Στον εσπερινό της συγχωρήσεως
Ο Αντώνης ο Μητσάκος ήταν σκληρός άνθρωπος. Κακός όμως δεν ήταν. Δεν αδίκησε ποτέ κανέναν και ήταν και φιλάνθρωπος. Αλλά ο Αντώνης ήταν σκληρός, πολύ σκληρός σε όποιον του έφταιγε:
- Δεν μπαίνω στα χωράφια κανενός κι ούτε θέλω να μπει κάποιος στα δικά μου χωράφια, συνήθιζε να λέει. Με την λέξη χωράφια εννοούσε κάθε τι που τον αφορούσε.
Κάποτε ο Αντώνης παρεξηγήθηκε με έναν καλό του φίλο, επειδή ο τελευταίος τον συμβούλεψε να επιτρέψει στον γιο του να σπουδάσει δάσκαλος, όπως ήταν και το όνειρο του μικρού κι να μην επιμείνει ο Αντώνης να γίνει ο γιος του Πολιτικός Μηχανικός!
Με αυτά κι εκείνα κατάφερε ο Αντώνης να είναι κακιωμένος με το μισό χωριό. Φυσικά και στενοχωριόταν για αυτό, αλλά από την άλλη θεωρούσε σαν προσωπική του αξιοπρέπεια, να κρατάει μούτρα και τουπέ, σε όποιον κατά την γνώμη του τού έφταιξε, είτε θεληματικά είτε αθέλητα.
Ο πατέρας Πέτρος ο εφημέριος της εκκλησίας του χωριού πρόσφατα ανέλαβε τα καθήκοντά του, λίγο πριν την έναρξη του Τριωδίου. Από την πρώτη στιγμή που λειτούργησε ο π. Πέτρος, κέρδισε τους πιστούς, που τον περιβάλλαν με αγάπη και υποστήριξη. Την τελευταία Κυριακή πριν την Καθαρά Δευτέρα, μόλις τελείωσε την λειτουργία, παρακάλεσε τους πιστούς να ξαναμαζευτούν στην εκκλησία το απόγευμα, προκειμένου να τελεστεί ο Εσπερινός, επειδή αυτήν την τελευταία Κυριακή των Αποκριών, ο Εσπερινός έχει ιδιαίτερο νόημα κι ονομάζεται ο Εσπερινός της Συγχωρήσεως. Οι πιστοί κοιτάχτηκαν με απορία μεταξύ τους επειδή πρώτη φορά άκουσαν πως υπάρχει αυτός ο Εσπερινός της Συγχωρήσεως.
- Σας παρακαλώ αδελφοί, δεν θα ήθελα να λείψει κανείς το απόγευμα, να έρθετε όλοι από τον μικρότερο μέχρι τον μεγαλύτερο, ικέτευσε με θερμή φωνή ο π. Πέτρος!
Ίσως να ήταν η περιέργεια ίσως να ήταν η επιθυμία των πιστών να μην λυπήσουν τον νέο τους παπά και το απόγευμα μαζεύτηκαν όλοι στην εκκλησία, για να παρακολουθήσουν τον Εσπερινό.
Αφού ολοκλήρωσε το τελετουργικό ο π. Πέτρος στο κήρυγμα που ακολούθησε διηγήθηκε την ιστορία του Αγίου Διονυσίου, που συγχώρησε τον φονιά του αδελφού του. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του παπά κι έβρεχαν τα γένια του, όταν με συγκίνηση ανέφερε τις λεπτομέρειες της ιστορίας.
- Δεν σας γνωρίζω ακόμη καλά αδελφοί μου, μα αν ζούσαμε έστω και μια μέρα στη γη δεν θα αποφεύγαμε κάποιον να στενοχωρήσουμε, κάποιον να λυπήσουμε, σε κάποιον να φταίγαμε, κατέληξε ο ιερέας. Για αυτό σας παρακαλώ να συγχωρέσουμε ο ένας τον άλλον όλοι, ώστε να μπούμε καθαροί, πεντακάθαροι στην Αγία Σαρακοστή. Σας παρακαλώ λοιπόν να περάσετε όλοι πρώτα από εμένα και μετά από όλους τους συγχωριανούς μας, για να συγχωρεθούμε ο ένας από τον άλλον.
- Πρώτος εγώ πάτερ, πρώτος εγώ, γιατί χρειάζεται να συγχωρεθώ από τους περισσότερους φώναξε ο Αντώνης ο Μητσάκος με τα δάκρυα να αυλακώνουν το πρόσωπό του και να μουσκεύουν το μουστάκι του.
Με γοργό βηματισμό πλησίασε ο Αντώνης την Ωραία Πύλη, έκανε μια εδαφιαία μετάνοια μπροστά στον παπά και του φίλησε το χέρι. Ύστερα γύρισε και κοίταξε όλους τους συγχωριανούς έναν-έναν στα μάτια και με εμφανή την συναισθηματική φόρτιση στην φωνή του, είπε:
- Χωριανοί συγχωρέσατέ με για όλα όσα σας έφταιξα, αλλά περισσότερο σας παρακαλώ να με συγχωρέσετε, επειδή δεν ήθελα να συγχωρώ εσάς.
Αμέσως μετά προχώρησε ο Αντώνης έσφιξε χέρια, αγκάλιασε και φίλησε έναν-έναν όλους τους συγχωριανούς του.
Στο τέλος πήγε ο Αντώνης και στάθηκε μπροστά στην γυναίκα του:
- Πολύ σε παίδεψα γυναίκα, συγχώρεσέ με κι ας με συγχωρέσει κι ο Θεός, της είπε αγκαλιάζοντας και φιλώντας την!
Από εκείνον τον Εσπερινό κι από εκείνη τη στιγμή, όλοι στο χωριό γνωρίζανε, πως ότι κι αν γινότανε μέσα στην χρονιά, κάθε αντιπαλότητα και φιλονικία, σημαντική ή ασήμαντη, θα έσβηνε στον επόμενο Εσπερινό της Συγχωρήσεως. Η αλήθεια βέβαια είναι πως ο π. Πέτρος, άγρυπνος φρουρός πάνω στο ποίμνιό του δεν άφηνε τα προβλήματα να χρονίσουν, αλλά γρήγορα δρούσε σαν πυροσβέστης πάνω στα πάθη των συγχωριανών του. Κι από δίπλα στον παπά πάντοτε ο Αντώνης ο Μητσάκος πρόθυμος να φιλοτιμήσει, να παροτρύνει, να συμβουλεύσει, χωρίς να τα χάσει ή να τα παρατήσει, αν συναντούσε σοβαρή αντίσταση.
- Σκληρότερη πέτρα από την δική μου την καρδιά δεν υπήρχε κι όμως ο Χριστός την έσπασε και την έκανε αλεύρι, συνήθιζε να λέει σε όποιον τον αντιμετώπισε με σκεπτικισμό και επιφύλαξη.
Πολλοί από το χωριό συνήθιζαν να περηφανεύονται και να ομολογούν, πως ο Αντώνης ο Μητσάκος τους φίλιωσε με όσους ήταν μαλωμένοι. Για τον λόγο αυτό όλοι στο χωριό αγαπούσαν τον Αντώνη. Μάλλον όμως ο π. Πέτρος ήταν αυτός που αγαπούσε τον Αντώνη περισσότερο από όλους τους συγχωριανούς!






