Όχι, τώρα βλέπουμε τα πρόσωπά μας!
Και ο μοναχός απάντησε:
- Βλέπετε πριν, όταν έβγαλα νερό, το νερό ήταν ταραγμένο. Τώρα είναι ήρεμο. Αυτή είναι η εμπειρία της ησυχίας. Βλέπεις τον εαυτό σου!

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Γιατί φωνάζουμε ο ένας στον άλλον


Μια μέρα, ένας σοφός ρώτησε τους μαθητές του:
- Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;
- Επειδή χάνουν την ψυχραιμία τους, απάντησε κάποιος.
- Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν, αφού ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους, επέμεινε ο σοφός.
- Γιατί θέλουν, να τους ακούσει, είπε ένας άλλος μαθητής.
- Και γιατί δεν μπορεί, να του μιλήσει με χαμηλή φωνή, ρώτησε πάλι ο δάσκαλος.
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά καμιά δεν τον ικανοποίησε.
- Ξέρετε γιατί ουρλιάζουν δυο άνθρωποι, όταν είναι θυμωμένοι, τους είπε τότε. Επειδή όταν θυμώνουν, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ. Έτσι, για να μπορέσει ο ένας ν’ ακούσει τον άλλο, πρέπει να φωνάξει δυνατά, ώστε να καλύψει την απόσταση. Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά πρέπει να φωνάξουν, για ν” ακουστούν.
Το αντίθετο γίνεται, για παράδειγμα, όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι. Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνίσουν. Μιλούν σιγανά και τρυφερά, επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές μάλιστα είναι τόσο κοντά, που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν. Ψιθυρίζουν μονάχα. Κι όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή, δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχτούν. Έτσι συμβαίνει πάντα κι όταν δυο άνθρωποι που αγαπιούνται, πλησιάζει ο ένας τον άλλον.
Όταν συζητάτε, λοιπόν, μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μη λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα έρθει μια μέρα, που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη, ώστε τα λόγια σας δεν θα βρίσκουν πια το δρόμο του γυρισμού!

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Οι δυο μοναχοί


Σε ένα ησυχαστήριο δυο μοναχοί ζούσαν για χρόνια απλά κι αγαπημένα.
Ένα απόγευμα μετά τον Εσπερινό, καθισμένοι στην σκιά του μεγάλου δέντρου της αυλής τους, πρόσεξαν ένα πουλί, που καθότανε στα κλαδιά.
– Τι ωραίο χελιδόνι, είπε ο ένας.
– Μα είναι κόρακας, δεν το βλέπεις, απάντησε ο άλλος.
– Εσύ δεν βλέπεις καλά. Επαναλαμβάνω πως είναι χελιδόνι.
– Μα στραβός είσαι αδελφέ μου και δεν βλέπεις, πως είναι κόρακας;
Χελιδόνι ο ένας, κόρακας ο άλλος σε λίγο ανάψανε τα αίματα και βρέθηκαν σε σφοδρή αντιπαλότητα. Ανταλλάξανε λόγια σκληρά και προσβλητικά, λίγο έλειψε να έρθουν στα χέρια και να χειροδικήσει ο ένας στον άλλο, αλλά ευτυχώς δεν φθάσανε μέχρι εκεί.
Μετά από το γεγονός αυτό οι δρόμοι τους χωρίσανε και η τόσων χρόνων αγαπημένη συμβίωσή τους έληξε με τον χειρότερο τρόπο.
Μετά από καιρό ο ένας από τους δυο μοναχούς δεν άντεξε και εξομολογήθηκε στον πνευματικό του, το περιστατικό που συνέβη, ζήτησε την βοήθειά του και τον παρακάλεσε να του εξηγήσει, πως βρέθηκε σε τόσο σφοδρή αντιπαλότητα με τον μέχρι εκείνη τη στιγμή αγαπημένο συγκάτοικο κι αδελφό του.
Πήρε την εξήγηση:
– Ο διάβολος, που δεν θέλει την ενότητα και την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων, έκανε ώστε ενώ κοιτούσατε και οι δύο το ίδιο πουλί, ο ένας να το βλέπει σαν χελιδόνι κι ο άλλος σαν κόρακα. Οι δυο σας πέσατε στην παγίδα, που σας έστησε ο πονηρός και ο εγωισμός του καθενός σας , παράβλεψε το δέσιμο και την αγάπη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή σας ένωνε και αφήσατε τη διχόνοια να μπει ανάμεσά σας , για ένα ζήτημα ευτελούς σημασίας. Ακόμη και σήμερα ο εγωισμός σας δεν επιτρέπει να βρεθείτε και να ζητήσει συγχώρεση και να συγχωρεθεί ο ένας από τον άλλον!
Δεν είναι λίγες οι φορές που παθαίνουμε το ίδιο. Ωστόσο, αν και μπορούμε να προφασιστούμε χιλιάδες λόγους για να δικαιολογήσουμε τις ενδεχόμενες αστοχίες μας, το να εμμένουμε σ’ αυτές , παρά το γεγονός πως αντιλαμβανόμαστε το λάθος μας και να μην ζητάμε συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών είναι ασυγχώρητη επιλογή. Μόνο με την συγγνώμη και τη συγχώρεση γίνεται η αποτίναξη των δεσμών του εγωισμού και της περηφάνιας μας και μας δίνετε η δυνατότητα της ελευθερίας.
Τι να κάνεις, αλήθεια, το δίκαιό σου, όταν χαλάσεις τη σχέση σου με το συνάνθρωπό σου; Ποιο «δίκαιο» μπορεί να σου δώσει χαρά και ζωή; Γιατί άλλο να αισθανθείς ικανοποίηση με τη «νίκη σου κατά του αντιπάλου» και άλλο να γεμίσει η καρδιά σου με ευρυχωρία και ανάπαυση. Δεν είναι πιο λογικό να θέλεις τα ανώτερα βιώματα; Δεν είναι καλύτερα να αδικηθείς και να νιώσεις ενότητα, παρά να δικαιωθείς και να απομονωθείς;
Το «συγγνώμη» και το «συγχώρα με», που ο Χριστός μάς καλεί να ζητάμε, μας οδηγεί στο δικό Του κόσμο, όπου η ειρήνη της καρδίας και η γλυκύτητα της παρουσίας Του κάνουν πραγματικότητα την «εντός ημών Βασιλεία» Του. Να γιατί είπε, ότι «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί». Αυτή η Βασιλεία γίνεται δωρεά, σ’ όσους μπορούν να συγχωρούν, όπως Εκείνος, να αγαπούν όπως Εκείνος, να πορεύονται δηλαδή όπως Εκείνος!
Μια δασκάλα διηγείται


Σήμερα στο σχολείο έπρεπε να καλύψω το κενό ενός συναδέλφου, που έλειπε. Μπήκα λοιπόν στην τάξη και πρότεινα στα παιδιά, να παίξουμε ένα παιχνίδι.
Τους ζήτησα να φανταστούν, πως είμαστε κάτοικοι της Σμύρνης και μαθαίνουμε, πως θα πρέπει να φύγουμε από τα σπίτια μας και δεν θα γυρίσουμε ποτέ σ' αυτά. Σκεφτείτε, λοιπόν, είπα στα παιδιά, πως έχετε το δικαίωμα να πάρετε μόνο ένα μόνο αντικείμενο από το σπίτι σας και γράψτε το με το όνομά σας σε ένα χαρτί.
Γεμίσαμε λοιπόν ένα κουτί με 22 χαρτάκια. Στη συνέχεια τους είπα, ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι έλεγαν, πως είμαστε, ότι είναι και οι επιθυμίες μας, ακόμη κι ο ίδιος ο Χριστός είπε, πως όπου είναι το μυαλό μας, εκεί είναι και ο θησαυρός μας. Άρα ότι γράψατε στο χαρτί, αυτό είστε.
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους αιφνιδιασμένα.
Χώρισα, λοιπόν, τρεις ομάδες και τις έγραψα στον πινάκα. Στην πρώτη έγραψα ''υλικά αντικείμενα''.
- Αν έχετε γράψει αντικείμενα, για να πάρετε μαζί σας από το σπίτι, στο οποίο δεν θα γυρίσετε ποτέ, σκεφτείτε, τους είπα, πως όταν πεθαίνουμε, δε μας χρησιμεύουν σε τίποτα.
Στη δεύτερη ομάδα ζωγράφισα την γαλανόλευκη σημαία μας και τους εξήγησα, πως αυτοί που σκέφτηκαν να πάρουν ένα αντικείμενο, που να συμβολίζει την Ελλάδα μας, έχουν γνήσια ελληνική ψυχή.
Στην τρίτη και τελευταία ομάδα χάραξα ένα σταυρό και τους εξήγησα, πως αυτοί που σκέφτηκαν να πάρουν κάποια Αγιογραφία , έδειξαν πως είναι από επιλογή Χριστιανοί.
Τα παιδιά ανήσυχα μου ζήτησαν, να ξαναπάρουν πίσω τα χαρτάκια για να συμπληρώσουν κάτι. Φάνηκε, πως άρχισαν να αντιλαμβάνονται, πως η πρώτη τους επιλογή , ίσως δεν ήταν πραγματικά αυτή που ήθελαν!
Αφού αρνήθηκα με γλυκό τρόπο να δώσω πίσω τα χαρτάκια, τους υπενθύμισα, πως ο οδοντίατρος όταν φροντίζει να έχουμε γερά δόντια, μπορεί να μας πονέσει στην διάρκεια που το κάνει. Όμοια και η δασκάλα τους μπορεί να τους πονέσει με αυτό το παιχνίδι, μα ο δρόμος που θα μας οδηγήσει στο να βρούμε, ποιοι είμαστε και να διορθωθούμε οπού χρειάζεται, είναι δύσκολος.
Τα μικρά μου αγγελούδια το δέχτηκαν και συνέχισαν. Διάβαζα μεγαλόφωνα τι έγραψε κάθε παιδί ονομαστικά και ένα-ένα σηκωνόταν και μόνο του και έγραφε στον πινάκα σε ποια ομάδα άνηκε!
Στο τέλος, λοιπόν, διαπιστώσαμε, ότι από τους 22 μόνο 7 έγραψαν, ότι θα έπαιρναν ένα αντικείμενο ελληνικό η χριστιανικό. Και η μικρή Έλλη σήκωσε το χέρι της και μου είπε:
- Καλά λέει ο μπαμπάς μου κύρια, ότι οι άνθρωποι γίναμε καταναλωτές και απομακρυνθήκαμε από Αρχές κι Αξίες!
Χαμογέλασα απλά και κυρίως ανακουφίστηκα, που τα παιδιά φάνηκε πως κατάλαβαν το νόημα, που είχε το παιγνίδι που παίξανε.
Μου ζήτησαν να το ξαναπαίξουμε αυτό το παιχνίδι και αφού τα κοίταξα τρυφερά τους είπα:
- Αυτή ήταν μία πρόβα. Αν πότε βρεθείτε στην ανάγκη να διαλέξετε πραγματικά, κάτι που θέλετε να σώσετε και να το έχετε μαζί σας, είναι σίγουρο, πως η επιλογή σας δεν θα σας κάνει να το μετανιώσετε!

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Η αγάπη της μάνας


Ένα κορίτσι ρώτησε κάποια κυρία, αν της αρέσει το φόρεμα που φοράει.
- Είναι πολύ όμορφο, απάντησε εκείνη.
- Η μαμά μου, μου το έφτιαξε, είπε το κoριτσάκι με μάτια γεμάτα δάκρυα.
- Μπράβο! Είναι όντως πολύ όμορφο. Αλλά θα μου πεις γιατί κλαις;
- Μόλις το έφτιαξε η μαμά μου, έφυγε. Πήγε πολύ μακριά.
- Καλά τώρα, μη στεναχωριέσαι. Κάνε υπομονή. Είμαι σίγουρη ότι σε λίγες μέρες θα είστε και πάλι μαζί!
- Όχι, δεν καταλάβατε, Ο μπαμπάς μου είπε, ότι δεν θα ξανάρθει. Είναι στον ουρανό με τον παππού!
Η γυναίκα κατάλαβε.
Γονάτισε, πήρε απαλά το κoριτσάκι στην αγκαλιά της και μίλησαν για λίγο για τη μαμά, που έφυγε για πάντα.
Τότε ξαφνικά το μικρό κoρίτσι έκανε κάτι πολύ περίεργο.
Σταμάτησε ξαφνικά να κλαίει, σηκώθηκε, περπάτησε μερικά βήματα και άρχισε να τραγουδάει. Τραγουδούσε τόσο σιγά, σαν να ψιθύριζε. Ήταν ο πιο γλυκός, ο πιο όμορφος ήχος, που είχε ακούσει ποτέ η γυναίκα. Σαν το κελάηδισμα ενός πουλιού!
Όταν σταμάτησε το τραγούδι του, εξήγησε στη γυναίκα:
- Η μαμά μου συνήθιζε, να μου το τραγουδάει αυτό το τραγούδι, πριν φύγει μακριά. Με έβαλε να της υποσχεθώ, να το τραγουδάω και εγώ κάθε φορά, που θα μου λείπει και θα κλαίω. Μου είπε ότι όταν το κάνω, θα σταματάω να κλαίω.
Κοίταξε με αυτά τα πελώρια μάτια του τη γυναίκα, χαμογέλασε, σήκωσε τα χέρια της ψηλά και της είπε:
- Είδατε; Το τραγούδησα και τώρα τα μάτια μου είναι στεγνά. Δεν έχουν δάκρυα!
Καθώς η γυναίκα σηκώθηκε για να φύγει, το μικρό κoρίτσι της άρπαξε το μανίκι.
- Κυρία, μπορείτε να μείνετε μόνο για ένα λεπτό; Θέλω να σας δείξω κάτι.
- Φυσικά, τι θέλεις να μου δείξεις;
Το κoριτσάκι έσκυψε και της έδειξε ένα σημείο στο φόρεμα της.
- Εδώ ακριβώς φίλησε η μαμά το φόρεμά μου. Και εδώ, και εδώ, και συνέχισε να της δείχνει σημεία στο φόρεμα του.
- Η μαμά είπε, ότι έβαλε όλα αυτά τα φιλιά στο φόρεμά μου, ώστε να μπορώ να τα έχω κάθε φορά, που θα μου λείπει και θα κλαίω!.
Η περαστική γυναίκα τότε συνειδητοποίησε, ότι δεν κοίταζε απλά ένα φόρεμα. Κοίταζε μια μητέρα, που γνώριζε, ότι θα φύγει από τη ζωή και ότι δεν θα μπορεί πια, να αγκαλιάζει και να φιλάει την κορούλα της. Έτσι, πήρε όλη την αγάπη, που είχε για το όμορφο κoριτσάκι της και την χώρεσε σε ένα φόρεμα.
Συνειδητοποίησε, ότι δεν έβλεπε πια ένα παιδί, που ένιωθε υπερηφάνεια για το φόρεμα, που του έφτιαξε η μαμά του. Είχε μπροστά της ένα παιδί, τυλιγμένο με την αγάπη της μητέρας του.
Η αγάπη της μάνας είναι όμορφη!