Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019

Τα πέντε βήματα της συγχώρεσης 


H συγχώρεση είναι μια σημαντική προϋπόθεση, για να ελευθερωθούμε από το παρελθόν, που μας κρατά δέσμιους. Όσο αντιστεκόμαστε, στο να συγχωρέσουμε τους άλλους και τον εαυτό μας για τα λάθη ή τις πράξεις που έχουν γίνει, τόσο είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος.
Όταν δεν συγχωρούμε τους άλλους, υποφέρουμε από τις αρνητικές επιπτώσεις, που έχουν πάνω στο σώμα και τον νου  τα αρνητικά  συναισθήματα. Το ίδιο συμβαίνει και όταν δεν συγχωρούμε τον εαυτό μας.
Τα συναισθήματα της αδικίας, της απογοήτευσης, του θυμού και του μίσους έχουν μια πολύ ισχυρή αρνητική επίδραση στο νευρικό και στο ενδοκρινικό μας σύστημα και κατ’ επέκταση στο αμυντικό μας σύστημα.
Όταν τα συναισθήματα αυτά παραμείνουν για πολύ καιρό μέσα μας, δημιουργούν πολλά ψυχοσωματικά συμπτώματα.
Όταν καλλιεργούμε και αναμασάμε  συναισθήματα αδικίας, θυμού ή μίσους προς ένα άτομο, τότε εμποδίζουμε τη δική μας ευτυχία, όχι την ευτυχία του άλλου. Περιορίζουμε τη δική μας πραγματικότητα, όχι τη δική του.
H συγχώρεση, όμως, δεν πρέπει να είναι επιφανειακή ούτε βεβιασμένη. Η πορεία της αληθινής συγχώρεσης έχει πέντε στάδια:
1. Χρειάζεται πρώτα να συνειδητοποιήσουμε και να δεχτούμε την ύπαρξη των συναισθημάτων του πόνου, της πίκρας, της αδικίας, του θυμού, της ενοχής ή της ντροπής, που υπάρχουν ακόμη στο υποσυνείδητο ή στο παιδί, που κρύβουμε μέσα μας.
2. Μετά θα χρειαστεί να εκφράσουμε και να απελευθερώσουμε αυτά τα συναισθήματα με διάφορους τρόπους έκφρασης και εκτόνωσης. H εκτόνωση αυτή μπορεί να ξεκινήσει, με το να γράφουμε γράμματα, στα οποία εκφράζουμε τα παράπονά μας, τον πόνο, τον θυμό μας. Δεν χρειάζεται να δώσουμε τα γράμματα αυτά σε κανέναν, απλώς να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας μέσα από αυτά. Μπορούμε να διαβάζουμε τα γράμματα αυτά, μέχρι να μην νιώθουμε πια τόση φόρτιση, με αυτά που διαβάζουμε.
Επίσης, μπορεί η εκτόνωση να γίνει με άλλους τρόπους όπως με το κλάμα, με το να χτυπάμε ένα μαξιλάρι, με τον χορό, με το ψυχόδραμα και με διάφορες άλλες μορφές δημιουργικής έκφρασης.
3. Όταν αποδεσμεύσουμε την ενέργεια, που συνδέεται με αυτά τα συναισθήματα (αυτό μπορεί να μας πάρει από μερικές μέρες μέχρι μερικά χρόνια), τότε είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στο στάδιο της κατανόησης.
H κατανόηση έχει τρεις πλευρές.
Χρειάζεται να κατανοήσουμε ότι:
α. Oι άλλοι νιώθουν ανασφάλεια και πολλές από τις πράξεις και τις συμπεριφορές τους είναι βασισμένες στον φόβο, στην ανασφάλεια και στην ανάγκη επιβεβαίωσης.
β. H αξία και η ασφάλειά μας είναι μέσα μας και δεν απειλούνται ποτέ , ούτε τότε , ούτε τώρα από τη συμπεριφορά του άλλου.
γ. Μέσα σε ένα σύμπαν με τάξη και αρμονία , ακόμα αν δεν μπορούμε να τη δούμε , πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος, που το κάθε τι συμβαίνει. Μπορούμε να αξιοποιήσουμε κάθε γεγονός σαν ευκαιρία, να δυναμώσουμε τον εαυτό μας.
Αυτή η αλήθεια δεν μας αποτρέπει, από το να περιμένουμε και να ζητάμε από τους ανθρώπους, να μας συμπεριφέρονται με σεβασμό. Ούτε μας απαλλάσσει από τον βασικό ηθικό κώδικα, ότι δηλαδή πρέπει να κάνουμε στους άλλους, μόνο αυτό που θα θέλαμε να κάνουν αυτοί σε μας.
Σημαίνει, όμως, ότι είναι λογικό και έξυπνο να συγχωρέσουμε τους άλλους και τον εαυτό μας για το παρελθόν.
4. Αφού κατανοήσουμε, είμαστε τότε έτοιμοι να συγχωρήσουμε (τους άλλους και τον εαυτό μας). Συγχωρώ σημαίνει: «χωράω μαζί» ή «έχω ένα χώρο μέσα μου για τους άλλους». Και αυτό σημαίνει, ότι είμαι ανοιχτός προς αυτούς.
5. Το τελευταίο στάδιο είναι να νιώσουμε αγάπη γι’ αυτό το άτομο και να ευχηθούμε ότι καλύτερο για την εξέλιξή του.
Τα κύρια εμπόδια για τη συγχώρεση είναι:
1. Νιώθουμε ακόμη ευάλωτοι προς αυτό το πρόσωπο, φοβόμαστε ότι θα πληγωθούμε ξανά και γι’ αυτό θέλουμε, να κρατήσουμε μια απόσταση. Το να μη συγχωρέσουμε, μας επιτρέπει να κάνουμε ακριβώς αυτό και μας δίνει τη δικαιολογία να αφήνουμε τον άνθρωπο αυτόν «έξω από την καρδιά μας». Συνήθως υποσυνείδητα χρειαζόμαστε μια τέτοια δικαιολογία, για να διατηρήσουμε μια αρνητική εικόνα του ανθρώπου αυτού, συνεχίζοντας να θυμόμαστε μόνο τα αρνητικά του γνωρίσματα και να αγνοούμε τα θετικά του. M’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να είμαστε « δικαιολογημένοι », κρατώντας γερά τα αρνητικά μας συναισθήματα και αρνούμενοι να συγχωρήσουμε. Αυτό, όμως, είναι κάτι αφύσικο για τον εσώτερο εαυτό μας.
2. Άλλο εμπόδιο είναι, ότι συγχέουμε, το να συγχωρήσουμε κάποιον, με το να παραδεχτούμε, ότι έχει ή είχε δίκιο και εμείς άδικο. Πιστεύουμε ότι σε μια διαμάχη, μόνο ένα πρόσωπο μπορεί να έχει δίκιο. Πιστεύουμε ότι, όταν τον συγχωρέσουμε, είναι σαν να λέμε « έχεις δίκιο και εγώ άδικο. » Πρέπει να καλλιεργήσουμε την αλήθεια, ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι αντίληψης οποιασδήποτε κατάστασης και μπορούμε να συγχωρέσουμε κάποιον, ακόμη κι όταν είναι φανερά φταίχτης. Αυτή είναι η ουσία της συγχώρεσης. Αλλά εμείς θέλουμε από τον άλλο, να παραδεχτεί, ότι είχε άδικο. H αληθινή συγχώρεση δεν το θέτει αυτό σαν προϋπόθεση. Συγχωρεί, ακόμη και όταν ο άλλος δεν παραδέχεται το σφάλμα του.
3. Σε μερικές περιπτώσεις το να μη συγχωρούμε κάποιον είναι ένας αμυντικός μηχανισμός, τον οποίο χρησιμοποιούμε για να καλυφθούμε. Για παράδειγμα, το να μη συγχωρούμε κάποιον μπορεί να εξυπηρετεί την ανάγκη μας, να τον ελέγχουμε. Όσο δεν τον συγχωρούμε και αυτός «φταίει», μπορεί να καταφέρουμε να τον αναγκάσουμε να κάνει αυτά που θέλουμε, καθώς αυτός προσπαθεί να '' κερδίσει '' τη συγγνώμη μας.
4. Yποσυνείδητα μπορεί να έχουμε κάτι να κερδίσουμε, διατηρώντας τον άλλο στον ρόλο του ένοχου. Έτσι, ρίχνουμε πάνω σε κάποιον άλλον το φταίξιμο για τη ζωή μας και για το ότι δεν μπορούμε να είμαστε δημιουργικοί ή παραγωγικοί ή να πάρουμε τη ευθύνη για τη ζωή μας, λέγοντας ότι « οι άλλοι φταίνε, »
Μερικές αλήθειες που θα μας βοηθήσουν να συγχωρήσουμε τους άλλους είναι:
Υπάρχει μια τάξη στο σύμπαν και όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο.
Mε συμφέρει να συγχωρώ, επειδή θα νιώθω και εγώ καλύτερα.
Oι άλλοι συμπεριφέρονται αρνητικά από άγνοια και φόβο.
Συγχώρεση δεν σημαίνει, ότι αυτό που έκανε ο άλλος ήταν σωστό, απλώς σημαίνει, ότι συγχωρώ την άγνοιά του και την αδυναμία του, επειδή είναι μια αδελφή ψυχή σε πορεία εξέλιξης.
H συγχώρεση δεν με καθιστά ευάλωτο. Είμαι ευάλωτος, μόνο όταν χρειάζομαι κάτι από τον άλλον. Το να συγχωρώ και να αγαπώ τον άλλο, δίχως να χρειάζομαι κάτι από αυτόν, είναι η αληθινή μου προστασία.
Είμαι ο αποκλειστικός δημιουργός της πραγματικότητας μου. Αδικώ τους άλλους, όταν τους καθιστώ υπεύθυνους, γι’ αυτό που δημιουργώ.
- Έχω τη δύναμη να δημιουργήσω τη ζωή μου και δεν χρειάζεται να κρύβομαι πίσω από δικαιολογίες, ότι δεν μπορώ εξαιτίας αυτών, που έκαναν ή κάνουν οι άλλοι.
Ως άνθρωποι με αδυναμίες όλοι κάνουμε λάθη. Είναι φυσικό. Εκείνο που δεν είναι φυσικό, είναι να μη συγχωρούμε τους άλλους (ή τον εαυτό μας) γι’ αυτά τα λάθη.
O άλλος είναι αδελφός (η) μου στον πλανήτη αυτό. Όλοι έχουμε άγνοια, φόβο και αδυναμίες.
Προσθέτουμε στη δυστυχία μας, όταν κρατάμε μέσα μας αρνητικά συναισθήματα.
Και τα λόγια του Χριστού, ο οποίος ήταν ξεκάθαρος στο θέμα της συγχώρεσης:
« Εκείνος που δεν έχει αμαρτήσει, ας ρίξει πρώτος την πέτρα. »
« Μην κρίνεις, για να μην κριθείς. »
« Θα κριθείς με την ίδια αυστηρότητα, με την οποία εσύ έκρινες τους άλλους. »
  
O Πέτρος ρώτησε τον Χριστό:
« Πόσες φορές πρέπει να συγχωρούμε κάποιον, γι’ αυτό που έκανε; Επτά φορές;» και ο Χριστός απάντησε:
« Όχι Πέτρο, επτά φορές επί εβδομήντα».
Ο γιατρός και η αρρώστια


Ήταν κάποτε ένας γιατρός. Μια μέρα φεύγοντας από την πόλη που έμενε, για να πάει σε μια άλλη γειτονική όπου είχε δουλειά, συνάντησε την πανούκλα που έμπαινε. Σταμάτησε και την ρώτησε:
« Πάλι εδώ; Τι ήρθες να κάνεις; »
Και η πανούκλα απάντησε:
« Η πόλη σου είναι στην διαδρομή που προγραμμάτισα. Είναι η σειρά της. »
« Πόσους θα πάρεις αυτή τη φορά; » ρώτησε ο γιατρός.
« Λίγους, γύρω στους χίλιους, » απάντησε η πανούκλα.
Μετά από μια εβδομάδα ο γιατρός, (έχοντας ενημερωθεί εν τω μεταξύ για την κατάσταση στην πόλη του) επέστρεψε, και στην είσοδο της πόλης αντάμωσε την πανούκλα που έφευγε.
« Μου είπες ψέματα, » της είπε. «Είχες πει, ότι θα πάρεις κάπου χίλιους και τελικά πέθαναν πέντε χιλιάδες. »
Και η πανούκλα απάντησε:
« Δεν είπα ψέματα. Εγώ πήρα χίλιους. Τους υπόλοιπους τους σκότωσε το άγχος και ο φόβος ! »
Το άγχος και ο φόβος είναι περισσότερο θανατηφόρα από την χειρότερη αρρώστια , που μπορεί να βρει την ανθρωπότητα .
Τις περισσότερες φορές ο φόβος μήπως συμβεί το χειρότερο, είναι χειρότερος από το να συμβεί το χειρότερο.
Στη ζωή μας βιώνουμε στο μυαλό μας εκατομμύρια καταστροφές, από τις οποίες η συντριπτική πλειοψηφία δεν συμβαίνει ποτέ. Τις βιώνουμε μόνο στο μυαλό μας. Συλλογικά και ατομικά όλοι κάτι φοβόμαστε:

· τη χρεοκοπία,

· την απόλυση,

· την κατάρρευση του ευρώ,

· τους ιούς,

· τους χωρισμούς,

· μήπως πέσει ο ουρανός στα κεφάλια μας...

Ο φόβος όμως δυστυχώς είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης. Το δηλητήριο του παραλύει τη δράση και την αντίσταση στην κατάχρηση εξουσίας οποιασδήποτε αρχής.
Η υπερβολική ανησυχία οδηγεί σε ακινησία. Αν καταφέρουμε να καταπολεμήσουμε την αδράνεια του παγώματος και καταφύγουμε σε οποιαδήποτε δράση , ο φόβος ελαχιστοποιείται. Αν επιπλέον αρχίσουμε να ζούμε στη στιγμή, στο τώρα , στο παρών, ο φόβος εξαφανίζεται.
Νίκος Τσιφόρος - Ο Ίωνας ο Γενάρχης


Oι Aνατολίτικοι λαοί μάς λένε "Γιουνάν", Ίωνες, απογόνους του Ίωνα... Kαι τ' όνομα το χρωστάμε στην... επέμβαση του Aπόλλωνα.
O Eρεχθέας, ο βασιλιάς της Aθήνας, είχε μια κόρη, την Kρέουσα, που τ΄ άψησε με τον θεό. Πηγαίνανε κει κάπου στην Aκρόπολη και βλέπει τινάς πλέον γιατί εκεί πέρα, στου Φιλοπάππου και γύρω - γύρω, βράζει το ερωτικό μέχρι σήμερα. Kαι μη έχοντας δωμάτια δι' οικογενείας, τη βγάζανε σε μια σπηλιά... 

Mε τ' αστεία-αστεία, όμως, φούσκωσε η Kρέουσα και γέννησε αγόρι. Tό ΄βαλε σ' ένα καλάθι και είπε να το πάη στον μπαμπά της για φρούτο, καρπόν κοιλίας που λένε, αλλά ο Aπόλλωνας φώναξε τον Eρμή.
― Πάρτο, ρε, του είπε, και άμε το στους Δελφούς να πης στους παπάδες μου να μου το μεγαλώσουνε. Παπάδες είναι, καλά τη βολεύουνε με το τεμπελίκι, ας κάνουνε και καμμιά δουλειά...
H Kρέουσα αργότερα, βρήκε ένα κορόιδο, τον Ξούθο, τον παντρεύτηκε. Kι' αυτός έχει δική του οδό. Aλλά οδό, ξ' οδό, παιδί δεν κάνανε. Πήγανε, λοιπόν, στο μαντείο να ρωτήσουνε τι θα γίνη... 

Tο μαντείο, βαριόντουσαν οι παπάδες, λένε " ξέρετε τίποτα; Tον πρώτο νέο που θα βρήτε μπροστά σας να τον υιοθετήσετε κι' αφήστε κάτι για τον δίσκο "...
Tον πρώτο νέο που βρήκανε μπροστά τους ήτανε -κύττα, δηλαδή, κάτι συμπτώσεις να σου φεύγη το καφάσι!- ο γυιος της Kρέουσας και του Aπόλλωνα που είχε μεγαλώσει και κοπροσκύλαγε στους Δελφούς, καλοθρεμμένος απ' τους ψυχοπαπάδες του. O Ξούθος τρελλάθηκε.
- Nάτος ο πρώτος νέος. Nα τον πάρουμε.
H Kρέουσα, όμως, δεν τον ήθελε.
- Nο! Nα βρούμε άλλον.
- Mα μας είπανε τον πρώτο.
Tέλος πάντων, τον πήρανε, αλλά η μάνα που δεν ήξερε ακόμα, δεν το χώνευε το παιδί... Kαι μια μέρα σκέφτηκε να του ρίξη λίγο δηλητηριάκι στη σούπα του. Aλλά πολύ λίγο, όσο να πούμε χρειαζότανε να πεθάνη...
Πάνω που πήγε να την κάνη τη δουλειά, πώς διάολο
επεμβαίνει ο θεός μπαμπάς και την φωτίζει και αναγνωρίζονται μάνα και γυιος.
- Eσύ σαι, ρε;
- Eγώ, μαμά.
- Έλα να σ' αγκαλιάσω.
- Mη, έχω συνάχι.
-Έλα παιδί μου. Kαλύτερα νάχης συνάχι. Θα δακρύσουμε κι' από συγκίνηση.
Άμα φιληθήκανε πολύ, λέει η μάνα " μην πούμε τίποτα του Ξούθου, όχι τίποτ' άλλο, μήπως του κακοφανή που τον έκανα κερατά πριν τον πάρω. "
H Aθηνά, όμως, πού στο διάολο βρέθηκε, μπήκε στη μέση.
- Δεν κάνει, ρε παιδιά. Nα του το πήτε.
Kαι του τόπανε του Ξούθου και καταυχαριστήθηκε ο
άνθρωπος.
Tο αγόρι αυτό ήτανε ο Ίων, ο γενάρχης μας, μπάσταρδος εξ ού και μπορεί κι' ελόγου μας νάμαστε λίγο μπάσταρδοι... Aλλά μπάσταρδοι θεϊκοί...

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019

Και ο Θεός έκανε την μάνα


Ο Θεός κάλεσε τον πιο αγαπημένο Του άγγελο και του παρουσίασε ένα πρότυπο μητέρας. Στον άγγελο δεν άρεσε αυτό που είδε.
- Εργαστήκατε πολύ, Κύριε, δεν ξέρετε πλέον τι κάνετε, είπε ο άγγελος. Κοιτάξτε! Φιλί ειδικό, που θεραπεύει όλες τις αρρώστιες, έξι ζευγάρια χέρια για να μαγειρεύει, να πλένει, να σιδερώνει, να φροντίζει, να ελέγχει, να καθαρίζει. Δε θα δουλέψει!
- Το πρόβλημα δεν είναι τα χέρια, αντέτεινε ο Θεός. Είναι τα τρία ζευγάρια μάτια που χρειάστηκε να βάλω: Ένα, για να βλέπει το παιδί της πίσω από κλειστές πόρτες και να το προστατεύει από ανοιχτά παράθυρα, ένα άλλο, για να το κοιτάζει με αυστηρότητα, όταν πρέπει να του μάθει κάτι ουσιώδες και το τρίτο, για να του δείχνει διαρκώς τρυφερότητα και αγάπη, όση δουλειά κι αν έχει εκείνη!
Ο άγγελος εξέτασε το πρότυπο της μητέρας πιο προσεκτικά.
- Κι αυτό τί είναι;
- Ένας μηχανισμός αυτοθεραπείας. Δε θα έχει χρόνο να αρρωσταίνει, θα πρέπει να ασχολείται με το σύζυγό της, με τα παιδιά, με το σπίτι.
- Νομίζω ότι πρέπει να ξεκουραστείτε λίγο, Κύριε, είπε ο άγγελος. Και να επιστρέψετε στο κλασικό πρότυπο με τα δύο χέρια, τα δύο μάτια, κ.λπ.
Ο Θεός συμφώνησε με τον άγγελο. Αφού ξεκουράστηκε, μεταμόρφωσε τη μητέρα σε κανονική γυναίκα. Εξομολογήθηκε όμως στον άγγελο:
- Χρειάστηκε να της δώσω μια τόσο δυνατή θέληση, ώστε να νομίζει ότι θα έχει έξι χέρια, τρία ζευγάρια μάτια και ικανότητα αυτοθεραπείας. Αλλιώς, δε θα καταφέρει να εκπληρώσει το καθήκον της.
Ο άγγελος την εξέτασε από κοντά. Κατά τη γνώμη του, αυτή τη φορά ο Θεός είχε επιτύχει. Ξαφνικά όμως πρόσεξε ένα λάθος:
- Αδειάζει. Αναρωτιέμαι, Κύριε, μήπως βάλατε ξανά υπερβολικά πολλά πράγματα σε αυτό το πρότυπο μητέρας.
- Δεν αδειάζει. Αυτό ονομάζεται δάκρυ.
- Και σε τι χρησιμεύει;
- Για να δείχνει χαρά, λύπη, απογοήτευση, πόνο, θυμό, ενθουσιασμό.
- Κύριε, είστε μεγαλοφυΐα! αναφώνησε ο άγγελος. Ακριβώς αυτό ήταν που έλειπε, για να συμπληρωθεί το πρότυπο.
Ο Θεός πρόσθεσε με ύφος μελαγχολικό:
- Δεν το έβαλα εγώ. Όταν συναρμολόγησα όλα τα μέρη, το δάκρυ εμφανίστηκε από μόνο του!

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

Οι δυο καθηγητές


Ένας νεαρός κύριος συναντά έναν ηλικιωμένο.
-Με θυμάστε;
-Όχι.
-Υπήρξα μαθητής σας.
-Τι κάνεις; Με τι ασχολείσαι;
-Έγινα κι εγώ καθηγητής.
-Κρίνεις ότι είσαι καλός στη δουλειά σου;
-Η αλήθεια είναι πως ναι. Εσείς με εμπνεύσατε και ήθελα να σας μοιάσω.
Περίεργος ο ηλικιωμένος κύριος, ρωτά να μάθει τι του έμεινε στο μυαλό και τον ενέπνευσε σε τέτοιο βαθμό ώστε να θέλει να γίνει κι ο ίδιος καθηγητής. Και ο νεαρός του διηγείται την ακόλουθη ιστορία.
-Κάποια μέρα ένας συμμαθητής μου , που ήταν και φίλος μου , ήλθε στην τάξη και μου έδειξε ένα πανέμορφο καινούργιο ρολόι, που είχε στην τσέπη του. Δεν άντεξα στον πειρασμό και κάποια στιγμή του το έκλεψα. Σε λίγο, αντιλήφθηκε ότι το ρολόι έλειπε από την τσέπη του και αμέσως ενημέρωσε τον καθηγητή, που μας δίδασκε εκείνη την στιγμή στην τάξη, που ήσασταν εσείς. Εσείς, λοιπόν, απευθυνθήκατε στην τάξη και είπατε:
- Το ρολόι κάποιου συμμαθητή σας εκλάπη κατά την διάρκεια του τρέχοντος μαθήματος. Όποιος το έκλεψε, παρακαλώ να το επιστρέψει αμέσως.
-Ντράπηκα τόσο πολύ την ταπείνωση μπροστά στους συμμαθητές μου, που δεν τόλμησα να αποκαλυφθώ. Έπειτα εσείς κλείσατε την πόρτα, μας είπατε όλους να σταθούμε όρθιοι και ότι θα ψάχνατε τις τσέπες όλων μας, μέχρι να το βρείτε. Αλλά θέσατε και μια προϋπόθεση. Ότι έπρεπε να έχουμε όλοι μας τα μάτια μας κλειστά, για να μην δούμε τον ένοχο. 

Έτσι και συνέβη. Όταν φτάσατε σε μένα, το βρήκατε στην τσέπη μου και το πήρατε. Όμως συνεχίσατε το ψάξιμο στις τσέπες όλων και όταν τελειώσατε, μας είπατε:
« Και τώρα, μπορείτε να ανοίξετε τα μάτια σας όλοι. Το ρολόι βρέθηκε! » 
Δεν αναφέρατε ποτέ το όνομά μου στην τάξη και ούτε μου σχολιάσατε ποτέ το περιστατικό σε προσωπικό επίπεδο. Περίμενα να με επιπλήξετε και να μου κάνετε κατήχηση, αλλά τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Εκείνη την ημέρα σώσατε την αξιοπρέπειά μου για πάντα. Εκείνη ήταν η πιο ντροπιαστική μέρα της ζωής μου όλης και μου δώσατε με τον τρόπο σας ένα ηχηρό μάθημα. Θυμηθήκατε τώρα το περιστατικό κ. Καθηγητά;
-Ναι, ακούγοντάς σε, τα θυμήθηκα όλα. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν θυμάμαι και αυτό είσαι εσύ, γιατί κι εγώ είχα τα μάτια μου κλειστά όταν σας έψαχνα όλους!!!
Τέτοιοι καθηγητές χαράζουν ψυχές και μένουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στη μνήμη των μαθητών.
Αυτό που ψάχνει ο Άνθρωπος και δεν το βρίσκει


Μια φορά και ένα καιρό ήταν ο Άνθρωπος. Ξεκίνησε από το μηδέν. Προόδευσε όμως. Έφτιαξε μηχανές, σπίτια, βελτίωσε τον τόπο ζωής του, πέταξε ψηλά, ταξίδεψε παντού.
Όμως σε όλη αυτή την διαδρομή κάτι άλλο έψαχνε και δεν μπορούσε να το βρει. Δεν μπορούσε να καταλάβει, τι ήταν αυτό. Αλλά πάντα ότι και να έκανε, πάντα του φαινόταν πως κάτι έλειπε!
Και έτσι αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι, μήπως και τελικά μπορέσει να βρει, αυτό που του έλειπε.
Στο δρόμο καθώς διάβαινε, συνάντησε την Ματαιοδοξία μαζί με την Απληστία. Τους εξήγησε, για το τι έψαχνε.
-Εμάς ψάχνεις του αποκρίθηκαν.
-Σίγουρα; τους λέει.
-Ναι, έλα να σου δείξουμε το βασίλειό μας.
Και ο άνθρωπος τις ακολούθησε. Τον οδήγησαν μέσα από ακριβά σπίτια, ακριβά αυτοκίνητα, όμορφους κήπους, βουνά από χρυσάφι και ασήμι.
Ο Άνθρωπος θαμπώθηκε. Αυτό έψαχνα μάλλον,
είπε από μέσα του. Μετά από ώρα έφτασαν σε μια φυλακή. Η φυλακή ήταν γεμάτη από άλλους ανθρώπους. Καλοντυμένους και περιποιημένους.
-Για να αποκτήσεις όλα αυτά, του είπαν, πρέπει να κλειστείς μέσα σε αυτή την φυλακή. Θα βγαίνεις για λίγο, θα τα απολαμβάνεις και μετά θα σε ξαναρίχνουμε εδώ.
-Α δεν νομίζω να ψάχνω για κάτι τέτοιο, είπε ο Άνθρωπος και έφυγε.
Συνέχισε το ταξίδι του μέχρι που αντάμωσε στον δρόμο την Εξουσία. Τον οδήγησε μέσα από βασίλεια και παλάτια, αλλά κατέληξαν στην ίδια φυλακή.
Και έτσι ο Άνθρωπος έφυγε και από εκεί.
Μετά από καιρό και πολύ κόπο, και ενώ είχε χάσει σχεδόν την ελπίδα του, βρήκε την Προπαγάνδα και τον Ολοκληρωτισμό.
Του εξήγησαν πόσο ξεχωριστός και διαφορετικός είναι από όλους τους άλλους. Του είπαν, ότι αν τους ακολουθούσε, θα ζούσε μια ζωή, έτσι όπως του άξιζε. Με ανθρώπους που άρμοζαν στο επίπεδό του.
Ο Άνθρωπος σκέφτηκε και ρώτησε:
-Ποια είναι η δική σας φυλακή.
-Δεν υπάρχει φυλακή του είπε η Προπαγάνδα. Μόνο μια προϋπόθεση.
-Να την ακούσω, είπε ο Άνθρωπος.
-Θα πρέπει να ζήσεις με το Μίσος.
-Να το γνωρίσω πρώτα, είπε και έφυγαν για το σπίτι του Μίσους.
Το σπίτι του Μίσους ήταν ερειπωμένο και βρώμικο, αλλά με πολύ κόσμο μέσα. Α εδώ δεν θα νιώθω μοναξιά, είπε ο Άνθρωπος στον εαυτό του. Μόλις όμως αντίκρισε το Μίσος, τρόμαξε. Δεν περίμενε, να είναι τόσο άσχημο. Μάλλον δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, σκέφτηκε. Ήταν τόσο κουρασμένος, που δεν μπορούσε να φύγει. Και αποφάσισε να μείνει για ένα βράδυ.
Το βράδυ όμως, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Το στρώμα ήταν σκληρό και έκανε κρύο. Τα σκεπάσματα ήταν λίγα και το κρεβάτι μικρό. Το πρωί ξύπνησε, περισσότερο κουρασμένος από ποτέ. Το Μίσος του έβαλε να φάει.
Το φαγητό όμως και αυτό ήταν άνοστο και καμένο. Δεν μπορούσε να χαρεί τίποτα σε εκείνο το σπίτι. Οι ώρες του φαίνονταν χρόνια. Εδώ είναι χειρότερα και από φυλακή, σκέφτηκε και έτσι αποφάσισε, να φύγει.
Πήρε ξανά τον δρόμο την αναζήτησης. Ταξίδευε χρόνια. Κατά διαστήματα συναντούσε διάφορα. Το Χρήμα, την Οργή, την Ζήλια, τον Εγωισμό και άλλους.
Κανένα όμως δεν ήταν, αυτό που αποζητούσε. Όλα τον οδηγούσαν σε μια φυλακή. Τα πόδια του είχαν πρηστεί από το περπάτημα. Διψούσε και πεινούσε πολύ. Και ξαφνικά, ενώ δεν είχε δει κανέναν για καιρό, βλέπει μια όμορφη γυναίκα.
-Γεια σου, της λέει, είμαι ο Άνθρωπος.
-Γεια σου και σένα, του απαντά. Είμαι η Ελευθερία.
-Θα με πάρεις μαζί σου; της λέει. Ότι ακολούθησα, το μετάνιωσα. Κουράστηκα να περιπλανιέμαι. Κουράστηκα να αναζητώ κάτι τόσο άπιαστο, κάτι που ίσως και μην υπάρχει.
-Και εγώ κουράστηκα του λέει. Κουράστηκα να με κουβαλάν τόσο χρόνια οι άνθρωποι, αλλά να μη με χρησιμοποιούν. Να με έχουν δίπλα τους, αλλά να μην με θέλουν. Να με νιώθουν, αλλά να με φοβούνται.
Ο Άνθρωπος παραξενεύτηκε. Πως είναι δυνατόν, να είναι τόσα χρόνια πλάι του αυτή την όμορφη κοπέλα και να μην την βλέπει.
-Εγώ, της λέει, δεν σε έχω δει ποτέ.
-Κι όμως, με κουβαλάς και συ μαζί σου πάντα. Άσχετα αν δεν θες, να το παραδεχθείς. Γιατί με φοβάσαι.
-Και γιατί να σε φοβάμαι, ρωτά απορημένος.
-Γιατί μαζί μου ζει και η Ευθύνη. Και οι άνθρωποι ναι μεν θέλουν την ελευθερία τους, αλλά θέλουν να την αποκτήσουν χωρίς την ευθύνη.
-Αυτή είναι η δική σου φυλακή λοιπόν ε; Η Ευθύνη;
Και η Ελευθερία του απάντησε.
-Ο κάθε άνθρωπος θέλει, να κλείνεται πάντα σε μια φυλακή. Και αυτό γιατί δεν μπορεί, να επιλέξει την ελευθερία. Την φοβάται, γιατί νομίζει ότι η ευθύνη που θα την συνοδεύσει, είναι και αυτή μια φυλακή. Και την απορρίπτει, ενώ κλείνεται σε μεγαλύτερες φύλακές και πιο σκληρές. Προτιμά να εξουσιάζεται, παρά να εξουσιάσει τον ίδιο του τον εαυτό. Προτιμά να του λένε οι άλλοι τι να κάνει , παρά να αυτοπειθαρχεί στον εαυτό του. Προτιμά να ρίχνει το βάρος και το λάθος σε άλλους, παρά να αναλάβει τις ευθύνες του. Και έτσι, η Ελευθερία φαντάζει κάτι δύσκολο και άπιαστο. Και επιλέγει την σκλαβιά. Και όχι μόνο την επιλέγει, αλλά φοβάται να μην την χάσει κιόλας.
-Μα εγώ λέει ο Άνθρωπος, δεν θέλω να ζω στην σκλαβιά, θέλω εσένα.
-Με έχεις, του λέει, εσύ επέλεξες, να μην σκλαβωθείς και να βρεθώ τελικά στον δρόμο σου. Εσύ απέρριψες όλες τις φυλακές, όσο ελκυστικές και να φαινόντουσαν αρχικά.
Εσύ περπάτησες τόσο δρόμο για να με βρεις. Μόνο μαζί μου θα βρεις τη Ελπίδα, την Αγάπη, την Ειρήνη, την Ηρεμία.
Και έτσι ο Άνθρωπος πήρε από το χέρι την Ελευθερία, αγκάλιασε την Ευθύνη και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς, θα δούμε !
Οι άνθρωποι έχουμε το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης, αλλά το απεμπολούμε . Νομίζουμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι. Δεν τολμούμε να είμαστε ελεύθεροι.
Και εκεί πατούν όλοι οι δυνάστες και κυβερνούν και ορίζουν τις ζωές μας.
Και όσο τους αφήνουμε να μας πατούν στο κ
εφάλι και δεν αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας, πάντα θα ζούμε μέσα σε μια φυλακή !

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019

Ένας παράξενος δήμαρχος


Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια πολύ άσχημη πόλη.
Βία, εγκλήματα, κυκλοφοριακό, ατυχήματα, ναρκωτικά, βρωμιά και γκρίζοι δυστυχισμένοι πολίτες. Και δεν ήταν καμιά μικρή πόλη, είχε έξι εκατομμύρια κατοίκους, που είχαν παραδοθεί εντελώς στην μαυρίλα.
Ένα πρωί, ο διευθυντής του Πανεπιστημίου της πόλης, που ήταν μαθηματικός και φιλόσοφος, εκεί που πήγαινε στη δουλειά του και βλέποντας την κατάντια της πόλης του, πήρε μια πολύ κουφή απόφαση.
Δήλωσε την παραίτησή του στο Πανεπιστήμιο, λέγοντας πως ήθελε να διευρύνει την διδασκαλία του και στα έξι εκατομμύρια κατοίκους...
Στους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο, ο καθηγητής αυτός ήταν γνωστός για τους περίεργους τρόπους διδασκαλίας του. Γενικά δηλαδή, εφεύρισκε αστείους και εντελώς ανορθόδοξους τρόπους, για να πετυχαίνει τον σκοπό του και περιέργως, πάντα τα κατάφερνε.
Για παράδειγμα, μια φορά που επικρατούσε χάβρα στο μάθημα, κατάφερε να επαναφέρει την τάξη, κατεβάζοντας τα βρακιά του.
Για την προεκλογική καμπάνια του λοιπόν, φόρεσε μια στολή σούπερμαν, αυτοχρίστηκε "υπερπολίτης" και αμολύθηκε στους δρόμους, βάζοντας ταυτόχρονα υποψηφιότητα για δήμαρχος.
Έφερε πολύ γέλιο στον κόσμο, αλλά επειδή όπως έλεγαν, είχε αρκετά ειλικρινή φάτσα, τον ψήφισαν.
Ο καινούργιος δήμαρχος όμως δεν είχε καμία σχέση με τους προηγούμενους.
Η πρώτη του κίνηση ήταν να προσλάβει 20 μίμους και να τους σκορπίσει στους δρόμους της πόλης.
Η δουλειά τους ήταν να χλευάζουν, όσους παραβίαζαν τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας.
Σιγά, θα μου πείτε.
Οι πολίτες όμως (που εννοείται στα παλιά τους τα παπούτσια οι κανόνες οδικής συμπεριφοράς), άρχισαν να συμμορφώνονται, γιατί αποδείχτηκε, πως τους πείραζε πολύ περισσότερο η δημόσια κοροϊδία, παρά τα πρόστιμα.
Αμέσως μετά, βγήκε σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές και έκανε ντους κατατσίτσιδος live, κλείνοντας την παροχή νερού ενώ σαπουνιζόταν, για να δείξει στους πολίτες, πώς μπορούν να εξοικονομούν νερό.
Και πράγματι η κατανάλωση νερού έπεσε αμέσως !
Όρισε Ημέρα Γυναίκας, όπου οι άντρες θα φρόντιζαν τα παιδιά και οι γυναίκες θα έβγαιναν βόλτα στην πόλη.
Αυτό ήταν ανήκουστο, γιατί η συγκεκριμένη πόλη ήταν πολύ επικίνδυνο μέρος τα βράδια, ενώ οι γυναίκες δεν έβγαιναν βόλτες σχεδόν ποτέ ως τότε.
Χιλιάδες γυναίκες γέμισαν τους δρόμους πανηγυρίζοντας.
Το καλύτερο;
Μοίρασε στους πολίτες ταμπέλες με thumbs up ( like, μου αρέσει ) και thumbs down, για να επιδοκιμάζουν ή να αποδοκιμάζουν δημόσια τις πράξεις των συμπολιτών τους.
Πράγμα φυσικά που δεν έχασαν την ευκαιρία να το εφαρμόσουν δεόντως, αλλά όλως περιέργως, ειρηνικά.
Το ομαδικό κράξιμο ήταν ότι έπρεπε τελικά.
Γενικώς σκαρφιζόταν αστείες ή περίεργες καμπάνιες για κάθε τι που ήθελε να πετύχει, όπως όταν ζήτησε να του τηλεφωνήσει (στο προσωπικό του γραφείο μάλιστα), όποιος πολίτης συναντούσε έστω κι έναν υποδειγματικό ταξιτζή.
Σύντομα, 150 τηλεφωνήματα συντέλεσαν στο να δημιουργηθεί ομάδα ταξιτζήδων, που ο δήμαρχος ονόμασε Ιππότες της Ζέβρας και είχαν την προσωπική του υποστήριξη.
Ίδρυσε επίσης ταμείο εθελοντικών φόρων για σους ήθελαν να δώσουν παραπάνω χρήματα (!) στο δημοτικό ταμείο.
Φυσικά είχε ανταπόκριση η κίνησή του και μάζεψε χρήματα.
Τέλος, προσπαθώντας να δείξει πόσο σημαντική είναι η ανθρώπινη ζωή, ζωγράφισε αστέρια σε κάθε σημείο στην πόλη , όπου συνέβη θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, πράγμα εξαιρετικά έξυπνο, γιατί το αποτέλεσμα ήταν πανέμορφο, αλλά και ιδιαίτερα σοκαριστικό.
Όχι, δεν είναι παραμύθι ούτε γέννημα φαντασίας κάποιου μυθιστοριογράφου !
Πρόκειται για τα κατορθώματα του Κολομβιανού Antanas Mockus, τον δήμαρχο της Μποκοτά το 1993.
Μετά το πέρας της θητείας του, ο παράξενος αυτός δήμαρχος, ξεκίνησε διαλέξεις, αναλύοντας τα συμπεράσματά του από το κοινωνικό του πείραμα.
Ένα από τα συμπεράσματά του είναι, πως η γνώση δίνει δύναμη, αρκεί να καταφέρεις να τη μεταδώσεις μέσω της τέχνης, του χιούμορ και της δημιουργικότητας.
Μόνο έτσι οι άνθρωποι αποδέχονται τις αλλαγές.