Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019

Συνήθειες ήρεμων ανθρώπων


Όταν νοιώθει κανείς πως το στρες έχει κατακλύσει τη ζωή του, υπάρχουν μερικές τεχνικές και τρόποι, που εξασκούνται από όσους έχουν καταφέρει να αποδεσμεύσουν τη ζωή τους από το βάρος του άχρηστου και αχρείαστου άγχους.
Τι ακριβώς κάνουν λοιπόν, όσοι μοιάζουν χαλαροί, όταν οι άλλοι τρέχουν πανικόβλητοι;

1. Εστιάζουν στο παρόν
Η μεγαλύτερη διαφορά όσων αγχώνονται και όσων δεν αγχώνονται είναι η ικανότητα των δεύτερων, να εστιάζουν σε όσα συμβαίνουν στην παρούσα στιγμή και να μην αναλώνονται σε όλα τα πιθανά σενάρια του μέλλοντος.

2. Εξασκούν το μυαλό τους
Χρησιμοποιούν την αυτοπαρατήρηση , το διαλογισμό, τη γιόγκα, τη συμμετοχή σε θεραπευτικές ομάδες, ώστε να είναι σε θέση να επαναφέρουν την γαλήνη και ηρεμία στο μυαλό τους.

3. Λειτουργούν διαφορετικά σε συνθήκες πίεσης
Προσεγγίζουν τις καταστάσεις με θετική διάθεση , έτοιμοι να δράσουν είτε με φυγή είτε με επίθεση και δεν αφήνουν απαισιόδοξες ή αρνητικές σκέψεις, να τους οδηγήσουν σε πάγωμα των κινήσεων και σε αδράνεια.

4. Είναι πιο ανοιχτοί στις προκλήσεις
Δεν χάνουν χρόνο αναλογιζόμενοι, μελετώντας όλα τα πιθανά σενάρια και ψάχνοντας τρόπους να αντιμετωπίσουν όλες αυτές τις πιθανότητες. Είναι πιο γρήγοροι στη λήψη των αποφάσεων και πιο δεκτικοί να αλλάξουν τα πλάνα τους, ανάλογα με το πως έχουν εξελίσσονται οι 

καταστάσεις , που αντιμετωπίζουν.

5. Αποστασιοποιούνται από τις καταστάσεις
Έχουν την ικανότητα να αποστασιοποιηθούν από μια κατάσταση και να την κρίνουν σαν εξωτερικοί παρατηρητές. Μια άσκηση που βοηθάει την αποστασιοποίηση είναι μην χρησιμοποιείτε το «εγώ» όταν αναφέρεστε στα συναισθήματά σας, αλλά το ίδιο το όνομά σας και έτσι θα αντιληφθείτε καλύτερα το παράλογο των σκέψεών σας και το αναίτιο του άγχους σας.

6. Βρίσκουν τη ρίζα του προβλήματος
Εντοπίζουν που ακριβώς έγκειται το πρόβλημα και πως μπορεί να βρεθεί άμεσα μια λύση , που θα βοηθήσει την αντιμετώπιση όσων συμβαίνουν «τώρα».

7. Ανησυχούν σε προκαθορισμένο χρόνο
Ορίζουν μια συγκεκριμένη στιγμή της ημέρας, κάθονται σε ένα συγκεκριμένο σημείο του σπιτιού και ψάχνουν λύσεις και τρόπους να βγάλουν από τη ζωή τους , ότι τους ανησυχεί και τους αγχώνει . Η οριοθέτηση χώρου και χρόνου βάζει σε τάξη τις σκέψεις, ώστε να μην τους πλημμυρίζουν μέσα στη μέρα και ακόμα όταν συμβαίνει αυτό, να τις απωθούν, αφού δεν είναι ακόμα εκείνη η ώρα για να τις διαχειριστούν.

8. Έχουν την αυτοπεποίθηση ότι θα αντιμετωπίσουν, ότι και να συμβεί
Όσοι ανησυχούν υπερβολικά για τα πράγματα, έχουν τον βασικότερο φόβο, ότι δεν θα τα βγάλουν πέρα στην περίπτωση, που όντως συμβούν όλα τα αρνητικά ενδεχόμενα που φαντάζονται.
Από την άλλη, όσοι δεν αγχώνονται προκαταβολικά, έχουν την πεποίθηση, πως ότι και να συμβεί, θα το αντιμετωπίσουν τη στιγμή που θα συμβεί και θα αγχωθούν γι’ αυτό, τότε.

9. Βλέπουν φως στο τούνελ
Ακόμα και αν μια κατάσταση μοιάζει δύσκολο να εξελιχθεί θετικά, πάντα υπάρχει αυτή η πιθανότητα και η αποδοχή αυτής της πιθανότητας είναι το στοιχείο, που διαχωρίζει όσους αγχώνονται από εκείνους που δεν αγχώνονται.

10. Κάνουν τις σωστές ερωτήσεις
Η σωστή ερώτηση είναι ο κανόνας του πέντε , που σημαίνει αν αξίζει κάτι να απασχολήσει το μυαλό για πέντε λεπτά , εφόσον είναι πιθανόν να μη το θυμόμαστε μετά από πέντε χρόνια. Αν μπορεί το ζήτημα που μας απασχολεί να έχει επίπτωση στη μελλοντική ζωή μας , τότε εξασφαλίζουμε πως κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας , με τα στοιχεία που γνωρίζουμε εκείνη τη στιγμή και ζητάμε τη φώτιση, να μη ξεχάσουμε να κάνουμε κάτι που είναι στο χέρι μας ! Αν το πρόβλημα δεν είναι κάτι επείγον, αποφασίζουμε να ασχοληθούμε με αυτό όταν έρθει η ώρα και είναι ενδεχόμενο τότε να είμαστε σε καλύτερη θέση , όσον αφορά τις ενέργειες που θα μπορούσαμε να κάνουμε.

11. Έχουν πλήρη αντίληψη των αρνητικών τους συναισθημάτων
Έχουν αντίληψη των αρνητικών συναισθημάτων που τυχόν αναπτύσσουν και μάλιστα τα χρησιμοποιούν, για να βρουν τι είναι αυτό, που αρχικά τα έχει προκαλέσει. Το συναίσθημα γι’ αυτούς είναι ένα εργαλείο και όχι ακόμα ένα πρόβλημα προς λύση.
Κουίζ . Εσύ τι θα έκανες


Μια βρετανική επιχείρηση έκανε στους υποψηφίους προς πρόσληψη την εξής «παράξενη» ερώτηση, θέλοντας να διακρίνει ανάμεσά τους τον εξυπνότερο:
« Είναι μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα, φυσάει πολύ και έχει δυνατή καταιγίδα. Εσύ οδηγείς ένα διθέσιο αυτοκίνητο και κάπου στην ερημιά περνάς μπροστά από μια στάση. Εκεί βλέπεις ότι περιμένουν το λεωφορείο τρεις άνθρωποι: Μία ηλικιωμένη γυναίκα, που φαίνεται να είναι ετοιμοθάνατη, ένας γιατρός, που σου είχε σώσει τη ζωή παλιά και μία πολύ όμορφη γυναίκα, η γυναίκα των ονείρων σου. Το αυτοκίνητο σου, μην ξεχνάς, είναι διθέσιο και πρέπει να επιλέξεις ποιον θα πάρεις. Τι θα κάνεις; »
Η συντριπτική πλειοψηφία των υποψηφίων  έδωσε τις προφανείς απαντήσεις. Κάποιοι είπαν, ότι θα πάρουν την ηλικιωμένη, για να την πάνε στο νοσοκομείο και να τη σώσουν, άλλοι προτίμησαν το γιατρό, για να του ανταποδώσουν το καλό, που τους έκανε στο παρελθόν και ορισμένοι μόνο επέλεξαν τη γυναίκα των ονείρων τους!
Αυτός τελικά που προσελήφθη, έδωσε την παρακάτω
απάντηση :
« Θα δώσω τα κλειδιά στο γιατρό, για να πάει την ηλικιωμένη γυναίκα στο νοσοκομείο και εγώ θα περιμένω το λεωφορείο με την κοπέλα των ονείρων μου! »

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019

Η κυρα-Μιζέρια κι ο Θάνατος


Μία φορά κι έναν καιρό, λένε, ζούσε σ’ έναν τόπο μια γριά, που τα ‘χε τα χρονάκια της. Μοναδική της συντροφιά είχε μια αχλαδιά, που μεγάλωνε κοντά στην πόρτα της καλύβας της. Ο κόσμος τη φώναζε «κυρα-Μιζέρια». Τα παιδιά της γειτονιάς της πήγαιναν και την κορόιδευαν και σαν ερχόταν η εποχή, που τα αχλάδια ωρίμαζαν, ανέβαιναν στην αχλαδιά και της έκλεβαν και τα φρούτα! Η γριά τα κυνηγούσε και τα μάλωνε, αλλά πού να τα βγάλει πέρα μαζί τους!
Της έγιναν κακός μπελάς. Και κάθε φορά που έδενε ο καρπός και βάραιναν τ’ αχλάδια στα κλαδιά γίνονταν τα ίδια: Νάσου τα παλιόπαιδα του χωριού να πηδάνε το φράχτη της, να σκαρφαλώνουν στην αχλαδιά της, να βγάζουν τα σουγιαδάκια τους, να κόβουν όλα τ’ αχλάδια, να γιομίζουν τα σακούλια τους, να δίνουν μια και να πηδάνε κάτω, να κοροϊδεύουν τη γριά και να χάνονται μέσα στους δρόμους του χωριού. Όλα αυτά την έφεραν σ’ ένα τέτοιο σημείο που δεν ήξερε πια τι να κάνει .
Στο τελείωμα μιας μέρας, εκεί που η γριά καθόταν στην αυλή κάτω απ’ την αχλαδιά της, ένας ταξιδιώτης σταμάτησε μπροστά στην καλύβα της. Τη ρώτησε αν θα μπορούσε να τον φιλοξενήσει, για τη νύχτα που ερχόταν.
Η γριά είπε στον ταξιδιώτη:
« Έλα μέσα, ξένε. Κάπου θα βρω, να σου στρώσω. »
Ο άντρας την ακολούθησε μέσα στην καλύβα της και μετά από λίγο ξάπλωσε, να κοιμηθεί. Όταν ξημέρωσε κι ετοιμάστηκε να φύγει, γύρισε προς το μέρος της γριάς και της είπε:
« Γριά! Για το καλό που μου έκανες, ζήτησέ μου οτιδήποτε θελήσεις και η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί. »
Η κυρα-Μιζέρια είπε:
« Έχω μονάχα μια επιθυμία. »
« Έλα λοιπόν, πες μου ποια είναι, ζήτησέ μου ότι θες , » είπε ο άντρας.
« Θέλω όποιος σκαρφαλώνει πάνω στο δέντρο μου, να κολλάει και να μη μπορεί να κατέβει, αν δεν του το επιτρέψω εγώ, » απάντησε η γριά.
« Πες πως έγινε, » της είπε ο ταξιδιώτης.
Πέρασε ο καιρός και τα άνθη της αχλαδιάς έδεσαν καρπό. Τα αχλάδια φάνηκαν να κρέμονται απ’ τα κλαδιά του δέντρου κι άρχισαν να βαραίνουν, ωριμάζοντας. Τα παιδιά της γειτονιάς ,όπως το είχανε συνήθεια, φάνηκαν ξανά στην αυλή της γριάς, σκαρφάλωσαν πάνω στο δέντρο, έφτασαν μέχρι την κορφή του, έκοψαν τα φρούτα, μα σαν πήγαν να κατέβουν, δεν μπορούσαν! Είχαν κολλήσει!
Άρχισαν να παρακαλούνε τη γριά να τους αφήσει να κατέβουν.
« Άσε μας γριά να κατέβουμε. Σε παρακαλούμε! Άσε μας να πάμε στις μανάδες μας! »
Η γριά όμως δεν άκουγε τίποτα. Τόσα βάσανα και ζημιές της είχαν κάνει. Στο τέλος, μετά από πολλά παρακάλια, δέχτηκε να τα αφήσει να κατέβουν από το δέντρο, αλλά με την υπόσχεση, ότι δεν θα την ξαναενοχλούσαν ποτέ πια. Τα παιδιά έκαναν ότι τους είπε και από εκείνη τη μέρα δεν φάνηκαν ξανά στην αυλή της.
Κύλησαν οι μέρες κι ένα σούρουπο εκεί που η
κυρα-Μιζέρια κάθονταν κάτω απ’ την αχλαδιά της, είδε να έρχεται κάποιος ταξιδιώτης από το δρόμο. Τα ποδάρια του λες και δεν πάταγαν στη γη, το ρούχο του γιομάτο τρύπες και κουρέλια, το πρόσωπό του σκοτεινό , μάτια δεν έβλεπες. Πλησίασε και στάθηκε μπροστά στην καλύβα της γριάς. Ήταν πνιγμένος στη σκόνη του δρόμου και λαχάνιαζε.
Η κυρα-Μιζέρια, σαν τον είδε, τον ρώτησε:
« Παιδάκι μου τίνος είσαι εσύ; Δε σε ξέρω, τι ζητάς στα μέρη μας; »
Εκείνος αποκρίθηκε:
« Γριά, είμαι ο Θάνατος και ήρθα να σε πάρω. »
Η γριά σαν τ’ άκουσε απάντησε:
« Αχ παλικάρι μου! Να ‘ξερες, πώς σε περιμένω! Και με βάρυναν πια τα χρόνια μου στην πλάτη κι άλλο πια δεν αντέχω! Πέρνα μέσα. Μα πιο μπροστά μήπως μπορείς να μου κάνεις μια τελευταία χάρη; Δε σκαρφαλώνεις λιγάκι στην αχλαδιά, να κόψεις κάμποσα αχλάδια για το δρόμο, να ‘χουμε να τρώμε; Άντε βρε παλικάρι μου που δε με βαστούν εμένα πια τα πόδια μου! »
Ο Θάνατος ξεγελιέται και σκαρφαλώνει πάνω στο δέντρο να κόψει τ’ αχλάδια. Μαζεύει και γεμίζει το σακούλι του, πάει να κατέβει μα πού! Άρχισε να φοβερίζει τη γριά, μα η κυρα-Μιζέρια δεν τον άφηνε να κατέβει με τίποτα:
« Εκεί να μείνεις για πάντα κολλημένος, αναθεματισμένε! »
Τα χρόνια πέρασαν και δεν πέθαινε κανένας πια σ’ αυτόν τον κόσμο. Υπήρχαν άνθρωποι που είχαν παραγεράσει, έφτασαν στα τελευταία τους και ένιωθαν κουρασμένοι απ’ τη ζωή. Οι άρρωστοι να βασανίζονται και να ταλαιπωρούνται, να παρακαλούν να έρθει ο Θάνατος να βρουν αναπαμό. Μα πού ο Θάνατος! Ήταν κολλημένος στην αχλαδιά της γριάς!
Όταν έφτασαν όλα αυτά στ’ αφτιά της κυρα-Μιζέριας, γυρίζει και του λέει:
« Θάνατε, δε μου λες, άμα σε απελευθερώσω, θα μου υποσχεθείς, ότι δεν θα ξανάρθεις ποτέ, να με πάρεις;»
Το σκέφτηκε καλά ο Θάνατος. Είδε και τη δουλειά που είχε μαζευτεί, τι να κάνει;
« Μια ψυχή λιγότερη τι αξία έχει; Μια παλιόγρια είναι του λόγου της, » σκέφτηκε.
« Εντάξει! Άσε με να κατέβω, » της απάντησε « και σου δίνω την υπόσχεση , που ζητάς! »
Από τότε ο Θάνατος έρχεται και φεύγει σε τούτο τον κόσμο και κάθε φορά παίρνει όσους είναι η ώρα τους, να φύγουν, όσους είναι ορισμένο, να πεθάνουν. Παίρνει πλούσιους, παίρνει φτωχούς, παίρνει άντρες και παίρνει γυναίκες, καμιά φορά ξεχνιέται και παίρνει και παιδιά, παίρνει χοντρούς και παίρνει και αδύνατους και δεν κάνει διάκριση σε κανέναν μήτε και χάρη δίνει.
Μα η κυρα-Μιζέρια από τότε, λένε, μένει για πάντα ανάμεσα στους ανθρώπους !
Κάποιοι υποστηρίζουν πως η κυρα-Μιζέρια ζήτησε , για να έχει παρέα , να μη πάρει ο Θάνατος ποτέ και την αδελφή της τη κυρα-Γκρίνια !

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

Πόσο κοστίζει η ανατροφή ενός παιδιού


Έχει υπολογιστεί πρόσφατα, ότι το κόστος της ανατροφής ενός παιδιού από τη γέννηση έως τα 18 χρόνια είναι περίπου 160.140 €uro. Αλλά αυτά τα 160.140 €uro δεν είναι τόσο πολλά αν τα υπολογίσεις σε:
- 8.897€ ετησίως
- 741€ μηνιαίως
- 171€ την εβδομάδα
- 24€ ανά ημέρα
- 1€ ανά ώρα
Εάν εξακολουθείς να πιστεύεις, ότι η καλύτερη συμβουλή είναι να μην έχεις παιδί και θέλεις να γίνεις "πλούσιος, " κάνεις λάθος!
Θέλεις να μάθεις τι παίρνεις σε αντάλλαγμα για τα 160.140 €uro?
- Γέλια κάτω από τα σκεπάσματα κάθε βράδυ
- Τρυφερές αγκαλιές
- Ένα χέρι να σε κρατάει
- Κάποιος να κάνετε σαπουνόφουσκες
- Κάποιος να σε κάνει, να γελάς σαν τρελός, (όπως και να ήταν η μέρα σου στη δουλειά)
- Περισσότερη αγάπη από όση η καρδιά σου μπορεί να αντέξει.
Για 160.140 €uro, θα πάψεις να μεγαλώνεις!
- Μπορείς να ζωγραφίσεις με μαρκαδόρους
- Να παίξεις κρυφτό
- Να κυνηγάς πεταλούδες και πυγολαμπίδες
- Να παίξεις με αυτοκίνητακια ή κούκλες
- Να εξακολουθείς να πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη
- Να έχεις μια δικαιολογία, να διαβάζεις παραμύθια στην ηλικία σου
- Να βλέπεις κινούμενα σχέδια
- Να πετάς βότσαλα στα κύματα της θάλασσας
- Να κάνεις μια ευχή, όταν βλέπεις ένα αστέρι να πέφτει
Δεν υπάρχει καλύτερη παράσταση για τα 160.140 €uro σου...
  Γίνεσαι ήρωας μόνο και μόνο 

- Που στολίζεις το Χριστουγεννιάτικο δέντρο
- Που μπορείς να του μάθεις πατίνια
- Που γέμισες μια πλαστική πισίνα
- Που φτιάχνεις ένα κέικ σοκολάτας
Για 160.140 €uro έχεις πρώτη θέση για:
- Το πρώτο του βήμα
- Τη πρώτη του λέξη
- Τη πρώτη του μέρα στο σχολείο
- Τη πρώτη του βόλτα με ποδήλατο χωρίς ρόδες
- Το πρώτο του ραντεβού αγάπης
- Τη πρώτη φορά στο τιμόνι
Στα μάτια του, είσαι ένας μικρός Θεός...
- Έχεις τη δύναμη να του περάσει ο πόνος με ένα φιλί, να διώξεις τα κακά τέρατα κάτω από το κρεβάτι, να παρηγορήσεις τη ραγισμένη του καρδιά, να αγαπάς χωρίς όρια.
Λοιπόν, είναι καλή συμφωνία για αυτή την τιμή ;
Η διαθήκη


Κάποιος άνδρας απεβίωσε . Ο συμβολαιογράφος είπε, πως είχε ρητή εντολή από τον αποθανόντα, να καλέσει στο άνοιγμα της διαθήκης όλους όσους παρευρέθησαν στην κηδεία.
Γιατί, άραγε;
Το γιατί το κατάλαβαν όλοι και με το παραπάνω, όταν ο συμβολαιογράφος άρχισε να διαβάζει τη διαθήκη:
'' Αγαπητοί συγγενείς, φίλοι, συνεργάτες. Σας ευχαριστώ, που ήρθατε να με δείτε στην τελευταία μου επίγεια κατοικία. Ξέρετε πολύ καλά, ότι πάντα με ενδιέφερε να είμαι καλός άνθρωπος και πάντα πίστευα, ότι όσο περισσότεροι κλάψουν για μένα, τόσο πιο καλός άνθρωπος πρέπει να ήμουν. Ελπίζω να ήμουν, λοιπόν, ένας καλός άνθρωπος.
Αλήθεια, σκεφτήκατε ποτέ, γιατί με θεωρείτε όλοι καλό άνθρωπο; Ίσως να είναι το γεγονός, ότι ποτέ στη ζωή μου δεν πείραξα ούτε μυρμήγκι. Ίσως να είναι, που σας βοήθησα όσο μπορούσα, στα χρόνια που έζησα. Μήπως όμως είναι, που τόσα χρόνια έκανα τον αφελή; Που ποτέ δεν φώναξα σε κανέναν, ότι κι αν μου έκανε; Μήπως, τελικά, προσπαθώντας να είμαι καλός με όλους, έζησα για τους άλλους και έχασα μόνος μου το νόημα της ζωής; Και μήπως δεν είναι ακόμα αργά, για να επανορθώσω;
Ναι, Χρήστο, το ξέρω ότι έκλεβες χρήματα από το ταμείο του μαγαζιού. Δε σε κατηγόρησα ποτέ γιʼ αυτό, κι ας ήξερα, πως το έκανες σχεδόν κάθε μέρα. Θα έπρεπε να σε έχω απολύσει από την πρώτη στιγμή, όπως θα έκανε ο καθένας. Παραδέξου το κι εσύ το ίδιο θα έκανες. Γιατί δεν το έκανα; Γιατί σε λυπήθηκα.
Ναι, Μαρία, το ξέρω ότι εσύ και ο Στέφανος είχατε παράλληλη σχέση, χρόνια ολόκληρα. Από την αρχή το ήξερα κι ας προσπαθούσες, να το κρύψεις. Ακόμα κι όταν χωρίσατε, εγώ σας παρηγόρησα και τους δύο, τη σύζυγό μου και τον καλύτερό μου φίλο, χωρίς να καταλάβετε, ότι τα ήξερα όλα. Θα έπρεπε να σε έχω απομακρύνει κι εσένα, Στέφανε, θα μπορούσα ακόμα και να σε έχω σκοτώσει. Γιατί δεν το έκανα; Γιατί θα γινόμουν '' κακός ,'' θα αναστάτωνα τις ζωές όλων μας. Θα έκανα κακό στα παιδιά μας, σε σας και σε μένα. Αλήθεια, εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;
Άννα, κόρη μου, τα ξέρω όλα για την έκτρωση, που έκανες με τα λεφτά, που μου ζήτησες τάχα για να βγάλεις τα έξοδά σου στη Θεσσαλονίκη, όταν σπούδαζες. Δε σου είπα ποτέ τίποτα, μόνο σου έδωσα τα λεφτά. Κι ας ήξερα ότι κάτω από τα φαρδιά σου ρούχα, μέσα από τη φουσκωμένη σου κοιλιά, υπήρχε ένα εγγόνι, που δεν θα έβλεπα ποτέ. Θα μπορούσα να σε διώξω από το σπίτι, να μη σου ξαναμιλήσω ποτέ. Γιατί δεν το έκανα; Επειδή είσαι παιδί μου, επειδή δεν ήθελα να σε πιέσω να πάρεις μια απόφαση, που δεν ήθελες να πάρεις. Εσύ τι θα κάνεις, αν αυτό συμβεί αύριο-μεθαύριο στο παιδί σου;
Χάρη, γιε μου, δεν μπορούσες να κρυφτείς από μένα. Τα ήξερα όλα από την πρώτη στιγμή. Ήξερα ότι άρχισες το κάπνισμα από το πρώτο τσιγάρο σου, ήξερα ότι έπαιρνες κρυφά τα κλειδιά του αυτοκινήτου από την πρώτη φορά, ήξερα όλες τις αλητείες, που έκανες με την παρέα σου, από την πρώτη μέχρι την τελευταία. Και δε σου είπα ποτέ τίποτα, όχι επειδή ήμουν κακός πατέρας, αλλά επειδή πίστευα, ότι θα έβρισκες το δρόμο σου από μόνος σου, όπως κι εγώ. Αλλά με απογοήτευσες, και ούτε αυτό στο είπα ποτέ. Ίσως τώρα, που δεν είμαι πια κοντά σου, μπορείς να προσπαθήσεις να επανορθώσεις και να σταθείς επιτέλους στα πόδια σου .
Στάθη, αγαπημένε μου αδελφέ το ξέρω, ότι τα λεφτά που σου έδινα δανεικά, τάχα για να πληρώσεις το νοίκι, τη ΔΕΗ και το νερό, τα έτρωγες στον Ιππόδρομο. Ήξερες, ότι δεν είχα την οικονομική δυνατότητα, να σου δίνω συνέχεια, αλλά ήξερες κι ότι ποτέ δεν σου αρνιόμουν. Και το εκμεταλλευόσουν. Ποτέ δε σου ζήτησα πίσω αυτά τα λεφτά. Και να στα ζήταγα, δεν είχες να μου τα επιστρέψεις. Αλήθεια, εσύ τι θα έκανες στη θέση μου;
Όπως βλέπετε, αγαπητοί μου, όλοι εδώ μέσα έχετε τα μυστικά σας. Εγώ πια έχω φύγει, τα μυστικά μου τα πήρε ο Χάρος μαζί με μένα. Τα δικά σας δεν θα τα πάρετε στον τάφο σας. Έστω και την τελευταία στιγμή, ελπίζω να καταλάβατε, πόσο υπέφερα για να τα έχω καλά με όλους σας, πόσο δύσκολο ήταν για μένα, να κάνω τα στραβά μάτια σε κάθε σας ατόπημα.
Και τώρα μπορείτε να ρωτήσετε τον εαυτό σας:
Τελικά ήμουν καλός άνθρωπος; Ή μήπως είμαι διπρόσωπος, ύπουλος, φίδι κολοβό; Και τελικά είναι τόσο σημαντικό, το πόσοι θα μαζευτούν, για να σε κλάψουν στην κηδεία σου; Ή είναι πιο σημαντικό να ξέρεις, ότι δε σε φωνάζουν όλοι αφελή και βλάκα πίσω από την πλάτη σου, ότι σε δέχονται και σε αγαπάνε γιʼ αυτό που είσαι και όχι γιʼ αυτό, που μπορείς να τους προσφέρεις;
Σας αφήνω να το σκεφτείτε. Έχετε όλο το χρόνο μπροστά σας. Να με θυμάστε. ''
Και αλήθεια μετά από αυτό, πώς θα μπορούσαν να μην τον θυμούνται;

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019

Η Όαση



Κλείστε τα μάτια και προσπαθήστε να φανταστείτε, ότι είστε στην έρημο χωρίς νερό εδώ και λίγες μέρες .
Περπατάτε με τα πόδια και η καυτή άμμος σας έχει πληγώσει, το βράδυ η παγωνιά της ερήμου σας τρυπάει, σας πονάει και σκέφτεστε, αύριο πάλι τα ίδια, μα συνεχίζετε.
Εκεί που έχετε τελείως εξαντληθεί, που κατάκοποι λυγίζετε, γονατίζετε και αποφασίζετε, να μην υποφέρετε άλλο, που νοιώθετε πως δεν έχετε άλλες δυνάμεις , πως δεν αντέχετε άλλο πια , εκείνη την στιγμή λοιπόν μια αόρατη δύναμη σας σηκώνει λίγο ψηλά και σας βοηθά, να δείτε πίσω από έναν αμμόλοφο, λίγα μέτρα πιο πέρα από εσάς.
Τι φαντάζεστε ότι βλέπετε ; Τι θα θέλατε να δείτε σε αυτή την κατάσταση που βρισκόσαστε καμένοι, γδαρμένοι, πονεμένοι;
Βλέπετε μια όαση φυσικά ,  με νεράκι και μπόλικη σκιά, έχει και φαγητό  και ρούχα να αλλάξετε.
Ενώ βλέπετε μπροστά σε λίγη απόσταση την έρημο , ξαφνικά νοιώθετε όλες οι δυνάμεις να σας εγκαταλείπουν, να μη μπορείτε ούτε καν να κάνετε ένα βήμα ! Θα καθίσετε λοιπόν έτσι ανήμποροι κι απελπισμένοι;
Μάλλον  όχι. Μαζεύετε τα κομμάτια σας και με αφόρητο πόνο τραβάτε το δρόμο προς την όαση.
Κι όταν φτάνετε εκεί, μήπως ξεχνάτε τον πόνο, την απελπισία, τις κακουχίες ;
Όχι βέβαια ! Αυτά ποτέ δεν ξεχνιούνται. Θα τα θυμόσαστε πάντοτε είτε κάνοντας θετικές σκέψεις είτε κάνοντας αρνητικούς συνειρμούς .
Όταν λοιπόν νοιώθουμε  απογοήτευση , έλλειψη διάθεσης, απαισιοδοξία ας μην απελπιζόμαστε.  Ας επιτρέψουμε στον Χρόνο να μας αποκαλύψει την όαση.
Αυτό δεν σημαίνει πως θα ξεχάσουμε τον πόνο .
Αλλά η όαση είναι κάπου εδώ γύρω μας !

Η γυναίκα που διάβαζε βιβλία


Ένα πρωί στη λίμνη, ο σύζυγος επιστρέφει μετά από πολλές ώρες ψαρέματος και παίρνει έναν υπνάκο στο φορτηγάκι.
Η σύζυγος, αν και δεν γνωρίζει τη λίμνη, αποφασίζει να πάει μια μικρή βόλτα με τη βάρκα του.
Χωρίς να απομακρυνθεί πολύ, διαλέγει ένα σημείο που της φαίνεται ωραίο, ρίχνει την άγκυρα και ξεκινάει να διαβάζει το βιβλίο της.
Μετά από λίγο έρχεται ένας αστυνομικός, σταματάει τη βάρκα του δίπλα στην δική της και της λέει :
- Καλημέρα κυρία. Τι κάνετε εδώ;
- Διαβάζω ένα βιβλίο, απαντάει εκείνη, πιστεύω πως το βλέπετε.
- Βρίσκεστε σε περιοχή, που απαγορεύεται το ψάρεμα, την πληροφορεί ο αστυνομικός
- Με συγχωρείτε κύριε αστυνόμε, του απαντάει, αλλά όπως βλέπετε δεν ψαρεύω, αλλά διαβάζω ένα βιβλίο.
- Ναι, το βλέπω, αλλά είστε σε ψαράδικο σκάφος, οπότε έχετε όλον τον εξοπλισμό, για να ξεκινήσετε να ψαρεύετε οποιαδήποτε στιγμή. Με συγχωρείτε, αλλά πρέπει να με ακολουθήσετε στην ακτή και να σας κόψω πρόστιμο.
- Αν το κάνετε αυτό, θα πρέπει να σας μηνύσω για σεξουαλική παρενόχληση, αποκρίνεται η γυναίκα
- Μα, δεν σας έχω αγγίξει, δεν σας έχω καν πλησιάσει τόσο κοντά, για κάτι τέτοιο, λέει με έκπληξη ο αστυνομικός.
Η γυναίκα απαντάει:
- Ναι, το βλέπω ,αλλά έχετε όλο τον εξοπλισμό, για να ξεκινήσετε, να με παρενοχλείτε οποιαδήποτε στιγμή.
- Καλή σας μέρα κυρία μου, απαντάει ο αστυνομικός και φεύγει.
Μην διαφωνείς ποτέ με γυναίκα, που διαβάζει βιβλία. Είναι πολύ πιθανό, να είναι έξυπνη!