Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

Ξαφνικά τα σπίτια έγιναν φυλακές


Ξαφνικά οι δρόμοι νέκρωσαν, οι πόλεις σιώπησαν, τα σπίτια έγιναν φυλακές.
Ξαφνικά όλα αυτά που θεωρούσαμε πως είναι σπουδαία, πως μας δίνουν αξία, κύρος, λόγο ύπαρξης, έγιναν μικρά, έγιναν ασήμαντα.
Ξαφνικά η υγεία μας, που θεωρούσαμε δεδομένη εφόσον δεν είχαμε κανένα πρόβλημα, μας ανησυχεί, έγινε το πολυτιμότερο κομμάτι της ύπαρξής μας.
Ξαφνικά οι άνθρωποι που αγαπάμε, οικογένεια, συγγενείς, φίλοι, εραστές μας τρόμαξαν, πολύ περισσότερο ο έρωτας.
Ξαφνικά η ελευθερία χάθηκε και μαζί της πολύτιμος χρόνος, βιαζόμαστε.
Ξαφνικά οι μάσκες που φορούσαμε στην προσπάθειά μας να είμαστε κάποιοι άλλοι, αντικαταστάθηκαν με άλλες, τόσο ταπεινές μα τόσο σημαντικές.

Κοιτάζω τα ντουλάπια μου γεμάτα από πράγματα που θεωρώ πολύτιμα. Κοιτάζω τα αμέτρητα παπούτσια, τσάντες, αξεσουάρ, καλλυντικά, αρώματα, είδη περιποίησης, είναι τόσα πολλά. Όμως το βλέμμα μου σταματά σ’ένα μπουκάλι φθηνό οινόπνευμα, σ’ ένα αντισηπτικό χεριών, είναι τα πιο πολύτιμα.
Τι θα φορέσω σήμερα; Σκέφτομαι καθώς εξετάζω αναποφάσιστη την παραφουσκωμένη ντουλάπα μου που αναστενάζει. Τι σημασία έχει τι θα φορέσω, αφού κανείς δεν βρίσκεται στους δρόμους να με θαυμάσει;
Τι κραγιόν να επιλέξω; Τα κοιτάζω στην σειρά, είναι τόσα πολλά, διαφορετικά με όμορφα χρώματα. Όμως το βλέμμα μου καρφώνεται σε μια χειρουργική μάσκα των 0.50 λεπτών και αντιλαμβάνομαι πως καμία σημασία δεν έχει τι κραγιόν θα φορέσω, η μάσκα θα κρύψει τα πάντα, είναι πιο πολύτιμη.
Αλήθεια τι φωτογραφία θα αναρτήσω σήμερα στα social media; Να παριστάνω την χαρούμενη, την επιτυχημένη, την σπουδαία, την όμορφη, την ευτυχισμένη, την πολυταξιδεμένη, την πλούσια, την διάσημη ή να επιδείξω πόσο ωραίο σπίτι έχω, πόσους φίλους, ότι διασκεδάζω στα πιο ωραία μέρη, ότι είμαι η εκλεκτή; Ποια απο όλες να αναρτήσω;
Η μάσκα είναι πολυτιμότερη.
Η μάσκα τα υποβαθμίζει όλα.
Είμαι φυλακισμένη, δεν μπορώ να βγω έξω, να με δουν, να με θαυμάσουν, ίσως και να ζηλέψουν; Αυτός δεν είναι ο σκοπός; Τώρα όμως είναι άχρηστα, δεν έχουν καμία αξία, δεν μου χρειάζονται, βολεύομαι με μια απλή φόρμα, αρκεί να είναι καθαρή, με την πιζάμα μου, βολεύομαι με το αντισηπτικό μου, βολεύομαι με το θερμόμετρό μου, είμαι ευτυχισμένη που δείχνει μόνιμα 36,5, που δεν βήχω, που δεν αισθάνομαι κατάπτωση, που είμαι καλά. Δεν υπάρχει πια κανένας λόγος να τραβήξω φωτογραφίες και να τις αναρτήσω, κανείς δεν ενδιαφέρεται πως δείχνω, τι φοράω, πόσο καλά περνάω. Το πολύ να αναρτήσω μια φωτογραφία με μάσκα που θα κρύβει το μισό μου πρόσωπο περνώντας το μήνυμα «Να, εγω προσέχω, το ίδιο να κάνετε κι εσείς» κι όχι «Να, δείτε πόσο λαμπερή, όμορφη και ευτυχισμένη είμαι»

Μήπως η πανδημία ήρθε για να υπενθυμίσει τις αξίες της ζωής, να δώσει μαθήματα;
Μήπως ήρθε να μας δείξει πόσο λάθος κάνουμε να πιστεύουμε πως η υπερκατανάλωση της ύλης είναι ευτυχία, πως η κοινωνική μας θέση στα πιο ψηλά σκαλοπάτια είναι το ζητούμενο, πως η διασημότητα είναι δείγμα επιτυχίας, πως ο πλούτος είναι σκοπός, πως επειδή έχεις πολλούς followers στο instagram είσαι ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος;
Ξαφνικά δισεκατομμυριούχοι και φτωχοί έχουν κάτι κοινό. Μοιράζονται τον ίδιο φόβο, την ίδια έλλειψη ελευθερίας, την ίδια ανασφάλεια.
Ξαφνικά δεν έχει σημασία που μένεις, σε έπαυλη, θαλαμηγό, διαμέρισμα, παράγκα, κινδυνεύεις το ίδιο, είσαι φυλακισμένος.
Ξαφνικά δεν έχει σημασία αν είσαι βασιλιάς ή υπήκοος, αν είσαι πρωθυπουργός ή απλός πολίτης, πολιτικός, διάσημος ηθοποιός, μοντέλο, επιχειρηματίας, υπάλληλος, ζητιάνος, μορφωμένος, αμόρφωτος. Κινδυνεύεις το ίδιο. Είσαι φυλακισμένος.
Ξαφνικά αναθεωρείς. Όλα όσα πίστευες πως είναι σημαντικά, τελικά δεν είναι. Σημαντικό είναι ένα μπουκαλάκι οινόπνευμα μια χειρουργική μάσκα. Σημαντικά είναι να έχεις ανθρώπους να σε νοιάζονται. Σημαντικό είναι να μπορείς να βγαίνεις από το σπίτι σου, να μπορείς να χαιρετάς ανθρώπους, πολύ περισσότερο να αγκαλιάζεις, σημαντικό είναι να απολαμβάνεις τον έρωτα, την αγάπη. Σημαντικό δεν είναι τι φοράς, που και τι τρως, ποιος είσαι, σημαντικό είναι ότι υπάρχεις, είσαι υγιής, είσαι ελεύθερος.
Μήπως ο ιός ήρθε να διδάξει; Μήπως ήρθε να μας θυμίσει τι πραγματικά είναι πολυτιμότερο; Μήπως ήρθε να μας πει πως είμαστε περαστικοί, πως δεν θα ζήσουμε αιώνια, πως δεν ήμαστε εμείς το Σύμπαν;
Μήπως ήρθε να μας πει πως προσκυνούμε ανθρώπους που πέρα από την επίδειξη -τύπου Καρντάσιαν- δεν προσφέρουν τίποτε ουσιαστικό όπως όλοι αυτοί οι γιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό που είναι οι πραγματικοί ήρωες και που αξίζει να υποκλινόμαστε;
Μήπως είναι καιρός να εστιάσουμε στις πραγματικές αξίες ζωής, στους αξιόλογους ανθρώπους, τους σοφούς, τους στοχαστές, τους πνευματικούς και όχι σε εκείνους που παριστάνουν τους σπουδαίους επειδή έχουν πολλούς followers ή επειδή βγαίνουν στην τηλεόραση;
Μήπως η υπερβολική αίσθηση σπουδαιότητας για τον εαυτό μας, καλλιεργεί φαντασιώσεις απεριόριστης επιτυχίας, δύναμης, εξυπνάδας, ομορφιάς ή ιδανικής αγάπης, που απαιτούν υπερβολικό θαυμασμό και ιδιαίτερη μεταχείριση;
Μήπως ο υπερκαταναλωτισμός και υπεραυτοθαυμασμός προκαλούν Ναρκισσιστική Διαταραχή που είναι μορφή Ψυχοπάθειας;
Μήπως είμαστε εν δυνάμει ψυχοπαθείς;
Μήπως ο ιός εκτός από «δολοφόνος» είναι τελικά και «διδάσκαλος;»
Μήπως ήρθε για να μας κάνει να αναθεωρήσουμε;
Μήπως τίποτε δεν είναι τυχαίο τελικά;
Ξαφνικά, δεν είμαστε οι βασιλιάδες που πιστεύαμε..
Τα μήλα


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς, που ήταν και πολύ αγαπητός. Κάθε πρωί πήγαινε στην αίθουσα των ακροάσεων του παλατιού του και άκουγε με προσοχή , συγκατάβαση και ενδιαφέρον τα προβλήματα των υπηκόων του και προσπαθούσε να τους συμπαρασταθεί και να τους βοηθήσει να τα αντιμετωπίσουνε. Οι περισσότεροι από αυτούς τού προσέφεραν και ένα δώρο, ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του. Πίσω από τον θρόνο του βασιλιά στεκόταν όρθιος ο θησαυροφύλακας, στον οποίο παρέδιδε ο βασιλιάς το δώρο που του προσφερόταν, και αυτός το μετέφερε στο θησαυροφυλάκιο. Κάθε πρωί περνούσε μπροστά από τον βασιλιά και ένας ταπεινός άνθρωπος, ο οποίος όμως δεν ζητούσε τίποτε, παρά μόνο προσέφερε στο βασιλιά ως δώρο ένα μήλο! Ο βασιλιάς αδιάφορος για το ευτελές δώρο το παρέδιδε στον θησαυροφύλακά του και αυτός περιφρονητικά το πετούσε μέσα από ένα φεγγίτη στο υπόγειο. Ο ταπεινός ανθρωπάκος έκανε αυτή τη δουλειά κάθε μέρα, πολλά χρόνια, χωρίς να του δώσει κανείς σημασία. Επάνω στο δέκατο χρόνο, ένα παρόμοιο πρωινό ακροάσεων, παρουσιάστηκε έξαφνα μπροστά στο θρόνο του βασιλιά ο πίθηκός του. Είχε ξεφύγει από τα πίσω διαμερίσματα του παλατιού. Διέκρινε αμέσως το βασιλιά μέσα από το πλήθος των υπηκόων, έτρεξε προς αυτόν και κάθισε στο βραχίονα του θρόνου του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή πέρασε μπροστά στον βασιλιά ο ταπεινός μας άνθρωπος , παρέδωσε στον άρχοντα του τόπου το καθιερωμένο μήλο και αμέσως εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος. Προτού ο βασιλιάς προλάβει να δώσει το ευτελές δώρο στον θησαυροφύλακά του, το αρπάζει ο πίθηκος και το δαγκώνει για να το φάει. Όμως τα δόντια του προσέκρουσαν σε σκληρό αντικείμενο. Το αντελήφθη ο βασιλιάς, παίρνει το μήλο από το στόμα του πιθήκου και με τα χέρια του το ανοίγει στα δυο. Και τι να δει! Στο κέντρο του μήλου υπήρχε ένα θαυμάσιο διαμάντι! Ρωτάει αμέσως το θησαυροφύλακα, να του πει πού έριχνε τα προηγούμενα μήλα. Συγχρόνως με την απάντηση του θησαυροφύλακα , κατεβαίνουν τρέχοντας και οι δύο στο υπόγειο και συναντούν έναν μεγάλο σωρό από αστραφτερά διαμάντια , ανάκατα με σαπισμένα μήλα!
Κάθε ημέρα της ζωής μας έρχεται προς εμάς ταπεινή και χωρίς να μας ζητήσει τίποτε. Μας προσφέρει σιωπηλά το πολύτιμο δώρο της, που είναι ο χρόνος , για να τον χρησιμοποιήσουμε, όπως εξυπηρετεί και ωφελεί την δική μας ανάπτυξη και ωρίμανση.
Πολλές φορές όμως θεωρούμε το δώρο αυτό ευτελές και το απορρίπτουμε.
Και νομίζουμε πως τα κριτήριά μας είναι χωρίς σφάλμα, επειδή είναι βασιλικά!
Διακοσμούμε το «παλάτι» της ύπαρξής μας με ψευτοείδωλα την ώρα που θησαυρός των απλών φυσικών πραγμάτων, που μας προσφέρει κάθε μέρα της ζωής μας, σαπίζει στα υπόγεια της ψυχής μας. Κι αυτό μπορεί να κρατήσει για πάρα πολλά χρόνια και μόνο ίσως ένα τυχαίο περιστατικό θα μπορούσε, να μας οδηγήσει στην ανακάλυψη αυτού του αυτογνωσιακού θησαυρού.
Οι μετρημένες μέρες της ζωής μας είναι διαμάντια.
Ας μη μας διαφεύγει η τεράστια αξία τους και η μοναδική λάμψη τους!

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Ο τσέλιγκας-υπνωτιστής


Ένας τσέλιγκας πάνω στα βουνά είχε πολλά πρόβατα και για να μην ψάχνει να τα βρει κάθε μέρα, όταν χάνονταν στο δάσος, αλλά και για να γλυτώσει χρήματα , που θα έπρεπε να δώσει, αν θα προσλάμβανε βοσκούς, τα υπνώτισε και είπε στο καθένα διαφορετικές ιστορίες.
Σε μερικά είπε:
- Εσύ δεν είσαι πρόβατο, είσαι άνθρωπος, οπότε δεν χρειάζεται να φοβάσαι, πως μια μέρα θα σφαγείς, ότι θα σουβλιστείς, σαν τα αλλά πρόβατα. Αυτά είναι απλώς πρόβατα, εσύ όμως όχι! Γι αυτό, εσύ να μην ανησυχείς.
Σε αλλά πάλι είπε:
- Εσύ δεν είσαι πρόβατο, είσαι λιοντάρι! Τα λιοντάρια δεν μπορεί να τα σφάξει κανείς.
Και στα υπόλοιπα είπε:
- Εσύ είσαι τίγρης!
Και από εκείνη την μέρα, ο τσέλιγκας ήταν χαλαρός. Τα πρόβατα άρχισαν να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τον υπνωτισμό , που τα είχε κάνει. Κάθε μέρα που σφάγιαζε ένα πρόβατο , τα υπόλοιπα πρόβατα επειδή πίστευαν, πως είναι λιοντάρια ή άνθρωποι ή τίγρεις, απλώς κοίταζαν και χαχάνιζαν, λέγοντας το ένα το άλλο:
- Κοιτάξτε, τι συμβαίνει στα πρόβατα! Ευτυχώς που εμείς δεν είμαστε πρόβατα.
Και φυσικά έπαψαν να φοβούνται μήπως την επόμενη φορά είναι η δική τους σειρά!
Παλιά, που τα πρόβατα έβλεπαν κάποιο από αυτά να σφαγιάζεται , έτρεμαν και φοβόταν και με την πρώτη ευκαιρία το έσκαγαν στο δάσος , ώστε να μη βρεθούν στη θέση του σφαγίου.
Τώρα όμως δεν το έσκαγε κανένα.
Μόνο τα πρόβατα κινδύνευαν.
Αυτά ήταν τίγρεις, ήταν λιοντάρια, ήταν άνθρωποι.
Δεν κινδύνευαν να βρεθούν κάτω από το μαχαίρι!

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Η ψυχή-φως


Υπήρχε κάποτε μια ψυχή, που γνώριζε ότι είναι φως. Ήταν μια νέα ψυχή και γι’ αυτό ανυπομονούσε , για να αποκτήσει εμπειρίες.
- Είμαι το φως, έλεγε, είμαι το φως.
Ωστόσο όσο και να το ήξερε, όσο και να το έλεγε, δεν μπορούσε να το βιώσει. Και στην σφαίρα από όπου αναδύθηκε εκείνη η ψυχή, δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά μόνο το φως.
Κάθε ψυχή ήταν υπέροχη, κάθε ψυχή ήταν μεγαλειώδης και κάθε ψυχή ακτινοβολούσε με την λαμπρότητα του φωτός. Κι έτσι η ψυχούλα που συζητάμε, ήταν σαν ένα κερί στο ήλιο. Μέσα σ’ αυτό το μέγιστο φως, του οποίου ήταν μέρος , δεν μπορούσε να δει τον εαυτό της, ούτε να βιώσει τον εαυτό της, ως το ποια και τι πραγματικά είναι!
Έτυχε τώρα εκείνη η ψυχή να λαχταράει συνέχεια, να γνωρίσει τον εαυτό της. Και τόσο μεγάλη ήταν η λαχτάρα της, ώστε μια μέρα άκουσε κάποια φωνή να της λέει:
- Ξέρεις μικρούλα μου τι πρέπει να κάνεις, για να ικανοποιήσεις αυτή σου την λαχτάρα;
- Αχ, τι; Τι; Θα έκανα τα πάντα, είπε η ψυχούλα.
- Πρέπει να χωριστείς από εμάς τους υπόλοιπους και μετά πρέπει να καλέσεις το σκοτάδι.
- Τι είναι το σκοτάδι;
- Αυτό που δεν είσαι!
Η ψυχή κατάλαβε και έκανε, όπως της είπε η φωνή. Απομάκρυνε τον εαυτό της από το Όλο, κι όχι μόνο αυτό, αλλά πήγε και σε μια άλλη σφαίρα. Και σ’ εκείνη τη σφαίρα η ψυχή είχε τη δύναμη, να καλέσει μέσα στην ύπαρξη της κάθε λογής σκοτάδια. Και το έκανε. Ωστόσο, μέσα στη μέση όλου εκείνου του σκοταδιού, φώναξε:
- Πατέρα, Πατέρα, γιατί με εγκατέλειψες;
Όπως ίσως κάνουμε κι εμείς οι άνθρωποι , όταν αντιμετωπίζουμε τις πιο μαύρες στιγμές, ξεχνώντας πως η πραγματική φύση μας είναι το φως , που μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε, για να διαλύσουμε όλα τα σκοτάδια.
Ας θυμόμαστε λοιπόν ποιοι πραγματικά είμαστε, ειδικά όταν μας κυκλώνει αυτό, που δεν είμαστε!
Ας αποδεχόμαστε την πραγματικότητα , όταν παρά το ότι δεν είναι επιθυμητή, οι ενέργειές μας αδυνατούν να την αλλάξουν!
Ας δείξουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας , προσδοκώντας πως αυτό που κάνουμε τη στιγμή της μεγαλύτερης δοκιμασίας μας, μπορεί να γίνει ο μεγαλύτερος μας θρίαμβος!
Γιατί η εμπειρία που βιώνουμε, είναι μια δήλωση, του ποιοι είμαστε και ποιοι θέλουμε να είμαστε!

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

Τα δυο χαρτονομίσματα


O μικρός γιος ενός φτωχού βιοπαλαιστή βλέπει τον πατέρα του, να γυρίζει κατάκοπος από τη δουλειά και γελαστός τον πλησιάζει και αρχίζει να του μιλά για διάφορα θέμα, ώσπου τον ρωτά.
- Μπαμπά να σου κάνω μια ερώτηση;
- Πες μου γιέ μου.
- Μπαμπά, αν έβρισκες στο δρόμο ένα χαρτονόμισμα των 100 ευρώ και ένα των 200 ευρώ, ποιο από τα δύο θα έσκυβες για να πάρεις;
- Μα φυσικά το χαρτονόμισμα των 200 ευρώ.
- Α ρε πατέρα χαζός είσαι τελικά, εγώ θα τα έπαιρνα και τα δύο!
Μια δεύτερη ανάγνωση της παραπάνω ιστορίας:
α) Η απληστία και η λαμογιά δεν έχουν ηλικία
β) Ποτέ δεν ξέρεις, πότε θα εμφανιστεί το επόμενο τρολ, για να τρολάρει.
Ο οδοιπόρος και ο χωρικός


Ένας χωρικός έκοβε ξύλα δίπλα στο δρόμο, κάποια χιλιόμετρα μακριά από το χωριό του.
Μετά από λίγο ένας άνδρας φάνηκε στο δρόμο, βαδίζοντας με κατεύθυνση προς το χωριό του.
Πλησιάζοντας, ο ξένος ρώτησε τον χωρικό:
- Μπορείς να μου πεις σε παρακαλώ, πόση ώρα θέλω, για να φτάσω στο χωριό;
Ο χωρικός κοίταξε το δρόμο προς το χωριό και δεν είπε τίποτε, αντίθετα έσκυψε, συνεχίζοντας την εργασία του. Έτσι, ο άνδρας μην παίρνοντας απάντηση, τον ξαναρώτησε, φωνάζοντας δυνατότερα αυτή τη φορά:
- Πόση ώρα θα κάνω, για να φτάσω περπατώντας στο χωριό;
Όμως ο χωρικός ούτε αυτή τη φορά απάντησε, οπότε ο άνδρας φωνάζοντας ακόμη πιο δυνατά, σχεδόν ουρλιάζοντας, τον ξαναρώτησε:
- Πόση ώρα θέλω μέχρι να φτάσω στο χωριό;
Βλέποντας τον, να μην απαντάει ούτε και τώρα, ο άνδρας σκέφτηκε, ότι μάλλον ο χωρικός θα ήταν κουφός, οπότε δεν είχε νόημα, να συνεχίσει να τον ρωτάει. Έτσι, ξεκίνησε προς το χωριό, βαδίζοντας γρήγορα.
Μετά από ένα λεπτό ο χωρικός διέκοψε την εργασία του και του φώναξε, καθώς ξεμάκραινε:
- Αν συνεχίσεις να περπατάς με τον ίδιο ρυθμό , θα σου πάρει περίπου μια ώρα , για να φτάσεις στο χωριό!

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Τα οράματα των μαθητών


Μια φορά και ένα καιρό ένας σοφός είχε τέσσερις μαθητές, οι οποίοι υπερείχαν σε ικανότητες συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Μια μέρα, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν και οι τέσσερις και ο σοφός απευθύνθηκε στον πρώτο του μαθητή:
- Πες μου τι βλέπεις, όταν εξετάζεις τον κόσμο:
- Βλέπω αγριότητα. Ο πλανήτης είναι εγκλωβισμένος. Ο κόσμος κρύβεται από την αλήθεια. Υπάρχει μόλυνση του περιβάλλοντος στη ατμόσφαιρα, στο χώμα, στα ύδατα. Τα δάση καταστρέφονται και οι πνεύμονες πρασίνου λιγοστεύουν. Η άγνοια , η απληστία και η ιδιοτέλεια του ανθρώπου τον οδηγεί στην υπερεκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της φύσης , με απώτερο αποτέλεσμα την αδυναμία επιβίωσης πάνω στον πλανήτη. Ο κόσμος χρειάζεται επαναπροσδιορισμό».
Ο σοφός απάντησε:
- Έχεις δίκιο και για αυτό θα σε ονομάσω Διόρθωση, από το όραμά σου που έχει δεσμευτεί στην συνέχιση της ικανοποίησης των αναγκών επιβίωσης.
Στον δεύτερο μαθητή του ο σοφός έθεσε την ίδια ερώτηση:
- Πες μου τι βλέπεις, όταν αντικρίζεις τον κόσμο:.
Ο δεύτερος μαθητής απάντησε:
- Δάσκαλε βλέπω ματαιοπονία. Τίποτα δεν μπορεί να γίνει, για να αλλάξει τον κόσμο, ακόμη και αν και κάποιοι μετανοήσουν και θελήσουν να προσπαθήσουν να επιφέρουν την αλλαγή. Ακόμη και τότε ο κόσμος θα είναι καταδικασμένος από τις πράξεις των ανθρώπων. Η επιστήμη μας διδάσκει, πως πάρα πολύ άνθρωποι έρχονται σε αυτόν τον πλανήτη, τόσες καταστροφές ήδη έχουν γίνει, ανεπαρκείς πόροι παρέχονται στην επιστήμη, για να βοηθήσει επαρκώς και υπάρχει ελάχιστη εκτίμηση στα έθιμα, στις παραδόσεις και στις αξίες. Η εγκληματικότητα θεριεύει, ενώ ο θεσμός της οικογένεια φθείρεται. Έχει πάψει να επικρατεί στη γη ο νόμος και η τάξη.
- Έχεις δίκιο, επίσης, και για αυτό θα σε ονομάσω Ενάρετο, γιατί όλη αυτή η αγανάκτηση αποκαλύπτει έναν διεφθαρμένο κόσμο και παράλληλα η καρδιά σου υποφέρει με τον πόνο του. Θα γίνεις γνωστός για τα λόγια σου αυτά και οι πράξεις θα εκφράσουν τη λύπη της καρδιάς σου.
Ο σοφός στρέφει το βλέμμα του στον τρίτο του μαθητή:
- Και εσύ τι βλέπεις;
- Βλέπω ένα κόσμο, που έχει ανάγκη την αποκατάσταση του νόμου. Δεν πιστεύω, πως η ελπίδα έχει χαθεί. Παίρνω θάρρος από τα λεγόμενα των αδελφών μου, που κι εκείνοι αναγνωρίζουν την ανάγκη για την αλλαγή του κόσμου. Έχω εμπιστοσύνη και το διαισθάνομαι, ότι η θέληση του ανθρώπου θα αλλάξει. Όλες οι καλές κυβερνήσεις είναι κυβερνήσεις ανθρώπων για τους ανθρώπους. Μέσα από τον νόμο και τις κυβερνήσεις αυτή η αλλαγή μπορεί να είναι αποτελεσματική. Ο αγγελιοφόρος της αλλαγής υπάρχει και είναι ο νόμος και η κυβέρνηση.
- Και εσύ έχεις δίκιο. θα σε αποκαλώ Κυβέρνηση, γιατί τα λόγια σου έδωσαν πνοή στις παρατηρήσεις σου και έγιναν αυτό που θα διδάξεις. Θα δεσμευτείς στο έργο του νόμου και της εργασίας, μέσω της κυβέρνησης.
Εν τέλει στον τέταρτο μαθητή ο σοφός έθεσε την ίδια ερώτηση:
- Και εσύ τι βλέπεις;
- Βλέπω μόνο θαύματα. Η ζωή είναι ένα θαύμα. Όλη η πλάση είναι ένα θαύμα. Η συνείδηση είναι ένα θαύμα. Βλέπω το Θεό σε όλα τα δημιουργήματα του. Διαισθάνομαι την ομορφιά της αγάπης στην ευωδία ενός λουλουδιού, στο χαμόγελο ενός παιδιού, στην ζεστασιά των εραστών, στην λάμψη των αστεριών. Όταν εξετάζω τον κόσμο, νιώθω ευφορία με όλα αυτά τα μυστήρια. Με δέος και σεβασμό η κάθε μέρα ξεδιπλώνει την ομορφιά της. Ξέρω, πώς όλα τα πράγματα είναι καλά και ότι εκφράζουν την καλοσύνη τους με τον δικό τους σωστό τρόπο την κάθε στιγμή. Ξέρω, πως αυτά για τα οποία αναφέρθηκαν τα αδέλφια μου, είναι μία κακή ψευδαίσθηση, γιατί μόνο η αιωνιότητα είναι αληθινή. Δεν θα δώσω καμιά δύναμη στις σκέψεις του σαρκασμού, των περιορισμών, της ανάγκης, για να δείξω με αυτόν τον τρόπο σε όλο τον κόσμο το όραμα, που μου έχει δοθεί. Με αυτό το όραμα και τις αισθήσεις η καρδιά μου θα τρέξει, υποκινουμένη από το μεγαλείο της πλάσης».
Ο σοφός χαμογέλασε πριν μιλήσει:
- Και εσύ είσαι ο εκλεκτός μου μαθητής. Θα σε ονομάσω Αλήθεια, γιατί το όραμά σου είναι αληθινό και η ανταμοιβή του είναι η πραγματικότητα, που αυτό αντικρίζει. Πρέπει να πας σε κάθε άνθρωπο και να διδάξεις όλα αυτά, που εσύ βλέπεις. Θα γίνεις γνωστός σε όλους τους ανθρώπους, επειδή θα καταφέρεις να ενσαρκώσεις την γαλήνη , την ηρεμία και την ειρήνη.
Ο δάσκαλος απευθυνόμενος σε όλους πρόσθεσε τα εξής:
- Ο καθένας από εσάς σας έχει την ευλογία του οράματος. Όπως εσείς βλέπετε τον κόσμο, έτσι ακριβώς και ο κόσμος αποκαλύπτεται σε εσάς. Θα γνωρίσετε τον κόσμο μέσα από το όραμα που έχετε για αυτόν. Θα γευτείτε τις εμπειρίες της ζωής σύμφωνα με το όραμά σας!